Η αιχμαλώτιση του Νικολάς Μαδούρο από τις αμερικανικές δυνάμεις άνοιξε ένα νέο, εξαιρετικά ασαφές κεφάλαιο για το μέλλον της Βενεζουέλας.
Ο Ντόναλντ Τραμπ μιλά ανοιχτά για την πρόθεση των Ηνωμένων Πολιτειών να «κυβερνήσουν» προσωρινά τη χώρα των 30 εκατομμυρίων κατοίκων, σε μια στιγμή πλήρους οικονομικής κατάρρευσης και πολιτικής αποσύνθεσης. Όμως, πίσω από τη ρητορική ισχύος, το αμερικανικό σχέδιο μοιάζει περισσότερο με έλεγχο εξ αποστάσεως παρά με κλασική κατοχή.
Χωρίς στρατό, χωρίς πρεσβεία, χωρίς σαφές μοντέλο διακυβέρνησης
Σε αντίθεση με προηγούμενες επεμβάσεις, η Ουάσινγκτον δεν διαθέτει ούτε αμερικανική πρεσβεία σε λειτουργία στο Καράκας ούτε γνωστή στρατιωτική παρουσία επί του πεδίου. Ο ίδιος ο Τραμπ περιορίστηκε σε αόριστες αναφορές ότι «η κυβέρνησή του θα είναι επί το έργον», χωρίς να εξηγήσει ποιος, πώς και με ποια νομιμοποίηση θα ασκήσει εξουσία.
Ακόμη και η εισβολή στο Ιράκ το 2003, παρά το βαρύ πολιτικό κόστος για τις ΗΠΑ, είχε προβλέψει μια σαφή μεταβατική αρχιτεκτονική εξουσίας μέσω της Προσωρινής Αρχής του Συνασπισμού. Στην περίπτωση της Βενεζουέλας, ένα τέτοιο σχέδιο απουσιάζει.
Το στοίχημα της Ντέλσι Ροντρίγκες
Αντί για άμεση αμερικανική διοίκηση, η Ουάσινγκτον φαίνεται να ποντάρει στην υφιστάμενη κρατική δομή. Κεντρικό πρόσωπο είναι η Ντέλσι Ροντρίγκες, πρώην αντιπρόεδρος του Μαδούρο, η οποία ορκίστηκε προσωρινή πρόεδρος από τους θεσμούς της χώρας.
Ο Τραμπ δηλώνει ότι εργάζεται μαζί της, αλλά ταυτόχρονα την απειλεί ευθέως, προειδοποιώντας ότι θα έχει «χειρότερη τύχη» αν δεν συμμορφωθεί με τις αμερικανικές αξιώσεις – με αιχμή την πρόσβαση στα τεράστια πετρελαϊκά αποθέματα της Βενεζουέλας. Δεν πρόκειται, όπως διευκρίνισε ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, για άμεση διακυβέρνηση, αλλά για έλεγχο της πολιτικής κατεύθυνσης της χώρας.
Η απόρριψη της αντιπολίτευσης και το πολιτικό ρίσκο
Παρά τη διαχρονική στήριξη της Ουάσινγκτον στην αντιπολίτευση, ο Τραμπ αποστασιοποιήθηκε από τη Μαρία Κορίνα Ματσάδο, ηγετική μορφή του αντιπολιτευτικού χώρου και πρόσφατα βραβευθείσα με Νόμπελ Ειρήνης. Ο Αμερικανός πρόεδρος αμφισβήτησε ανοιχτά τη λαϊκή της απήχηση και τον πολιτικό της ρόλο.
Σύμφωνα με τον Μαρκ Τζόουνς του Πανεπιστημίου Ράις, η εγκατάσταση της Ματσάδο στην εξουσία θα απαιτούσε μαζική αμερικανική στρατιωτική παρουσία, με υψηλό κόστος σε ανθρώπινες ζωές, αβέβαιες πιθανότητες επιτυχίας και τεράστιες εσωτερικές πολιτικές συνέπειες για τον Τραμπ, ο οποίος εξελέγη με σημαία τον απομονωτισμό και τη μη εμπλοκή.
Ρητορική σύγκρουσης, πραγματισμός συνεργασίας
Η ίδια η Ντέλσι Ροντρίγκες κινείται σε λεπτή ισορροπία. Λίγες ώρες μετά την επέμβαση, μιλούσε για τον Μαδούρο ως «μοναδικό πρόεδρο» και για μια Βενεζουέλα έτοιμη να αμυνθεί. Την επόμενη ημέρα, ο τόνος άλλαξε δραστικά, με αναφορές σε «ατζέντα συνεργασίας» με τις ΗΠΑ.
Όπως εξηγούν αναλυτές, η Ροντρίγκες οφείλει να εμφανίζεται ταυτόχρονα αγανακτισμένη προς το εσωτερικό ακροατήριο και διαλλακτική προς την Ουάσινγκτον, προωθώντας φιλοαμερικανικές πολιτικές που έρχονται σε σύγκρουση με 27 χρόνια αντι-αμερικανικής ρητορικής του καθεστώτος.
Τα όρια του αμερικανικού ελέγχου
Πρώην αξιωματούχοι των ΗΠΑ εκτιμούν ότι η Ροντρίγκες δεν σκοπεύει να λειτουργήσει ως «μαριονέτα». Η συνεργασία μπορεί να της δώσει χρόνο για να εδραιώσει τη θέση της στο εσωτερικό, χωρίς να παραχωρήσει ουσιαστικό έλεγχο.
Επιπλέον, για να υλοποιηθεί το αμερικανικό σχέδιο, απαιτείται η συναίνεση κρίσιμων παραγόντων του παλιού καθεστώτος, κυρίως του στρατού, που ελέγχεται από τον Βλαντιμίρ Παντρίνο Λόπες. Χωρίς αυτή τη στήριξη, κάθε προσπάθεια πολιτικής καθοδήγησης από την Ουάσινγκτον παραμένει εύθραυστη.
Πετρέλαιο, ναρκωτικά και η κόκκινη γραμμή της Κούβας
Ορισμένες αμερικανικές απαιτήσεις, όπως η συνεργασία στην καταπολέμηση της διακίνησης ναρκωτικών, θεωρούνται διαχειρίσιμες. Άλλες όμως, όπως η ρήξη με την Κούβα, αγγίζουν τον πυρήνα της μπολιβαριανής ταυτότητας του καθεστώτος.
Όπως συνοψίζουν ειδικοί, η ιδέα μιας Βενεζουέλας πλήρως υποταγμένης στις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελεί το ακριβώς αντίθετο της πολιτικής κληρονομιάς του Ούγο Τσάβες. Και αυτό είναι το σημείο όπου το αμερικανικό σχέδιο συναντά τα σκληρά του όρια: μπορεί να ελέγξει επιλογές, αλλά δύσκολα μπορεί να ξαναγράψει την πολιτική ψυχή μιας χώρας.






