Στο ΠΑΣΟΚ δεν πρέπει να μιλάμε πλέον για το “φαινόμενο της ακούνητης βελόνας” (ο όρος πιστώνεται στον Π. Γερουλάνο) αλλά για τον κίνδυνο της “σπασμένης βελόνας”. Η σύγκρουση του με τους συνυποψήφιους του στην τελευταία εσωκομματική εκλογή ηγεσίας (την οποία ξανά- κέρδισε αρκετά εύκολα) θεωρείται “πρόβα” για το ξεκαθάρισμα λογαριασμών στο συνέδριο στα τέλη Μαρτίου, όμως τι πραγματικά μπορεί να αλλάξει εκεί;
Παρότι εκκινούν από διαφορετικές αφετηρίες Χ. Δούκας και Π. Γερουλάνος είχαν δίκιο στην κριτική που άσκησαν στον Ν. Ανδρουλάκη: η στρατηγική να νικηθεί στις εκλογές η Ν.Δ “έστω και με μία ψήφο” φαίνεται να έχει αποτύχει.
Οι μετρήσεις είναι αμείλικτες: δημοσκοπικά το ΠΑΣΟΚ έχασε πέντε ποσοστιαίες μονάδες το 2025 και από τον Σεπτέμβριο και εντεύθεν έχει κολλήσει στην Εκτίμηση Ψήφου περίπου στο 13,5%, έως και δέκα έξι μονάδες πίσω από το κυβερνών κόμμα. Ο δε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης βρίσκεται τέταρτος ή και πέμπτος στην κατάταξη καταλληλότητας για πρωθυπουργός, πίσω από τον Μητσοτάκη, τον “Κανένα”, την Κωνσταντοπούλου και τον Βελόπουλο.
Ο Ανδρουλάκης έχει προφανείς ευθύνες γι’ αυτή την εικόνα, αλλά φταίει μόνο αυτός; Πόσο υπεύθυνοι είναι και οι άλλοι κορυφαίοι της πράσινης κομματικής γραφειοκρατίας, και, τελικά, μήπως φταίει το ίδιο το “προϊόν”;
Για παράδειγμα, η κριτική του Δούκα εστιάζεται στο ότι πρέπει να υπάρξει δεσμευτικό ψήφισμα στο συνέδριο πώς το ΠΑΣΟΚ δεν πρόκειται να συνεργαστεί κυβερνητικά με τη Ν.Δ κάτω από οποιαδήποτε πολιτική και εκλογική συνθήκη εκείνη την ώρα. Από την άλλη ο πρόεδρος του κόμματος δηλώνει διαρρήδην τον τελευταίο καιρό πώς δεν υπάρχει η παραμικρή προϋπόθεση συμπόρευσης με το “διεφθαρμένο σύστημα Μητσοτάκη”.
Γιατί δεν τον πιστεύει ο δήμαρχος Αθηναίων; Το θέμα φαίνεται πώς δεν αφορά, ούτε την πειθώ στον λόγο του Ανδρουλάκη, ούτε το έλλειμμα εμπιστοσύνης μεταξύ τους. Διότι κάτι ανάλογο λέει και ο Γερουλάνος: “καμμία συνεργασία με την συντήρηση, διότι δεν θα κάνει κακό μόνο στο ΠΑΣΟΚ, θα είναι καταστροφική για τη χώρα” (η αναφορά έγινε στην κοπή της πίτας του γραφείου του, παρόντος και του Γ. Παπανδρέου).
Κάποιοι εκ των κορυφαίων, όμως, όπως, για παράδειγμα, η Α. Διαμαντοπούλου δεν είναι τόσο κατηγορηματικοί και παραπέμπουν στις συνθήκες που θα δημιουργήσει το εκλογικό αποτέλεσμα. Ο πρωθυπουργός έχει φροντίσει να καλλιεργεί ήδη το δίλημμα περί του κινδύνου ακυβερνησίας σε “ταραγμένους καιρούς”, και αρκετοί πιστεύουν ότι αν η μισή καρδιά του κομματικού προσωπικού κοιτάζει (κεντρο)αριστερά η άλλη μισή καλοβλέπει την ανασύσταση της συγκυβέρνησης Σαμαρά- Βενιζέλου σε νέα εκδοχή.
Ίσως εκεί κρύβεται και η ουσία του προβλήματος. Όποιον κι αν ρωτήσεις θεωρεί από μέτρια έως πολύ πιθανό το ΠΑΣΟΚ να λυγίσει και να συνεργαστεί με τη Ν.Δ. Τώρα, όμως, που μπαίνει στο πολιτικό παιχνίδι ο Αλ. Τσίπρας με νέο κόμμα, μία τέτοια συγκυβέρνηση θα ισοδυναμούσε με το οριστικό σπάσιμο της βελόνας, δηλαδή την διάσπαση του ΠΑΣΟΚ.
Δεύτερο ή τρίτο;
Στην ανάλυση πρέπει να ληφθεί υπόψιν και η πιθανότητα να είναι δεύτερο αυτό το νέο κόμμα στις εκλογές και να αφήσει στην τρίτη θέση το ΠΑΣΟΚ. Κάποιοι, με τον περιρρέοντα αντισυστημισμό να φουντώνει (παράμετρος Καρυστιανού) δεν αποκλείουν τα πράγματα να είναι ακόμα χειρότερα.
Υπάρχει λύση; Κατ’ αρχάς, ελάχιστοι πιστεύουν ότι μπορεί να κουνηθεί η πασοκική βελόνα εάν αμφισβητούνταν σήμερα ξανά ο Ανδρουλάκης. Μάλλον θα ξανακέρδιζε την εσωκομματική εκλογή, το ΠΑΣΟΚ, δε, θα χλευαζόταν πανευρωπαϊκά για την τρίτη κατά σειρά αποτυχημένη δοκιμή να αλλάξει αρχηγό.
Ο Ανδρουλάκης, όμως, βρίσκεται σε έκδηλη αμηχανία. Τις προάλλες (από το Μαρούσι) απηύθυνε κάλεσμα συστράτευσης στις προοδευτικές δυνάμεις ενόψει συνεδρίου. Τι εννοεί μόνο εκείνος το γνωρίζει. Διότι ο Σωκ. Φάμελλος έχει προτείνει εδώ και μήνες να συμφωνηθεί προγραμματική σύγκλιση και να κατέλθει το “προοδευτικό μέτωπο” (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, Νέα Αριστερά) με ενιαίο ψηφοδέλτιο στις εκλογές. Κάτι τέτοιο, όντως, θα παρήγαγε κάποιο πολιτικό γεγονός, ίσως –δύσκολα, γιατί ο κύβος έχει ριφθεί– και να ανάγκαζε τον Τσίπρα να σκεφτεί ένα μοντέλο συμπόρευσης.
Το ΠΑΣΟΚ, όμως, έχει οχυρωθεί πίσω από τη (συνεδριακή) απόφαση να φτάσει αυτόνομο στις εκλογές, κι αυτό μπορεί να αλλάξει μόνο με την αντίθετη απόφαση στο συνέδριο του Μαρτίου.
Έτσι, δεν παραμένει ακούνητη μόνο η δημοσκοπική βελόνα αλλά και το ΠΑΣΟΚ ως πολιτικό υποκείμενο. Το πιθανότερο είναι να συρθούν μέχρι τις εκλογές με μέτριες ή και χαμηλές επιδόσεις, κι εκεί να κριθούν όλοι και πρώτος ο ίδιος ο Ανδρουλάκης. Εάν, μετά τη σύγκρουση των κορυφαίων αχνοφάνηκε η πιθανότητα μίνι διάσπασης (κάποιοι μιλούν και για σενάριο διαγραφής Δούκα), με ένα κακό εκλογικό αποτέλεσμα είναι βέβαιη. Δεν μπορούν να συνυπάρξουν το μοντέλο του κεντροαριστερού ΠΑΣΟΚ του Δούκα (και πολλών ακόμα), η αστική μετριοπάθεια του “παπανδρεϊκού” Γερουλάνου και ο πολιτικός ρεαλισμός της Διαμαντοπούλου που δεν αποκλείει την συνεργασία με τη Ν.Δ.
Έτσι, αν και επιστρέφει “από τα παλιά” το εγχείρημα Τσίπρα μοιάζει πιό νέο και, ίσως, απαλλαγμένο βαρών, από οποιοδήποτε άλλο κόμμα στην κεντροαριστερή αντιπολίτευση.
Ο δε Κυριάκος Μητσοτάκης πορεύεται, παρά τα μεγάλα προβλήματα και την ρήξη του με τμήματα της νεοδημοκρατικής εκλογικής βάσης, σε μία εκλογική αναμέτρηση όπου θα μπορεί να προβάλλει εαυτόν ως τη μοναδική επιλογή σταθερότητας.






