Στις 20 Ιανουαρίου 1934, η ναζιστική Γερμανία θεσμοθέτησε το διάταγμα για τη «ρύθμιση της εθνικής εργασίας», ένα κομβικό νομοθέτημα που μετέτρεψε τις εργασιακές σχέσεις σε μηχανισμό απόλυτης πειθαρχίας.
Στον πυρήνα του βρισκόταν η εισαγωγή της λεγόμενης «αρχής του Φύρερ» (Führerprinzip) στον χώρο εργασίας: ο εργοδότης αναγνωριζόταν ως ο αδιαμφισβήτητος «φύρερ» της επιχείρησης, με πλήρη εξουσία στη λήψη αποφάσεων, ενώ οι εργαζόμενοι όφειλαν πίστη και υπακοή.
Ο εργοδότης ως απόλυτος άρχων και οι εργάτες ως «στρατιώτες της εργασίας»
Το νέο μοντέλο εργασιακής οργάνωσης δεν άφηνε περιθώρια διαπραγμάτευσης. Οι εργάτες και οι υπάλληλοι δεν αντιμετωπίζονταν πλέον ως συλλογικά υποκείμενα με δικαιώματα, αλλά ως πειθαρχημένοι κρίκοι μιας εθνικής παραγωγικής αλυσίδας. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του Ρόμπερτ Λάι, επικεφαλής του Γερμανικού Μετώπου Εργασίας – ενός κρατικού οργανισμού που δημιουργήθηκε μετά την απαγόρευση όλων των συνδικάτων. Μιλώντας σε συγκέντρωση εργατών της Siemens στο Βερολίνο, ανάμεσά τους και εργάτες σε καθεστώς δουλείας, ο Λάι διακήρυξε ότι «είμαστε όλοι στρατιώτες της εργασίας», όπου άλλοι διατάζουν και οι υπόλοιποι υπακούν.
Η μεταφορά ήταν σαφής: δεν μπορούσαν όλοι να βρίσκονται «στη γέφυρα του καπετάνιου». Η υπακοή και η ευθύνη, όπως τις όριζε το καθεστώς, έπρεπε να επανέλθουν ως θεμελιώδεις αξίες της εργασιακής ζωής.
Η «λήξη της ταξικής πάλης» και η βίαιη σιωπή των εργατών
Το 1935, ο Λάι έφτασε στο σημείο να διακηρύξει ότι η Γερμανία ήταν η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που «τερμάτισε την ταξική πάλη». Στην πραγματικότητα, η ταξική σύγκρουση δεν εξαφανίστηκε μέσω κοινωνικής δικαιοσύνης ή αναδιανομής, αλλά μέσω της ποινικοποίησης κάθε μορφής εργατικής διεκδίκησης. Με την κατάργηση των ελεύθερων συνδικάτων ήδη από το 1933, οι εργαζόμενοι έχασαν το δικαίωμα της συλλογικής διαπραγμάτευσης και της απεργίας. Το Γερμανικό Μέτωπο Εργασίας δεν λειτουργούσε ως συνδικάτο, αλλά ως όργανο κρατικού ελέγχου, διασφαλίζοντας τη λεγόμενη «βιομηχανική ειρήνη» προς όφελος της παραγωγής και του καθεστώτος.
Οι αριθμοί πίσω από την «εθνική ενότητα»
Τα οικονομικά στοιχεία της περιόδου 1932-1938 αποκαλύπτουν μια βαθιά και συνειδητή αναδιάρθρωση της γερμανικής οικονομίας. Το μερίδιο του εθνικού εισοδήματος που κατέληγε στους εργαζόμενους μειώθηκε από 56,9% το 1932 στο 53,6% το 1938. Την ίδια στιγμή, το μερίδιο των μεγάλων επιχειρήσεων εκτοξεύθηκε από το 17,4% στο 26,6%. Δεν πρόκειται για απλές στατιστικές μεταβολές, αλλά για το αποτέλεσμα μιας πολιτικής μεταφοράς πλούτου από την εργατική τάξη προς την κεφαλαιοκρατική ελίτ.
Παρά τη μείωση της ανεργίας – κυρίως λόγω του επανεξοπλισμού και των μεγάλων δημόσιων έργων – οι μισθοί παρέμειναν καθηλωμένοι στα επίπεδα του 1933. Οι εργάτες δούλευαν περισσότερες ώρες και με μεγαλύτερη ένταση, όμως το πλεόνασμα που παρήγαγαν δεν επέστρεφε σε αυτούς. Κατευθυνόταν στα κέρδη των επιχειρήσεων και στη χρηματοδότηση του στρατιωτικού-βιομηχανικού συμπλέγματος.
Big Business, επανεξοπλισμός και καταναγκαστική εργασία
Η θεαματική αύξηση των κερδών των μεγάλων βιομηχανιών συνδέθηκε άμεσα με το πρόγραμμα επανεξοπλισμού του Τρίτου Ράιχ. Κολοσσοί όπως η Krupp, η IG Farben και η Siemens επωφελήθηκαν από τεράστια κρατικά συμβόλαια. Παράλληλα, η χρήση εργατών σε καθεστώς δουλείας – σκλάβων εργατών από κατεχόμενες χώρες και στρατόπεδα – μείωσε δραστικά το κόστος παραγωγής, εκτινάσσοντας τα περιθώρια κέρδους.
Η οικονομία του Τρίτου Ράιχ ως μηχανισμός αναδιανομής προς τα πάνω
Η οικονομική πολιτική της ναζιστικής Γερμανίας λειτούργησε, τελικά, ως ένας μηχανισμός βίαιης αναδιανομής εισοδήματος από τη βάση προς την κορυφή. Υπό το ιδεολογικό περίβλημα της «εθνικής ενότητας» και της «λήξης της ταξικής πάλης», οι εργάτες υποτάχθηκαν σε ένα καθεστώς απόλυτης πειθαρχίας, ενώ η επιχειρηματική ελίτ και το στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα αποτέλεσαν τους μεγάλους ωφελημένους.
Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα, καταστάσεις ή οικονομικά μοντέλα της εποχής μας είναι, φυσικά, εντελώς συμπτωματική.


