Ο Ντόναλντ Τραμπ θέλει να συστήσει ένα «Συμβούλιο Ειρήνης», το οποίο θα ελέγχεται από εκείνον, προκειμένου να επιλύει συγκρούσεις σε όλο τον κόσμο, ανταγωνιζόμενο τον ΟΗΕ, οι μόνιμες θέσεις στο οποίο θα κοστίζουν ένα δισεκατομμύριο ευρώ, σύμφωνα με το επίσημο έγγραφο που περιήλθε στην κατοχή του AFP.
Η πρόταση του Ντόναλντ Τραμπ για τη δημιουργία ενός «Συμβουλίου Ειρήνης», ελεγχόμενου από τον ίδιο και χρηματοδοτούμενου από κράτη που μπορούν να πληρώσουν έως και ένα δισεκατομμύριο ευρώ για μόνιμη παρουσία, δεν είναι απλώς μια ακόμη διπλωματική πρωτοβουλία. Συνιστά μια ευθεία αμφισβήτηση του ΟΗΕ, της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης και της ίδιας της έννοιας του πολυμερούς συστήματος. Είναι ένα σχέδιο ρεαλιστικής διαχείρισης συγκρούσεων ή μια απόπειρα ιδιωτικοποίησης της παγκόσμιας ειρήνης;
Τι ακριβώς είναι το «Συμβούλιο Ειρήνης»;
Το Συμβούλιο Ειρήνης, όπως περιγράφεται στο προσχέδιο της οκτασέλιδης Χάρτας που περιήλθε στην κατοχή του AFP, προβάλλεται ως ένας νέος διεθνής οργανισμός με αποστολή την επίλυση συγκρούσεων και την αποκατάσταση της «νόμιμης διακυβέρνησης» σε περιοχές κρίσης. Η ανακοίνωσή του εντάχθηκε στο πλαίσιο της συμφωνίας για τον τερματισμό του πολέμου στη Λωρίδα της Γάζας, ωστόσο το περιεχόμενο της Χάρτας δείχνει ξεκάθαρα ότι η φιλοδοξία του υπερβαίνει κατά πολύ τη συγκεκριμένη σύγκρουση.
Δεν πρόκειται για έναν ad hoc μηχανισμό διαμεσολάβησης, αλλά για έναν μόνιμο θεσμό με παγκόσμια εμβέλεια. Η ρητορική του κειμένου είναι αποκαλυπτική: μιλά για την ανάγκη υπέρβασης «θεσμών που έχουν αποτύχει», χωρίς να κατονομάζει, αλλά δείχνοντας σαφώς τον ΟΗΕ. Το Συμβούλιο Ειρήνης εμφανίζεται ως μια πιο «ευέλικτη», «αποτελεσματική» και λιγότερο γραφειοκρατική εναλλακτική, απαλλαγμένη –κατά τους συντάκτες– από τις αγκυλώσεις του διεθνούς δικαίου όπως αυτό εφαρμόστηκε τις τελευταίες δεκαετίες.
Γιατί ο Τραμπ επιλέγει τη σύγκρουση με τον ΟΗΕ;
Η αντιπαράθεση του Ντόναλντ Τραμπ με τον ΟΗΕ δεν είναι καινούργια. Από την πρώτη του θητεία, είχε χαρακτηρίσει τον οργανισμό «αναποτελεσματικό», «άδικο» για τις ΗΠΑ και υπερβολικά δαπανηρό. Η λογική του «America First» δεν ήταν ποτέ συμβατή με έναν θεσμό που βασίζεται στη συναίνεση, στις ισορροπίες και στη θεσμική ισότητα, έστω και τυπική, μεταξύ κρατών.
Το Συμβούλιο Ειρήνης έρχεται να ενσωματώσει τη βασική τραμπική αντίληψη περί διεθνών σχέσεων: συναλλακτική διπλωματία, προσωποκεντρική ηγεσία και άμεση σύνδεση ισχύος και χρήματος. Εκεί όπου ο ΟΗΕ λειτουργεί με κανόνες, διαδικασίες και συχνά αργές αποφάσεις, το νέο Συμβούλιο υπόσχεται ταχύτητα και αποφασιστικότητα, με αντάλλαγμα την αποδοχή της ηγεμονίας ενός προσώπου.
Οι επικριτές του σχεδίου υποστηρίζουν ότι δεν πρόκειται για μεταρρύθμιση του διεθνούς συστήματος, αλλά για απόπειρα υποκατάστασής του από έναν μηχανισμό πολιτικής επιρροής των ΗΠΑ και προσωπικά του Τραμπ. Οι υποστηρικτές, αντίθετα, βλέπουν μια ευκαιρία να ξεπεραστούν τα αδιέξοδα που προκαλούν τα βέτο, οι γεωπολιτικές ισορροπίες και η αδυναμία επιβολής αποφάσεων.
Πόσο πανίσχυρος είναι ο ρόλος του προέδρου;
Η Χάρτα δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών. Ο Ντόναλντ Τραμπ ορίζεται ως ο πρώτος πρόεδρος του Συμβουλίου Ειρήνης με εξουσίες που θυμίζουν περισσότερο εκτελεστικό διευθύνοντα σύμβουλο παρά επικεφαλής διεθνούς οργανισμού. Μόνο εκείνος έχει την αρμοδιότητα να προσκαλεί κράτη-μέλη και να ανακαλεί τη συμμετοχή τους. Θεωρητικά υπάρχει μηχανισμός ανάσχεσης: απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων για να αποτραπεί μια απόφαση αποβολής. Στην πράξη, όμως, η ισορροπία ισχύος παραμένει συντριπτικά υπέρ του προέδρου.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η πρόβλεψη για τη διάρκεια της θητείας του. Η προεδρία είναι ουσιαστικά ισόβια, με δυνατότητα ορισμού διαδόχου κατά βούληση. Η απομάκρυνσή του μπορεί να γίνει μόνο αν παραιτηθεί ή αν κριθεί «ανίκανος» από το εκτελεστικό συμβούλιο, το οποίο, ωστόσο, συγκροτεί ο ίδιος. Πρόκειται για μια δομή εξουσίας που ελάχιστα απέχει από προσωποπαγή οργανισμό.
Οι αποφάσεις λαμβάνονται με πλειοψηφία κρατών-μελών, αλλά απαιτούν την τελική έγκριση του προέδρου. Ουσιαστικά, ο Τραμπ διαθέτει δικαίωμα βέτο, ενώ ελέγχει και την ημερήσια διάταξη. Για τους επικριτές, αυτό αναιρεί κάθε έννοια συλλογικής διακυβέρνησης. Για τους υποστηρικτές, είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεται για να λαμβάνονται αποφάσεις χωρίς παραλυσία.
Τι σημαίνει το οικονομικό τίμημα του ενός δισεκατομμυρίου;
Η πρόβλεψη για καταβολή άνω του ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων από κράτη που επιθυμούν να εξασφαλίσουν μόνιμη παρουσία στο Συμβούλιο είναι ίσως το πιο αμφιλεγόμενο στοιχείο της Χάρτας. Το κείμενο ορίζει ότι η κανονική θητεία των μελών είναι τριετής και ανανεώσιμη από τον πρόεδρο. Όμως, όσα κράτη καταβάλουν το συγκεκριμένο ποσό απαλλάσσονται από αυτόν τον χρονικό περιορισμό.
Η διάταξη αυτή εισάγει ευθέως την οικονομική ισχύ ως κριτήριο θεσμικής επιρροής. Σε αντίθεση με τον ΟΗΕ, όπου η ανισότητα ισχύος εκφράζεται μέσω του Συμβουλίου Ασφαλείας και των βέτο, εδώ η ανισότητα θεσμοθετείται με όρους αγοράς. Οι επικριτές μιλούν για «pay-to-play διπλωματία» και για μετατροπή της ειρήνης σε εμπόρευμα.
Από την άλλη πλευρά, υποστηρικτές του σχεδίου επισημαίνουν ότι ο ΟΗΕ εξαρτάται επίσης από τη χρηματοδότηση ισχυρών κρατών, συχνά με καθυστερήσεις και εκβιασμούς. Κατά την άποψή τους, η διαφάνεια ενός σαφούς οικονομικού όρου είναι προτιμότερη από την υποκριτική επίκληση ισότητας που δεν αντανακλά την πραγματικότητα.
Ποιες χώρες προσκλήθηκαν και τι σηματοδοτεί αυτό;
Η λίστα των χωρών που έχουν λάβει πρόσκληση είναι ενδεικτική της φιλοδοξίας του εγχειρήματος. Παραδοσιακοί σύμμαχοι των ΗΠΑ, όπως η Γερμανία, η Γαλλία και ο Καναδάς, συνυπάρχουν με χώρες όπως η Ρωσία, η Τουρκία, η Ινδία και η Βραζιλία. Η πρόσκληση στον Βλαντίμιρ Πούτιν, την οποία επιβεβαίωσε ο ίδιος ο Τραμπ, έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς υπονομεύει ευθέως τη λογική της απομόνωσης της Μόσχας.
Οι αντιδράσεις είναι μικτές. Η Γαλλία δήλωσε ότι δεν μπορεί να δώσει συνέχεια σε αυτό το στάδιο, με τον Τραμπ να απαντά απειλώντας με δασμούς 200% στα γαλλικά κρασιά και τις σαμπάνιες. Η Γερμανία μιλά για ανάγκη συντονισμού με τους εταίρους της, ενώ άλλες χώρες τηρούν σιγή. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες που έλαβαν πρόσκληση, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει καταστήσει σαφή τη στάση της.
Η παρουσία του βασιλιά του Μαρόκου ως «ιδρυτικού μέλους» δείχνει ότι το Συμβούλιο δεν απευθύνεται μόνο σε δημοκρατίες, αλλά σε κράτη ανεξαρτήτως πολιτεύματος, εφόσον αποδέχονται το πλαίσιο. Αυτό ενισχύει την κριτική ότι πρόκειται για έναν οργανισμό που παρακάμπτει ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο όνομα της σταθερότητας.
Είναι πράγματι μια ρεαλιστική απάντηση στις σύγχρονες συγκρούσεις;
Ένα από τα βασικά επιχειρήματα υπέρ του Συμβουλίου Ειρήνης είναι ότι ο ΟΗΕ έχει αποτύχει να αποτρέψει ή να τερματίσει μεγάλες συγκρούσεις: από τη Συρία και την Ουκρανία μέχρι τη Γάζα. Οι υποστηρικτές του Τραμπ υποστηρίζουν ότι η πολυμέρεια, όπως εφαρμόστηκε, οδηγεί σε ακινησία, καθώς κάθε μεγάλη δύναμη μπλοκάρει αποφάσεις που θίγουν τα συμφέροντά της.
Σε αυτό το πλαίσιο, ένα πιο περιορισμένο σχήμα, με ισχυρή ηγεσία και χωρίς το βάρος του διεθνούς δικαίου, θα μπορούσε –θεωρητικά– να επιβάλει λύσεις. Όμως, η επιβολή δεν ταυτίζεται απαραίτητα με τη βιωσιμότητα. Οι επικριτές επισημαίνουν ότι ειρηνευτικές συμφωνίες που δεν βασίζονται σε ευρεία αποδοχή και νομιμοποίηση είναι πιθανό να καταρρεύσουν.
Επιπλέον, η σύνδεση της ειρήνης με την οικονομική συνεισφορά εγείρει ερωτήματα για το ποιες συγκρούσεις θα προτεραιοποιούνται. Θα παρεμβαίνει το Συμβούλιο εκεί όπου υπάρχουν στρατηγικά ή οικονομικά συμφέροντα των μελών του ή του ίδιου του προέδρου;
Τι διακυβεύεται για την Ευρώπη και την Ελλάδα;
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το Συμβούλιο Ειρήνης αποτελεί σοβαρό δίλημμα. Από τη μία πλευρά, η συμμετοχή θα μπορούσε να προσφέρει ρόλο σε μια νέα δομή ισχύος. Από την άλλη, θα υπονόμευε τον ΟΗΕ, στον οποίο η ΕΕ επενδύει πολιτικά και θεσμικά εδώ και δεκαετίες. Η πρόσκληση προς την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, χωρίς ακόμη απάντηση, δείχνει ότι ο Τραμπ επιδιώκει θεσμική νομιμοποίηση από τις Βρυξέλλες.
Για την Ελλάδα, το ζήτημα είναι ακόμη πιο σύνθετο. Η συμμετοχή θα μπορούσε να ενισχύσει τη διπλωματική της ορατότητα και να προσφέρει κανάλια επικοινωνίας σε μια περίοδο γεωπολιτικής αστάθειας. Ταυτόχρονα, όμως, θα την έφερνε αντιμέτωπη με εταίρους και με τη θεμελιώδη αρχή του σεβασμού του διεθνούς δικαίου, που αποτελεί σταθερό άξονα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
Πότε και πώς μπορεί να τεθεί σε ισχύ;
Σύμφωνα με τη Χάρτα, το Συμβούλιο Ειρήνης τίθεται σε ισχύ μόλις τρία κράτη υπογράψουν το καταστατικό. Η χαμηλή αυτή θεσμική προϋπόθεση δείχνει ότι ο Τραμπ δεν ενδιαφέρεται για ευρεία συναίνεση στην αρχική φάση. Αρκεί ένας πυρήνας πρόθυμων κρατών για να ξεκινήσει η λειτουργία, με την προσδοκία ότι η δυναμική θα προσελκύσει και άλλους.
Αυτό ακριβώς εντείνει τις ανησυχίες: ένας οργανισμός με παγκόσμιες φιλοδοξίες μπορεί να λειτουργήσει με ελάχιστη νομιμοποίηση, αλλά με τεράστια πολιτική επιρροή, εφόσον στηρίζεται από την ισχυρότερη χώρα του πλανήτη.
Πρόκειται για το μέλλον της παγκόσμιας διακυβέρνησης ή για μια παρένθεση;
Το Συμβούλιο Ειρήνης συμπυκνώνει όλες τις αντιφάσεις της εποχής: την κόπωση από την πολυμέρεια, την άνοδο του αυταρχικού ρεαλισμού, αλλά και την απελπισία μπροστά στην αδυναμία επίλυσης συγκρούσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι βρίσκει υποστηρικτές ακόμη και σε χώρες που μέχρι πρότινος υπερασπίζονταν τον ΟΗΕ.
Το αν θα αποτελέσει μια παρένθεση ή την απαρχή μιας νέας διεθνούς τάξης θα εξαρτηθεί από το πόσες χώρες θα δεχθούν να ανταλλάξουν θεσμική ισότητα με αποτελεσματικότητα – ή την υπόσχεσή της. Σε κάθε περίπτωση, το σχέδιο Τραμπ δεν είναι απλώς μια διπλωματική πρόταση. Είναι μια ανοιχτή πρόκληση προς το μεταπολεμικό σύστημα και μια δοκιμασία για το αν η ειρήνη μπορεί να διοικηθεί ως επιχείρηση.






