23 Ιαν 2026

Δείτε επίσης

Δημήτρης Τσίρκας / Η αλήθεια στην υπηρεσία διάσωσης του ψεύδους

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Ήταν όντως η ομιλία του Μαρκ Κάρνεϊ στο Νταβός παράδειγμα «στρατηγικής διαφάνειας» ή πρόκειται για επιλεκτική ειλικρίνεια που αναγνωρίζει τις αντιφάσεις και την υποκρισία της διεθνούς τάξης, όχι για να την ανατρέψει, αλλά για να τη σταθεροποιήσει.

Όπως αναλύει ο εξαιρετικός Δημήτρης Τσίρκας σε ανάρτησή του, ο Κάρνεϊ παραδέχεται ότι η «τάξη βασισμένη σε κανόνες» ήταν άνιση και εργαλειακή, καθώς και ότι ο Καναδάς ωφελήθηκε από αυτήν, όμως η παραδοχή αυτή λειτουργεί επικοινωνιακά ως μέσο ανανέωσης της νομιμοποίησης των δυτικών ελίτ μέσα σε μια βαθιά κρίση ηγεμονίας.

Κατά τον Δημήτρη Τσίρκα, η ειλικρίνεια του Κάρνεϊ δεν συνοδεύεται από πρόταση ριζικής αλλαγής, αλλά από μια προσπάθεια «αναπαλαίωσης» του καταρρέοντος συστήματος, με πρωταγωνιστικό ρόλο τις μεσαίες δυνάμεις. Οι λαϊκές τάξεις της Δύσης και ο Παγκόσμιος Νότος απουσιάζουν πλήρως από αυτή την αφήγηση, ενώ οι δομικές ανισότητες παραμένουν άθικτες. Η στρατηγική διαφάνεια μετατρέπεται έτσι σε εργαλείο ιδεολογικής ανοσοποίησης: η αλήθεια αξιοποιείται για να υποκαταστήσει το αίτημα της ανατροπής και να διατηρηθεί, με πιο κυνικούς όρους, το ίδιο άνισο καθεστώς εξουσίας.

Η αλήθεια στην υπηρεσία διάσωσης του ψεύδους

Η ομιλία του Μ. Κάρνεϊ στο Νταβός – που τόσο εντυπωσίασε – βασίζεται σε αυτό που στην επικοινωνία ονομάζεται «στρατηγική διαφάνεια».

Η στρατηγική διαφάνεια συνίσταται στην επιλεκτική ειλικρίνεια με στόχο την ανάκτηση του κύρους και της αξιοπιστίας του ομιλητή.

Τυπικά, ο πρωθυπουργός του Καναδά εμφανίζεται ωμά ειλικρινής.

Παραδέχεται ότι η περιβόητη διεθνής τάξη βασισμένη σε κανόνες ήταν ένα ψέμα – οι κανόνες επιβάλονταν μόνο στις πιο αδύναμες χώρες, η παραβίασή τους ήταν ανεκτή όταν «βόλευε», ενώ τα ισχυρά κράτη και οι σύμμαχοί τους, πρακτικά, εξαιρούνταν από αυτούς.

Αναγνωρίζει, επίσης, ότι ο Καναδάς συμμετείχε ένθερμα σε αυτή την παράσταση γιατί κέρδιζε υλικά και συμβολικά. Πλέον όμως δεν κερδίζει άρα δεν έχει λόγο να «ζει άλλο στο ψεύδος».

Αυτό είναι μεν ειλικρινές, αλλά δεν το λες ακριβώς και ηθικό.

Ο Κάρνεϊ ομολογεί ότι ζούμε, όχι τον μετασχηματισμό, αλλά τη ρήξη της διεθνούς τάξης. Μια οργανική κρίση, όπως θα την περιέγραφε ο Γκράμσι.

Η τελευταία είναι μια κρίση ηγεμονίας στην οποία οι υλικοί όροι συγκρούονται ευθέως με την ιδεολογική νομιμοποίησή τους και η κυρίαρχη τάξη δεν μπορεί να κυβερνήσει όπως πριν, αλλά ούτε οι υποτελείς τάξεις μπορούν να επιβάλλουν έναν νέο συσχετισμό εξουσίας.

Ο Κάρνεϊ αναγνωρίζει ευθέως αυτή την αδυναμία και αντιλαμβάνεται ότι η προσκόλληση σε μια τάξη που πλέον έχει καταρρεύσει, υπονομεύει αντί να ενισχύει την νομιμοποίηση του – «η νοσταλγία δεν είναι στρατηγική».

Στα λόγια του, η κυρίαρχη τάξη μοιάζει να συνειδητοποιεί τα όρια της ιδεολογίας της.

Η στρατηγική διαφάνεια είναι μια τεχνική επικοινωνίας και διακυβέρνησης σχεδιασμένη για να διαχειριστεί τη φθίνουσα νομιμοποίηση μιας εταιρείας ή χώρας.

Προϋποθέτει την αναγνώριση της πραγματικότητας, χωρίς, όμως, την εγκατάλειψη της ηθικής αυθεντίας. Το κάνει για να εξουδετερώσει προληπτικά την όποια κριτική και να περιορίσει τις προσδοκίες, για να διατηρήσει τον έλεγχο.

Ο πρωθυπουργός του Καναδά υποδύεται έναν «υπεύθυνο ρεαλισμό» εμφανίζοντας την ασυνέπεια (συμμετείχαμε σε μια υποκριτική διεθνή τάξη γιατί μας βόλευε) ως νεοφώτιστη ωριμότητα και πουλώντας τον οπορτουνισμό ως βιωματική σοφία, για να διατηρήσει την αξιοπιστία του σε έναν κόσμο που δεν μπορεί να λειτουργήσει όπως πριν.

Ωστόσο, παρότι αναγνωρίζει την ενδόρηξη της παλιάς τάξης, δεν προτείνει κάποια ριζική αλλαγή της, σε πιο δίκαιη κατεύθυνση, αλλά την αναπαλαίωση του καταρρέοντος ηγεμονικού μοντέλου με πρωταγωνιστή, όχι τις ΗΠΑ, πλέον, αλλά τις μεσαίες δυνάμεις, όπως ο Καναδάς.

Οι τελευταίες παραπέμπουν στα ενδιάμεσα κοινωνικά στρώματα, τα οποία, όπως ανέλυε ο Γκράμσι, δεν είναι αρκετά ισχυρά για να επιβάλλουν τη δική τους τάξη, αλλά ούτε και εντελώς ανίσχυρα μπροστά στην εξουσία των ισχυρών.

Είναι οι χώρες που κέρδιζαν περισσότερο από την παλιά τάξη, καθώς επωφελούνταν των πλεονεκτημάτων της, ως προνομιακά μέλη του δυτικού μπλοκ, χωρίς να επωμίζονται τα κόστη (πχ στρατιωτικές δαπάνες). Αλλά και αυτές που κινδυνεύουν να χάσουν τα περισσότερα από την κατάρρευση της.

Εξ ου και έχουν το μεγαλύτερο κίνητρο να παλέψουν για τη σταθεροποίηση της προκειμένου να αποφύγουν τη ριζική αναδιάρθρωσή της.

Από την ομιλία του Κάρνεϊ απουσίαζαν εντελώς οι λαϊκές τάξεις της Δύσης που επωμίστηκαν το κόστος της παγκοσμιοποίησης, μέσα από τη αποβιομηχανοποίηση και τη συμπίεση των μισθών.

Αλλά και ο λεγόμενος Παγκόσμιος Νότος που υποβιβάστηκε σε ζώνες φθηνής εργασίας και εξόρυξης πρώτων υλών.

Το νέο πιο «ευέλικτο», «ρεαλιστικό» και «συμμετοχικό» σχήμα διεθνούς τάξης που προτείνει, όχι μόνο δεν διορθώνει τις αδικίες σε βάρος τους, αλλά εξασφαλίζει ότι θα συνεχίσουν με την ίδια ή και μεγαλύτερη ένταση, με περισσότερες fast track συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου, εξορύξεις και χρηματοπιστωτικές φούσκες.

Όταν, επομένως, ο πρόεδρος του Καναδά λέει ότι «αν δεν είμαστε στο τραπέζι, είμαστε στο μενού», δεν εκφράζει τον ρεαλισμό του, αλλά την ηγεμονική αγωνία του.

Προδίδει τον φόβο του ότι θα μείνουν εκτός παιχνιδιού και θα αντιμετωπιστούν όπως οι τριτοκοσμικές χώρες. Όπως ήδη τους συμπεριφέρεται ο Τραμπ.

Εδώ ακριβώς έγκειται η υποκρισία του. Ο Χάβελ έγραφε να «ζούμε στην αλήθεια», από τη σκοπιά της διατάραξης της κυριαρχίας, της απονομιμοποίησης του συστήματος και διάνοιξης δυνατοτήτων για την ανατροπή του.

Ο Κάρνεϊ, αντιθέτως, το λέει για να σταθεροποιήσει το σύστημα, να ανανεώσει την αξιοπιστία των δυτικών ελίτ και να διαχειριστεί την κρίση χωρίς ουσιαστικές αλλαγές στο άνισο καθεστώς ιδιοκτησίας, εμπορίου και κυριαρχίας.

Ο στόχος του είναι διατηρήσει την ελεύθερη κίνηση του κεφαλαίου και την άνιση συσσώρευση, σε ένα πιο κυνικό καθεστώς όπου τα προσχήματα έχουν αφαιρεθεί και τα «δύο μέτρα και δύο σταθμά» έχουν γίνει ο κανόνας, στο όνομα του… ρεαλισμού.

Επιχειρεί με δυο λόγια, μια ιδιότυπη εκδοχή αυτού που ο Γκράμσι ονόμαζε «τρανσφορμισμό»:

Μια ηγεμονική τεχνολογία στην οποία οι ελίτ αναγνωρίζουν τις αντιθέσεις πριν αυτές γίνουν εκρηκτικές και ενσωματώνουν προκαταβολικά την κριτική στην αφήγησή τους, με στόχο να εμποδίσουν πιο ριζοσπαστικές εναλλακτικές και να επαναεπιβεβαιωσουν την κυριαρχία τους ως «ρεαλιστική», «ώριμη» και «υπεύθυνη».

Με δυο λόγια, ν’ αλλάξουμε κάτι, ώστε τα πράγματα να παραμείνουν ως έχουν.

Η ομιλία του Κάρνεϊ δεν ήταν γενναία- πόσο μάλλον, μετά-ιδεολογική – αλλά η επιτέλεση της φιλελεύθερης ιδεολογίας στον ύψιστο βαθμό αναστοχαστικότητας που αντέχει.

Ο πρόεδρος του Καναδά ομολογεί ότι το σύστημα είναι άδικο και υποκριτικό για να αντλήσει νομιμοποίηση από αυτή την παραδοχή, μετατρέποντας τη στρατηγική διαφάνεια σε εργαλείο ιδεολογικής ανοσοποίησης.

Η ειλικρίνειά του υποκαθιστά το αίτημα για ριζική αλλαγή. Επιλύει συμβολικά την κρίση αξιοπιστίας των ελίτ, αφήνοντας άθικτη τη δομική ανισότητα και αδικία της εθνικής και διεθνούς κυριαρχίας τους. Μετατρέπεται σε ύπουλη προπαγάνδα.

Όπως θα έλεγε ο Ντεμπόρ, στον αντεστραμμένο κόσμο του φιλελεύθερου κοσμοπολιτισμού, η αλήθεια δεν είναι παρά μια στιγμή του ψεύδους.

Ο Κάρνεϊ δεν μας καλεί να κατεβάσουμε την πινακίδα με το ψεύτικο σύνθημα για να ζήσουμε στην αλήθεια, όπως έγραφε ο Χάβελ, αλλά να αποδεχτούμε την αλήθεια ώστε να συνεχίσουμε να ζούμε στο ψέμα.

Δείτε επίσης

Δημήτρης Τσίρκας / Η αλήθεια στην υπηρεσία διάσωσης του ψεύδους | Anatropi News.gr