Η ανοιχτή απειλή του Ντόναλντ Τραμπ για χρήση του αμερικανικού στρατού με στόχο την κατάληψη της Γροιλανδίας έχει μετατρέψει ένα μέχρι πρότινος αδιανόητο σενάριο σε αντικείμενο σοβαρών, έστω και άκρως διακριτικών, ευρωπαϊκών συζητήσεων.
Όπως αποκαλύπτει το Politico, σε διπλωματικά γραφεία και στρατιωτικά επιτελεία ανά την Ευρώπη τίθεται πλέον το ερώτημα όχι μόνο πώς να αποτραπεί μια τέτοια εξέλιξη, αλλά και πώς θα μπορούσε η Ευρώπη να απαντήσει αν ο Αμερικανός πρόεδρος προχωρήσει σε ρήξη.
Μια άμεση στρατιωτική σύγκρουση ΗΠΑ–Ευρώπης θεωρείται από όλους σχεδόν τους συνομιλητές εξαιρετικά απίθανη και, αν συνέβαινε, πιθανότατα εξαιρετικά σύντομη. Ωστόσο, η ισχύς δεν περιορίζεται στα όπλα. Και αυτό ακριβώς εξετάζουν οι Ευρωπαίοι: ποια εργαλεία πίεσης διαθέτουν απέναντι στην Ουάσινγκτον.
Το ευρωπαϊκό πλεονέκτημα: βάσεις, εφοδιασμός και πληροφορίες
Κεντρικό στοιχείο αυτών των συζητήσεων είναι το εκτεταμένο δίκτυο ευρωπαϊκών στρατιωτικών υποδομών που χρησιμοποιούν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Από βάσεις-κλειδιά όπως το Ράμσταϊν έως ναυτικές και αεροπορικές διευκολύνσεις, η Ευρώπη λειτουργεί ως η βασική πλατφόρμα προβολής της αμερικανικής ισχύος προς τη Μέση Ανατολή και την Αφρική.
Το ερώτημα που τίθεται, έστω και χαμηλόφωνα, είναι απλό και εκρηκτικό: γιατί οι ΗΠΑ να συνεχίσουν να απολαμβάνουν αυτή την πρόσβαση, εάν επιχειρήσουν να καταλάβουν έδαφος κυρίαρχου κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ, όπως η Δανία; Η απάντηση δεν διατυπώνεται δημόσια, ακριβώς επειδή αγγίζει τα όρια ενός ταμπού εντός της Συμμαχίας.
Η οικονομική διάσταση της πίεσης
Πέρα από το στρατιωτικό σκέλος, οι ΗΠΑ εξαρτώνται από την Ευρώπη και ως βασικό οικονομικό και εμπορικό εταίρο. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δαπανούν δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως για την αγορά αμερικανικών οπλικών συστημάτων. Μόνο το 2024 εγκρίθηκαν πιθανές διακρατικές συμβάσεις ύψους 76 δισ. δολαρίων, ποσό που αντιστοιχεί σε πάνω από το μισό των παγκόσμιων εξαγωγών όπλων των ΗΠΑ.
Η ιδέα μιας συντονισμένης στροφής προς ευρωπαϊκές ή εναλλακτικές αγορές συζητείται ως θεωρητικό εργαλείο πίεσης. Ωστόσο, αρκετοί αξιωματούχοι προειδοποιούν ότι μια τέτοια κίνηση θα είχε κόστος και για την ίδια την ευρωπαϊκή άμυνα, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.
Μακρόν και «άνευ προηγουμένου επιπτώσεις»
Η πιο σαφής, αν και προσεκτικά διατυπωμένη, πολιτική προειδοποίηση ήρθε από τον Εμανουέλ Μακρόν. Ο Γάλλος πρόεδρος δήλωσε ότι η Γαλλία δεν υποτιμά τις δηλώσεις για τη Γροιλανδία και ότι οποιαδήποτε προσβολή της κυριαρχίας ευρωπαϊκού και συμμαχικού κράτους θα είχε «άνευ προηγουμένου επιπτώσεις».
Η φράση αυτή ερμηνεύθηκε ευρέως ως έμμεση προειδοποίηση προς την Ουάσινγκτον, χωρίς όμως να συνοδεύεται από συγκεκριμένες απειλές. Γάλλοι αξιωματούχοι επιμένουν ότι το θέμα χειρίζεται με απόλυτη προσοχή, ακριβώς λόγω της ευθραυστότητας των ισορροπιών.
Διπλωματία, καθυστερήσεις και σενάρια κλιμάκωσης
Την ίδια ώρα, η Δανία και η Γροιλανδία επιχειρούν να κερδίσουν χρόνο. Οι συνομιλίες στην Ουάσινγκτον με τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς και τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δεν κατέληξαν σε συμφωνία. Ο Δανός ΥΠΕΞ Λαρς Λέκε Ράσμουσεν παραδέχθηκε ανοιχτά ότι η «θεμελιώδης διαφωνία» παραμένει, καθώς ο Τραμπ εξακολουθεί να επιθυμεί την κατάκτηση του νησιού.
Στο παρασκήνιο, Ευρωπαίοι διπλωμάτες εξετάζουν μια κλιμακωτή εργαλειοθήκη: τακτικές καθυστέρησης, άσκηση πίεσης στο Κογκρέσο, ενίσχυση της συμμαχικής παρουσίας στη Γροιλανδία, ακόμη και επικοινωνιακές καμπάνιες στις ΗΠΑ. Οι πιο ριζοσπαστικές προτάσεις, όπως η ανάκτηση ελέγχου αμερικανικών βάσεων, παραμένουν θεωρητικές αλλά υπαρκτές.
Το δίκοπο μαχαίρι του ΝΑΤΟ
Εντός του ΝΑΤΟ, η ιδέα της «τιμωρίας» των ΗΠΑ θεωρείται εξαιρετικά επικίνδυνη. Όπως επισημαίνουν διπλωμάτες της Συμμαχίας, η χρήση βάσεων ως διαπραγματευτικών χαρτιών θα προκαλούσε αμοιβαία ζημιά: η Ευρώπη θα αποδυνάμωνε τις εγγυήσεις ασφαλείας της, ενώ οι ΗΠΑ θα έχαναν την πιο κρίσιμη επιχειρησιακή τους πλατφόρμα.
Ο πρώην διοικητής των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη, Μπεν Χότζες, υπογραμμίζει ότι οι ευρωπαϊκές βάσεις είναι απαραίτητες για την παγκόσμια στρατηγική εμβέλεια των ΗΠΑ. Παράλληλα, σημειώνει ότι μια ρήξη θα κόστιζε στην Ουάσινγκτον έως και το ήμισυ των δυνατοτήτων ανταλλαγής πληροφοριών της.
Ο παράγοντας Ουκρανία και ο φόβος της ρήξης
Παρά τον συναγερμό για τη Γροιλανδία, πολλοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι αναγνωρίζουν ότι η κορυφαία προτεραιότητα ασφαλείας παραμένει η Ουκρανία. Χωρίς τις αμερικανικές εγγυήσεις, η αποτροπή μιας νέας ρωσικής επίθεσης θεωρείται ανέφικτη. Για τον λόγο αυτό, αρκετές κυβερνήσεις εκτιμούν ότι ο κατευνασμός του Τραμπ, όσο δυσάρεστος κι αν είναι, υπερισχύει προς το παρόν.
Άλλοι, αντίθετα, υποστηρίζουν ότι η διατλαντική σχέση έχει ήδη εισέλθει σε φάση δομικής αλλαγής. Όπως το συνοψίζει Ευρωπαίος αξιωματούχος, «η σχέση αλλάζει και δεν γυρίζουμε πίσω». Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν η Ευρώπη θα χρειαστεί να σταθεί πιο αυτόνομα, αλλά πότε και με ποιο κόστος.







