Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στο προσκήνιο της διεθνούς πολιτικής δεν συνιστά απλώς μια εναλλαγή προσώπων στην κορυφή της αμερικανικής εκτελεστικής εξουσίας. Συνιστά, πρωτίστως, μια επαναφορά ενός ιδιότυπου τρόπου άσκησης στρατηγικής, όπου η γεωπολιτική σκέψη συγχωνεύεται με τη λογική της επιχειρηματικής διαπραγμάτευσης, η θεσμική συνέχεια υποχωρεί έναντι της προσωποκεντρικής πρωτοβουλίας και η έννοια του διεθνούς δικαίου αντιμετωπίζεται περισσότερο ως διαπραγματεύσιμο πλαίσιο παρά ως δεσμευτικός κανόνας.
Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος, Διεθνολόγος
Η Γροιλανδία, οι σχέσεις με την Ευρώπη και η στάση έναντι του Ιράν λειτουργούν αυτές τις ημέρες ως τρεις ενδεικτικοί άξονες, μέσω των οποίων μπορεί κανείς να αναγνώσει όχι μόνο τις άμεσες προθέσεις του Τραμπ, αλλά και τη μακροπρόθεσμη κατεύθυνση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής υπό τη δική του πολιτική φιλοσοφία.
Η αναβίωση του ενδιαφέροντος του Τραμπ για τη Γροιλανδία δεν πρέπει να εκληφθεί μόνο ως ιδιοτροπία ή επικοινωνιακή υπερβολή. Πρόκειται για μια απολύτως ρεαλιστική ανάγνωση της Αρκτικής ως νέου γεωπολιτικού πεδίου ανταγωνισμού. Η κλιματική αλλαγή, η σταδιακή πρόσβαση σε φυσικούς πόρους και η στρατηγική σημασία των νέων θαλάσσιων διαδρομών καθιστούν τη Γροιλανδία κρίσιμο κρίκο στον ανταγωνισμό ΗΠΑ–Κίνας–Ρωσίας.
Ο Τραμπ δεν σκέφτεται με όρους διεθνούς δικαίου ή συνταγματικής τάξης κρατών, αλλά με όρους κυριαρχικού ελέγχου και άμεσου στρατηγικού οφέλους. Η Γροιλανδία, στο δικό του σχήμα σκέψης, δεν είναι αυτόνομο πολιτικό υποκείμενο ούτε τμήμα της ευρωπαϊκής συνταγματικής τάξης της Δανίας, αλλά ένας «χώρος» κρίσιμης σημασίας για την αμερικανική ασφάλεια. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές: η Ουάσιγκτον θεωρεί την Αρκτική προέκταση της εθνικής της ασφάλειας και είναι διατεθειμένη να κινηθεί μονομερώς, αν κρίνει ότι τα ζωτικά της συμφέροντα απειλούνται.
Στις σχέσεις με την Ευρώπη, ο Τραμπ επαναφέρει με συνέπεια μια αντίληψη που αποδομεί τη μεταπολεμική αρχιτεκτονική της Δύσης. Το ΝΑΤΟ δεν αντιμετωπίζεται ως συλλογικό σύστημα ασφάλειας, αλλά ως μηχανισμός άνισης επιβάρυνσης των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν εκλαμβάνεται ως στρατηγικός εταίρος, αλλά ως οικονομικός ανταγωνιστής που «εκμεταλλεύεται» την αμερικανική αγορά.
Αυτές τις ημέρες, η ρητορική Τραμπ υποδηλώνει μια επιστροφή στην πολιτική της πίεσης: αύξηση αμυντικών δαπανών, εμπορικές παραχωρήσεις, ευθυγράμμιση με τις αμερικανικές προτεραιότητες έναντι της Κίνας. Η Ευρώπη καλείται όχι να συνδιαμορφώσει στρατηγική, αλλά να αποδείξει την «αξία» της ως εταίρος.
Μακροπρόθεσμα, αυτό σημαίνει ότι η διατλαντική σχέση μετασχηματίζεται από θεσμική συμμαχία αξιών σε ad hoc συναλλαγή συμφερόντων. Η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία, που συζητείται θεωρητικά στις Βρυξέλλες, μετατρέπεται υπό τον Τραμπ σε υπαρξιακή αναγκαιότητα.
Στο ζήτημα του Ιράν, ο Τραμπ παραμένει πιστός στο δόγμα της «μέγιστης πίεσης». Η αμφισβήτηση ή η υπονόμευση κάθε μορφής πολυμερούς συμφωνίας, όπως η πυρηνική συμφωνία (JCPOA), εντάσσεται στη βαθύτερη δυσπιστία του απέναντι στη διπλωματία ως θεσμική διαδικασία.
Το Ιράν αντιμετωπίζεται ως περιφερειακή απειλή που πρέπει να περιοριστεί μέσω κυρώσεων, απομόνωσης και στρατιωτικής αποτροπής, χωρίς όμως σαφή στρατηγική για την επόμενη ημέρα. Η έλλειψη «στρατηγικής εξόδου» είναι εδώ το κρίσιμο στοιχείο: η πίεση δεν συνοδεύεται από ένα αξιόπιστο πολιτικό σχέδιο ενσωμάτωσης ή σταθεροποίησης.
Μακροπρόθεσμα, αυτό ενδέχεται να οδηγήσει είτε σε επικίνδυνη κλιμάκωση είτε σε μια de facto αποδοχή ενός Ιράν πιο επιθετικού και λιγότερο δεσμευμένου από διεθνείς κανόνες.
Από τον Τραμπ δεν πρέπει να περιμένουμε μια «γραμμική» εξωτερική πολιτική. Πρέπει να αναμένουμε αιφνιδιασμούς, προσωποκεντρικές πρωτοβουλίες, μετατροπή της ισχύος σε εργαλείο διαπραγμάτευσης και συστηματική υποβάθμιση των πολυμερών θεσμών.
Η Γροιλανδία, η Ευρώπη και το Ιράν δεν είναι μεμονωμένες περιπτώσεις. Είναι εκφάνσεις μιας ευρύτερης αντίληψης, όπου η διεθνής τάξη δεν είναι κανόνας αλλά πεδίο διαρκούς επαναδιαπραγμάτευσης. Για την Ευρώπη, και ιδίως για χώρες όπως η Ελλάδα που εδράζονται στο διεθνές δίκαιο και στους θεσμούς, η εποχή Τραμπ δεν είναι απλώς μια διπλωματική πρόκληση· είναι μια δοκιμασία στρατηγικής ωριμότητας και πολιτικής αυτοσυνειδησίας.
Για την Ελλάδα, η πολιτική Τραμπ δημιουργεί ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας αλλά και δυνητικών αναδιατάξεων ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο. Η έμφαση της Ουάσιγκτον στη στενή, λειτουργική έννοια του «στρατηγικού εταίρου» ενδέχεται να ενισχύσει τη σημασία της χώρας ως κόμβου ασφάλειας, ενέργειας και στρατιωτικής παρουσίας, ιδίως μέσω των αμερικανικών υποδομών και της συνεργασίας σε κρίσιμα σημεία όπως η Σούδα και η Αλεξανδρούπολη. Ωστόσο, αυτή η ενίσχυση δεν εντάσσεται κατ’ ανάγκην σε ένα συνεκτικό θεσμικό πλαίσιο εγγυήσεων. Η Ελλάδα δεν πρέπει να θεωρεί δεδομένη τη στήριξη των ΗΠΑ στη βάση αρχών ή διεθνούς δικαίου, αλλά να αντιλαμβάνεται ότι η υποστήριξη θα εξαρτάται από τη χρησιμότητά της στο εκάστοτε αμερικανικό στρατηγικό παίγνιο.
Παράλληλα, η πιο «χαλαρή» στάση του Τραμπ απέναντι σε αναθεωρητικές δυνάμεις και η προθυμία του να διαχειρίζεται τις κρίσεις με όρους προσωπικής διαπραγμάτευσης ενέχει σοβαρούς κινδύνους για τα ελληνικά συμφέροντα. Η Τουρκία μπορεί να επιχειρήσει να εκμεταλλευθεί αυτή τη ρευστότητα, προβάλλοντας τον ρόλο της ως αναντικατάστατου περιφερειακού παίκτη, ακόμη και εις βάρος των ελληνικών θέσεων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Ταυτόχρονα, όμως, ανοίγεται για την Ελλάδα ένα παράθυρο ευκαιρίας: η ανάγκη των ΗΠΑ για αξιόπιστους, θεσμικά σταθερούς συμμάχους μπορεί να ενισχύσει τον γεωπολιτικό της ρόλο, υπό την προϋπόθεση ότι θα επενδύσει συστηματικά στη στρατηγική της αυτονομία, στη συμμαχία με την Ευρώπη και στη συνεπή επίκληση του διεθνούς δικαίου ως εργαλείου ισχύος και όχι απλώς ως ηθικού επιχειρήματος.






