Το 2026 ξεκινά με ένα οδυνηρό déjà vu για τα ελληνικά νοικοκυριά: οι τιμές στα σούπερ μάρκετ ανεβαίνουν ξανά, διαψεύδοντας τις προσδοκίες για αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και επιστροφή στην κανονικότητα.
Αντί για αυτό, τα ράφια γεμίζουν με νέες, αυξημένες τιμές, μετατρέποντας ακόμη και τα πιο απλά τρόφιμα σε είδη πολυτελείας και επιβαρύνοντας υπέρμετρα τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Οι πρώτες αυξήσεις του 2026: τα ζυμαρικά στη «ζώνη κινδύνου»
Τη μεγαλύτερη αναστάτωση προκαλούν οι ανατιμήσεις στα ζυμαρικά – ένα προϊόν που για δεκαετίες θεωρούνταν η πιο οικονομική λύση για χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Η σύγκριση των τιμών ανάμεσα στον Δεκέμβριο του 2025 και τον Ιανουάριο του 2026 αποκαλύπτει άλματα που μέχρι πρόσφατα θα έμοιαζαν αδιανόητα:
- Τα απλά σπαγγέτι από 0,70€ εκτινάχθηκαν στα 1,18€, αύξηση που ξεπερνά το 68%.
- Οι πέννες ανέβηκαν από 1,01€ σε 1,57€, επιβαρύνοντας θεαματικά το καλάθι της αγοράς.
- Το κριθαράκι αυξήθηκε από 0,93€ σε 1,13€, επιβεβαιώνοντας ότι καμία κατηγορία δεν μένει ανεπηρέαστη.
Οι ανατιμήσεις σε προϊόντα τέτοιας κατανάλωσης δεν είναι απλώς αριθμοί. Για χιλιάδες οικογένειες σημαίνουν ότι ακόμη και το «φθηνό πιάτο» παύει να είναι προσιτό.
Το γάλα ακριβαίνει – και μαζί του η οικογενειακή καθημερινότητα
Σημαντική πίεση καταγράφεται και στα γαλακτοκομικά. Το επώνυμο γάλα αυξάνεται από 1,49€ σε 1,74€, ενώ ακόμη και οι οικονομικότερες επιλογές ιδιωτικής ετικέτας περνούν το όριο του ενός ευρώ, από 0,95€ σε 1,05€.
Οι αυξήσεις αυτές πλήττουν κυρίως οικογένειες με παιδιά, για τις οποίες το γάλα αποτελεί βασικό και καθημερινό προϊόν. Η στροφή σε χαμηλότερης ποιότητας λύσεις δεν είναι πλέον επιλογή, αλλά αναγκαστική στρατηγική επιβίωσης.
Γιατί ακριβαίνουν όλα; Η ενεργειακή δαπάνη και τα «σπασμένα» της εφοδιαστικής αλυσίδας
Σύμφωνα με την αγορά, οι ανατιμήσεις συνδέονται με:
- αυξημένο ενεργειακό κόστος,
- αυξήσεις στη μεταφορά και τα logistics,
- συνεχιζόμενες δυσκολίες στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Για τον καταναλωτή όμως, η τεχνική εξήγηση μικρή σημασία έχει. Αυτό που μετρά είναι ότι μέσα σε μόλις έναν μήνα βασικά τρόφιμα αυξάνονται κατά 20%, 40% ή και 60%, συρρικνώνοντας βίαια την αγοραστική δύναμη και απειλώντας την επισιτιστική ασφάλεια των πιο ευάλωτων.
Ακρίβεια ως «κανονικότητα»: μια οικονομία που κουράζει την κοινωνία
Το βασικό χαρακτηριστικό της νέας περιόδου δεν είναι το αιφνίδιο σοκ, αλλά η σωρευτική πίεση. Η ακρίβεια έχει πάψει να είναι προσωρινό φαινόμενο και τείνει να μετατραπεί σε δομικό στοιχείο της ελληνικής οικονομίας.
Παρά τις δηλώσεις περί ανάπτυξης και δημοσιονομικής σταθερότητας, ο πολίτης βλέπει:
- ακριβότερα τρόφιμα,
- υψηλούς λογαριασμούς ενέργειας,
- αυξημένα ενοίκια,
- «στεγνό» πορτοφόλι ήδη από τα μέσα του μήνα.
Η σχέση ανάμεσα σε μισθό και κόστος ζωής έχει διαρραγεί. Η μεσαία τάξη πιέζεται, τα χαμηλά εισοδήματα διολισθαίνουν σε μόνιμη ανασφάλεια και η καθημερινότητα μετατρέπεται σε άσκηση διαχείρισης ελλείψεων.
Η «σιωπηλή» φορολογία: όταν το κράτος κερδίζει από την ακρίβεια
Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται η διατήρηση υψηλών συντελεστών ΦΠΑ στα βασικά αγαθά. Την ώρα που χώρες όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία μειώνουν τον ΦΠΑ σε τρόφιμα και ενέργεια, η Ελλάδα επιμένει σε ένα μοντέλο που μετατρέπει την ακρίβεια σε πηγή εσόδων.
Όσο ανεβαίνει η τιμή – ανεβαίνει και ο ΦΠΑ. Τα επιπλέον έσοδα επιστρέφουν αποσπασματικά μέσω επιδομάτων, χωρίς να αγγίζουν τη ρίζα του προβλήματος. Έτσι ενισχύεται η αίσθηση ότι το κράτος δεν φρενάρει την κρίση, αλλά την «αξιοποιεί» δημοσιονομικά.
«Πληθωρισμός απληστίας» και shrinkflation στο ράφι
Σημαντικό μέρος της συζήτησης αφορά τις ίδιες τις επιχειρήσεις λιανεμπορίου. Η ελληνική αγορά χαρακτηρίζεται από ολιγοπωλιακές δομές που επιτρέπουν την επιμονή υψηλών τιμών ακόμη και όταν τα κόστη αποκλιμακώνονται.
Δύο φαινόμενα κυριαρχούν:
- greedflation – αυξήσεις πέρα από την πραγματική ανάγκη,
- shrinkflation – μικρότερες συσκευασίες στην ίδια ή υψηλότερη τιμή.
Πανομοιότυπα προϊόντα κοστίζουν συχνά περισσότερο στην Ελλάδα από χώρες με υψηλότερους μισθούς, ενισχύοντας την αίσθηση συστηματικής αισχροκέρδειας.
Από το χωράφι στο ράφι: η ασφυξία της αγροτικής παραγωγής
Η ακρίβεια δεν ξεκινά στο ταμείο. Γεννιέται στον πρωτογενή τομέα. Οι Έλληνες παραγωγοί βρίσκονται αντιμέτωποι με:
- εκρηκτικό κόστος ενέργειας,
- ακριβές ζωοτροφές και λιπάσματα,
- χαμηλές τιμές παραγωγού.
Η καλλιέργεια γης και η κτηνοτροφία παύουν να είναι βιώσιμες. Η εγχώρια παραγωγή περιορίζεται και η χώρα στρέφεται σε ακριβότερες εισαγωγές. Ταυτόχρονα, η «ψαλίδα» παραγωγού–καταναλωτή ανοίγει, με τους μεσάζοντες να απορροφούν την υπεραξία.
Μισθοί χαμηλοί, τιμές ψηλές: η αγοραστική δύναμη στο ναδίρ
Η Ελλάδα παραμένει στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ ως προς τους μισθούς και την αγοραστική δύναμη. Αυτό σημαίνει ότι κάθε αύξηση τιμής έχει δυσανάλογο βάρος.
Για χιλιάδες νοικοκυριά:
- το εισόδημα τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας,
- ενοίκιο, ενέργεια και τρόφιμα απορροφούν σχεδόν τα πάντα,
- αποταμίευση και επένδυση γίνονται άπιαστες έννοιες.
Η κοινωνία στα όριά της: από την οικονομική πίεση στη ψυχική φθορά
Η ακρίβεια δεν είναι μόνο οικονομικός δείκτης. Είναι και ψυχολογικό βάρος. Η μόνιμη αγωνία «αν θα φτάσουν τα χρήματα» υπονομεύει την ποιότητα ζωής, τη διάθεση, τη συμμετοχή στην κοινωνική και πολιτιστική δραστηριότητα.
Διαμορφώνεται μια κοινωνία δύο ταχυτήτων:
- όσοι έχουν περιουσία και αποταμιεύσεις αντέχουν,
- μισθωτοί, νέοι, συνταξιούχοι και μικροεπαγγελματίες εξαντλούνται.
Το τραπέζι των νοικοκυριών ως καθρέφτης της κρίσης
Η φτωχοποίηση αποτυπώνεται στην κουζίνα. Το ελαιόλαδο – εθνικό προϊόν – αντικαθίσταται από σπορέλαια. Το κρέας και τα γαλακτοκομικά αγοράζονται με «στρατηγική». Τα φρούτα και τα λαχανικά περιορίζονται.
Η αλλαγή διατροφικών συνηθειών είναι σιωπηρή αλλά βαθιά, με συνέπειες και στη δημόσια υγεία.
Ακρίβεια στη στέγη: ο πιο εκρηκτικός συνδυασμός
Την εικόνα συμπληρώνει η αύξηση ενοικίων. Σε πολλές περιοχές, το κόστος στέγασης απορροφά δυσανάλογο μέρος του εισοδήματος. Για νέους εργαζόμενους και οικογένειες, η εύρεση κατοικίας μετατρέπεται σε σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες.
Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε ρύθμιση που επιταχύνει τις διαδικασίες έξωσης αποκτά τεράστια κοινωνική σημασία.
Fast track εξώσεις και νέοι κίνδυνοι κοινωνικού αποκλεισμού
Η ενεργοποίηση ταχύτερων διαδικασιών έξωσης από το 2026 αλλάζει το τοπίο. Η ψηφιοποίηση, η διασύνδεση συστημάτων και η έκδοση διαταγών απόδοσης μισθίου μέσα σε λίγες εβδομάδες περιορίζουν τα περιθώρια προστασίας ενοικιαστών που πραγματικά αδυνατούν να πληρώσουν.
Για τους ιδιοκτήτες αποτελεί αποκατάσταση δικαιωμάτων. Για τους ενοικιαστές, όμως, συνιστά απειλή απώλειας στέγης σε ένα ήδη εκρηκτικό περιβάλλον ακρίβειας.
Ένα 2026 γεμάτο ερωτήματα
Το νέο έτος ξεκινά με την αγορά σε αναβρασμό και τους καταναλωτές σε άμυνα. Το μεγάλο ερώτημα είναι αν οι τιμές θα σταθεροποιηθούν ή αν η χώρα εισέρχεται σε ένα παρατεταμένο ράλι ακρίβειας που θα απαιτήσει πιο δραστικές παρεμβάσεις.
Μέχρι τότε, για τα περισσότερα νοικοκυριά, η πραγματικότητα είναι απλή και σκληρή: η καθημερινότητα ακριβαίνει, το εισόδημα δεν επαρκεί και η επιβίωση γίνεται προτεραιότητα έναντι του προγραμματισμού ζωής.






