Η Κούβα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια από τις πιο κρίσιμες καμπές της πρόσφατης ιστορίας της. Η αιφνίδια ανατροπή στη Βενεζουέλα, με την απαγωγή και απομάκρυνση του Νικολάς Μαδούρο από τις αμερικανικές ειδικές δυνάμεις στο Καράκας, δεν αποτέλεσε μόνο ένα ισχυρό πλήγμα για τη χώρα που για χρόνια στηρίχθηκε στον «μπολιβαριανό» της ηγέτη.
Για την Αβάνα, η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί την απώλεια ενός ζωτικού οικονομικού και πολιτικού συμμάχου, με συνέπειες που απλώνονται από την ενεργειακή ασφάλεια μέχρι την εσωτερική κοινωνική σταθερότητα.
Το περασμένο Σαββατοκύριακο, οι κουβανικές αρχές ανακοίνωσαν τον θάνατο 32 Κουβανών υπηκόων κατά την αμερικανική επιχείρηση στο στρατιωτικό συγκρότημα της βενεζουελάνικης πρωτεύουσας. Οι νεκροί υπηρετούσαν ως σωματοφύλακες του Νικολάς Μαδούρο, μια ακόμα ένδειξη του πόσο στενά συνδεδεμένες ήταν οι δύο κυβερνήσεις, όχι μόνο σε ρητορικό αλλά και σε επιχειρησιακό επίπεδο. Η είδηση, που προκάλεσε σοκ στην Αβάνα, ήρθε να υπενθυμίσει ότι η συνεργασία Κούβας – Βενεζουέλας εδώ και δύο δεκαετίες δεν ήταν ποτέ θεωρητική: είχε υλική, στρατιωτική, οικονομική και ανθρώπινη διάσταση.
Για την Κούβα, η απώλεια του Μαδούρο δεν σημαίνει απλώς το τέλος μιας φιλίας ηγετών· σημαίνει τη διακινδύνευση της βασικής πηγής ενεργειακού εφοδιασμού της. Η Βενεζουέλα υπήρξε η σημαντικότερη σανίδα σωτηρίας της κουβανικής οικονομίας από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν ο Ούγκο Τσάβες και ο Φιντέλ Κάστρο σφράγισαν μια στρατηγική συμμαχία που συνδύαζε ιδεολογία και συμφέρον. Μετά τον θάνατο του Κάστρο και του Τσάβες, ο δεσμός αυτός συνέχισε, με τον Νικολάς Μαδούρο και την κουβανική ηγεσία να επενδύουν συστηματικά στην αλληλοστήριξη των δύο καθεστώτων.
Η στρατηγική συμμαχία δύο «επαναστάσεων»
Από την πρώτη συνάντηση του Χούγκο Τσάβες με τον Φιντέλ Κάστρο στην Αβάνα, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, η πορεία των δύο χωρών ακολούθησε μια συντονισμένη τροχιά. Αντάλλαγες ιατρικού και εκπαιδευτικού προσωπικού, σταθερή πολιτική υποστήριξη σε διεθνή φόρα, αλλά κυρίως πετρέλαιο έναντι τεχνογνωσίας και ασφάλειας, αποτέλεσαν τον πυρήνα της σχέσης.
Ο Νικολάς Μαδούρο υπήρξε σχεδόν «παιδί» της κουβανικής επανάστασης: σπούδασε στην Κούβα, διατηρούσε στενές σχέσεις με την εκεί ηγεσία και παρουσιάστηκε ως ο νόμιμος συνεχιστής της «μπολιβαριανής διαδικασίας» που ξεκίνησε ο Τσάβες. Στο εσωτερικό της Βενεζουέλας, Κουβανοί αξιωματούχοι κατείχαν καίριες θέσεις στις υπηρεσίες ασφαλείας, ενώ ταυτόχρονα χιλιάδες Κουβανοί γιατροί και υγειονομικοί εργάζονταν στα βενεζουελάνικα νοσοκομεία, ως μέρος μιας μεγάλης συμφωνίας πολιτικής και ενεργειακής ανταλλαγής.
Τους τελευταίους μήνες πριν από την απαγωγή του Μαδούρο, η Βενεζουέλα προμήθευε περίπου 35.000 βαρέλια πετρελαίου ημερησίως στην Κούβα, σε εξαιρετικά ευνοϊκή τιμή. Το πετρέλαιο αυτό δεν ήταν απλώς ένας ακόμα πόρος· αποτελούσε τη ραχοκοκαλιά του κουβανικού ενεργειακού ισοζυγίου, φτάνοντας –σύμφωνα με ειδικούς– να καλύπτει έως και το 70% των συνολικών εισαγωγών πετρελαίου της χώρας. Το υπόλοιπο προερχόταν από το Μεξικό και τη Ρωσία, όμως καμία από αυτές τις πηγές δεν μπορούσε να υποκαταστήσει πλήρως την «πολιτική» παροχή της Βενεζουέλας.
Η σκιά ενός πιθανού πετρελαϊκού εμπάργκο
Μετά την επιχείρηση των ΗΠΑ στο Καράκας και τις δηλώσεις της κυβέρνησης Τραμπ, στην Αβάνα επικράτησε διάχυτος φόβος ότι η Κούβα μπορεί να είναι ο επόμενος στόχος. Η σκλήρυνση της αμερικανικής ρητορικής, σε συνδυασμό με τις αναφορές σε πιθανό αποκλεισμό ή εμπάργκο πετρελαίου, έχει πυροδοτήσει σενάρια για μια νέα περίοδο ασφυκτικής πίεσης.
Ένα ναυτικό εμπάργκο στις μεταφορές πετρελαίου από τη Βενεζουέλα θα επέφερε άμεσο πλήγμα στην κουβανική οικονομία. Η Κούβα θα μπορούσε θεωρητικά να αναζητήσει νέους προμηθευτές – τη Ρωσία, το Ιράν ή ορισμένες αραβικές χώρες. Ωστόσο, κάθε κράτος που θα επέλεγε να καλύψει το κενό θα βρισκόταν αντιμέτωπο με αμερικανικές κυρώσεις ή άλλα αντίποινα. Έτσι, οι εναλλακτικές προμήθειες δεν είναι απλώς τεχνικά δύσκολες· είναι γεωπολιτικά ριψοκίνδυνες.
Την ίδια στιγμή, οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονται αποφασισμένες να αξιοποιήσουν το «παράθυρο ευκαιρίας» που δημιουργεί η ανατροπή στη Βενεζουέλα. Από την εποχή της Κουβανικής Επανάστασης το 1959, η Ουάσιγκτον δεν έκρυψε ποτέ την επιθυμία της για αλλαγή καθεστώτος στην Αβάνα. Για την κυβέρνηση Τραμπ, η κατάρρευση του βασικού συμμάχου της Κούβας στη Λατινική Αμερική μοιάζει να επιταχύνει αυτή την ατζέντα.
Μια οικονομία ήδη σε βαθειά κρίση
Το πλήγμα έρχεται σε μια στιγμή που η Κούβα βρίσκεται ήδη στη μεγαλύτερη οικονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών. Η οικονομία έχει συρρικνωθεί τα τελευταία χρόνια, με τη μείωση του ΑΕΠ να συνοδεύεται από εκρηκτικό πληθωρισμό, ελλείψεις βασικών αγαθών και επαναλαμβανόμενες διακοπές στην παροχή καυσίμων και ηλεκτρικής ενέργειας.
Οι ελλείψεις τροφίμων και φαρμάκων έχουν γίνει μέρος της καθημερινότητας, με μεγάλες ουρές στα καταστήματα και στα φαρμακεία της Αβάνας και των μεγάλων πόλεων. Η κυβέρνηση είχε επενδύσει σχεδόν μονομερώς στον τουρισμό ως ατμομηχανή ανάπτυξης, θεωρώντας ότι οι αφίξεις και οι εισπράξεις συναλλάγματος θα κάλυπταν τα κενά άλλων κλάδων. Όμως οι πολιτικές αναταράξεις, η αβεβαιότητα και οι διεθνείς κρίσεις κατέστησαν τον τουρισμό εξαιρετικά ευάλωτο, αφήνοντας την οικονομία εκτεθειμένη και μονομερή.
Σε αυτό το ήδη δυσμενές σκηνικό, η απώλεια του φθηνού βενεζουελάνικου πετρελαίου θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια νέα φάση λιτότητας, με ακόμα πιο έντονες διακοπές ρεύματος, μεγαλύτερες ελλείψεις καυσίμων και αύξηση του κόστους μεταφορών και παραγωγής. Οι συνθήκες διαβίωσης θα επιδεινωθούν, προειδοποιούν οικονομικοί αναλυτές, όμως αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως κοινωνική έκρηξη.
Θα βγουν οι Κουβανοί στους δρόμους;
Παρά την ασφυκτική οικονομική συγκυρία, ειδικοί εκτιμούν ότι η κοινωνική αναταραχή στην Κούβα δεν είναι δεδομένη. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι οι Κουβανοί έχουν υπομείνει δύσκολες περιόδους, όπως τη «δεκαετία της ειδικής περιόδου» μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, χωρίς μαζικές εξεγέρσεις που να οδηγούν σε ανατροπή.
Οι λόγοι είναι πολλοί. Η ισχυρή κρατική επιτήρηση, το συγκεντρωτικό πολιτικό σύστημα και ο φόβος για το άγνωστο μετά την ενδεχόμενη κατάρρευση λειτουργούν ως παράγοντες συγκράτησης. Η ελίτ του καθεστώτος διατηρεί υψηλό επίπεδο συνοχής, με το επιχείρημα ότι μια βίαιη ανατροπή θα μπορούσε να οδηγήσει σε χάος, διώξεις και επικίνδυνη αστάθεια.
Η στρατιωτική επιχείρηση εναντίον του Μαδούρο, μάλιστα, ενδέχεται να έχει το αντίθετο από το αναμενόμενο αποτέλεσμα: αντί να εμπνεύσει διαμαρτυρίες, μπορεί να ενισχύσει το αίσθημα ανασφάλειας στους απλούς πολίτες. Όταν κυριαρχεί η αντίληψη ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται από στρατούς και κυβερνήσεις πίσω από κλειστές πόρτες, χωρίς χώρο για λαϊκή παρέμβαση, τότε ο κόσμος επιλέγει να προστατευτεί, όχι να συγκρουστεί.
Σενάρια για την επόμενη ημέρα
Στο τραπέζι βρίσκεται και το σενάριο ενός πλήρους ναυτικού αποκλεισμού της Κούβας. Ο κουβανικός στρατός, σύμφωνα με πληροφορίες, έχει προετοιμαστεί για μια τέτοια εξέλιξη εδώ και χρόνια, ωστόσο οι επιπτώσεις στην καθημερινή ζωή θα ήταν δραματικές. Παρά ταύτα, αναλυτές επιμένουν ότι ακόμα και ένας αποκλεισμός δεν θα οδηγούσε αυτομάτως σε μαζικές εξεγέρσεις.
Για να μετατραπεί η δυσαρέσκεια σε συλλογική δράση απαιτείται κάτι περισσότερο από κακουχίες: χρειάζεται η πεποίθηση ότι η διαμαρτυρία μπορεί να αποδώσει απτά αποτελέσματα. Στην Κούβα, όπου το κράτος ελέγχει σε μεγάλο βαθμό τον δημόσιο χώρο και τα μέσα έκφρασης, αυτή η πεποίθηση παραμένει περιορισμένη.
Ταυτόχρονα, η ανώτατη ηγεσία της Αβάνας παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στη Βενεζουέλα μετά την απομάκρυνση Μαδούρο. Το ερώτημα δεν είναι μόνο πώς θα κινηθεί η νέα βενεζουελάνικη ηγεσία έναντι της Κούβας, αλλά και τι μήνυμα στέλνει η τύχη του Μαδούρο στις κυβερνητικές ελίτ του νησιού. Η προοπτική δίωξης, τιμωρίας ή ακόμα και βίαιης εκδίκησης λειτουργεί ως ισχυρό κίνητρο συσπείρωσης γύρω από το υπάρχον καθεστώς.
Η γεωπολιτική σκακιέρα και ο ρόλος των ΗΠΑ
Για την Ουάσιγκτον, η αποδυνάμωση της Βενεζουέλας και η πίεση προς την Κούβα εντάσσονται σε ένα ευρύτερο στρατηγικό σχέδιο για την επαναδιαμόρφωση της ισορροπίας δυνάμεων στη Λατινική Αμερική. Η περιοχή, παραδοσιακά πεδίο επιρροής των ΗΠΑ, είχε τα τελευταία χρόνια στραφεί προς κυβερνήσεις που αμφισβητούσαν ανοιχτά την αμερικανική ηγεμονία. Μετά τις ανατροπές, η Ουάσιγκτον φαίνεται να επιχειρεί να «κλείσει λογαριασμούς» που παραμένουν ανοιχτοί από τον Ψυχρό Πόλεμο.
Οι δηλώσεις Αμερικανών αξιωματούχων δείχνουν ότι η Κούβα βρίσκεται στο μικροσκόπιο. Η προσπάθεια απομόνωσης ή υπονόμευσης του καθεστώτος δεν είναι νέα, ωστόσο τώρα συνδυάζεται με μια σπάνια συγκυρία: την απώλεια του σημαντικότερου συμμάχου της και τη βαθιά οικονομική κρίση στο εσωτερικό.
Ένα έθνος σε αναμονή
Στους δρόμους της Αβάνας, της Σαντιάγο και των μικρότερων πόλεων, κυριαρχεί ένα μείγμα ανησυχίας και καρτερίας. Οι πολίτες γνωρίζουν ότι έρχονται δυσκολότερες μέρες, με μεγαλύτερες ελλείψεις και νέους περιορισμούς. Ταυτόχρονα, δεν φαίνεται να υπάρχουν οργανωμένα κανάλια για την έκφραση της δυσαρέσκειας ή για μια δομημένη πολιτική εναλλακτική.
Η Κούβα βρίσκεται σήμερα σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι: ανάμεσα στην επιβίωση ενός καθεστώτος που αντλεί τη νομιμοποίησή του από την επανάσταση του 1959 και στις πιέσεις μιας διεθνούς πραγματικότητας που αλλάζει γρήγορα. Η απαγωγή του Μαδούρο δεν ήταν μόνο ένα επεισόδιο στη βενεζουελάνικη πολιτική σκηνή· ήταν η σπίθα που έφερε στην επιφάνεια τις αδυναμίες ενός συστήματος εξαρτημένου από εξωτερικούς συμμάχους και φθηνές ενεργειακές ροές.
Το ερώτημα που μένει αναπάντητο είναι αν η Κούβα θα κατορθώσει να προσαρμοστεί σε έναν κόσμο χωρίς το βενεζουελάνικο «δίχτυ ασφαλείας» ή αν οι πιέσεις θα οδηγήσουν σε βαθύτερες πολιτικές και κοινωνικές αναταράξεις. Προς το παρόν, η ηγεσία δείχνει συνοχή, ο στρατός παραμένει πιστός και οι πολίτες επιλέγουν την υπομονή. Όμως, καθώς τα αποθέματα λιγοστεύουν και τα εμπάργκο πολλαπλασιάζονται, το νησί της Καραϊβικής ίσως χρειαστεί να δώσει τη μεγαλύτερη μάχη του από το 1959: τη μάχη για την ίδια του την αντοχή.






