30 Ιαν 2026

Δείτε επίσης

Bloody Sunday: 30 Ιανουαρίου 1972

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Σαν σήμερα, στις 30 Ιανουαρίου 1972, η Ένωση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα της Βόρειας Ιρλανδίας διοργάνωσε στο Ντέρι (Λόντοντερι) μια μαζική πορεία με σαφή πολιτικά και κοινωνικά αιτήματα: την αποφυλάκιση των πολιτικών κρατουμένων και την αποχώρηση των βρετανικών στρατευμάτων από τη Βόρεια Ιρλανδία.

Πίσω από την κινητοποίηση βρίσκονταν φοιτητές, εργάτες και οργανώσεις που συγκρότησαν ένα κίνημα με ευρύτερη ατζέντα, ενάντια στους νόμους που επέβαλλαν διακρίσεις, υπέρ μιας δίκαιης στεγαστικής πολιτικής, της αναδιανομής της γης, της διάλυσης της Βασιλικής Προτεσταντικής Αστυνομίας και της κατάργησης του άρθρου πέντε, που προέβλεπε την κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης.

Η πορεία που διαλύθηκε — και η βία που δεν σταμάτησε

Όταν οι δυνάμεις καταστολής ανέκοψαν την πορεία, οι διοργανωτές κάλεσαν τον κόσμο να διαλυθεί. Το πλήθος πράγματι άρχισε να αποχωρεί. Εκείνη τη στιγμή, όμως, από τα οδοφράγματα της αστυνομίας εμφανίστηκαν οι Βρετανοί αλεξιπτωτιστές του τάγματος Para-1. Αντί για αποκλιμάκωση, ξεκίνησε μια επιχείρηση καταδίωξης: συλλήψεις χωρίς διάκριση, ξυλοδαρμοί και βάναυση μεταχείριση όποιου βρισκόταν μπροστά τους. Παράλληλα, τεθωρακισμένα οχήματα των ειδικών δυνάμεων εισέβαλαν από τρία διαφορετικά σημεία, αποβιβάζοντας στρατιώτες που πήραν θέσεις μάχης σε κατοικημένες περιοχές.

Οι πυροβολισμοί και το αίμα στην άσφαλτο

Οι πρώτες ριπές ακούστηκαν λίγο αργότερα. Ένας 17χρονος έπεσε νεκρός. Ακολούθησε καταιγισμός πυροβολισμών. Μέσα σε λίγα λεπτά, 13 άνθρωποι σκοτώθηκαν και 16 τραυματίστηκαν βαριά. Τα περισσότερα θύματα ήταν νέοι και παιδιά, ηλικίας 16 έως 25 ετών. Ήταν άοπλοι. Η άσφαλτος βάφτηκε κόκκινη και το Ντέρι πέρασε οριστικά από τη διαμαρτυρία στο τραύμα.

Μαρτυρίες και ευθύνες

Ο βουλευτής των Εργατικών Τζον Χιούμ, αυτόπτης μάρτυρας, κατήγγειλε ότι αλεξιπτωτιστές πυροβολούσαν πισώπλατα άοπλους εφήβους που έτρεχαν να σωθούν. Η μαρτυρία του δεν ήταν μεμονωμένη. Παρ’ όλα αυτά, για δεκαετίες, η επίσημη εκδοχή του βρετανικού κράτους επιχείρησε να μεταθέσει τις ευθύνες, μιλώντας για «απειλές» και «σύγχυση» στο πεδίο. Η σύγκρουση ανάμεσα στη βιωμένη εμπειρία των θυμάτων και στη θεσμική αφήγηση έγινε ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας.

Η καθυστερημένη συγγνώμη και η απονομή δικαιοσύνης που δεν ήρθε

Μόλις το 2010, 38 χρόνια μετά, ο πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον ζήτησε επίσημα συγγνώμη, αναγνωρίζοντας ότι οι νεκροί ήταν άοπλοι και ότι οι πυροβολισμοί ήταν «αδικαιολόγητοι και αδικαιολόγητοι». Η συγγνώμη, αν και ιστορικής σημασίας, δεν συνοδεύτηκε από ουσιαστική δικαιοσύνη. Το 2019 ανακοινώθηκε δίωξη για έναν και μόνο αλεξιπτωτιστή. Το 2021, η υπόθεση μπήκε στο αρχείο, «ελλείψει στοιχείων». Για τις οικογένειες των θυμάτων, αυτό δεν ήταν απλώς μια νομική εξέλιξη, αλλά μια δεύτερη ήττα.

Sunday Bloody Sunday: μνήμη, πολιτική και Ιστορία

Το Bloody Sunday δεν ήταν ένα «ατύχημα» μέσα στη δίνη των Troubles. Ήταν σημείο καμπής. Ριζοσπαστικοποίησε μια ολόκληρη γενιά, ενίσχυσε την υποστήριξη προς τον IRA και κατέδειξε τα όρια της βρετανικής στρατιωτικής παρουσίας ως δύναμης «ασφάλειας». Για κάποιους, παραμένει ένα τραγικό αλλά αναπόφευκτο επεισόδιο μιας εμφύλιας σύγκρουσης. Για άλλους, αποτελεί κρατικό έγκλημα με σαφή πολιτική ευθύνη. Και οι δύο αναγνώσεις συνυπάρχουν, αλλά δεν έχουν το ίδιο ηθικό βάρος.

Πενήντα τρία χρόνια μετά, το Sunday Bloody Sunday δεν ανήκει μόνο στην ιστορία της Βόρειας Ιρλανδίας. Ανήκει στη συλλογική μνήμη της Ευρώπης ως υπενθύμιση ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν παραβιάζονται μόνο από αυταρχικά καθεστώτα, αλλά και στο όνομα της «τάξης» και της «ασφάλειας». Και ότι χωρίς δικαιοσύνη, καμία συγγνώμη δεν είναι αρκετή.

Δείτε επίσης

Bloody Sunday: 30 Ιανουαρίου 1972 | Anatropi News.gr