Με μια εκτενή και πολιτικά αιχμηρή παρέμβαση, ο Νίκος Κοτζιάς καταθέτει μια συνολική αποτίμηση της πορείας του ΣΥΡΙΖΑ μετά το 2019, αποδομώντας τη βολική αφήγηση ότι η μεγάλη ήττα της Αριστεράς ήταν το 32% των εκλογών εκείνης της χρονιάς. Αντίθετα, εντοπίζει την πραγματική καθίζηση στο 2023 και τη συνδέει ευθέως με τη στρατηγική, τις επιλογές και τη λειτουργία του κόμματος ως αξιωματικής αντιπολίτευσης. Παράλληλα, προτείνει έναν οδικό χάρτη για τη συγκρότηση μιας νέας, πλατιάς προοδευτικής συμμαχίας, με όρους διαφάνειας, δημοκρατίας και κοινωνικής γείωσης.
Το 2019 δεν ήταν η ήττα αλλά η αρχή του προβλήματος
Σύμφωνα με τον Νίκο Κοτζιά, το εκλογικό αποτέλεσμα του 2019 αποτέλεσε, παρά την κυβερνητική φθορά, μια αξιοσημείωτη αντοχή του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος διατήρησε πάνω από το 90% των ψηφοφόρων του και τις περισσότερες συμμαχίες του με μικρότερες πολιτικές δυνάμεις. Αυτές οι συνεργασίες, όπως υπογραμμίζει, είχαν διαμορφώσει την εικόνα ενός κόμματος με ισχυρούς δεσμούς με τα κοινωνικά κινήματα και τον ευρύτερο χώρο της μη κομμουνιστικής Αριστεράς.
Ωστόσο, μετά το 2018, το κόμμα άρχισε να αντιμετωπίζει αυτές τις συμμαχίες με όρους απλής αριθμητικής και όχι πολιτικής στρατηγικής. Δεν προχώρησε ποτέ σε μια συλλογική, οργανωμένη αξιολόγηση της κυβερνητικής περιόδου 2015 έως 2019, παρά τις σχετικές προτάσεις, αφήνοντας τον απολογισμό να διασπαστεί σε αποσπασματικές, ατομικές αναγνώσεις. Κατά τον Κοτζιά, αυτή η απουσία συλλογικού νου αποδυνάμωσε βαθιά τον χώρο.
Η πραγματική ήττα ήρθε το 2023
Η καθοριστική καμπή, κατά τον πρώην υπουργό Εξωτερικών, ήταν οι εκλογές του 2023, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε σχεδόν τις μισές του δυνάμεις. Εκεί εντοπίζει και τη μεγάλη πολιτική αποτυχία, η οποία, όπως σημειώνει, αποδόθηκε εσφαλμένα στις κυβερνητικές δυσκολίες της περιόδου 2015 έως 2019, παρακάμπτοντας την αποτυχία του κόμματος να λειτουργήσει ως μαχητική και αξιόπιστη αντιπολίτευση.
Απουσία ουσιαστικής αντιπολίτευσης και στρατηγικές μετατοπίσεις
Ο Νίκος Κοτζιάς απαριθμεί τρεις βασικές αιτίες της ήττας. Πρώτον, την επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ να μην ασκήσει ουσιαστική αντιπολίτευση την περίοδο 2019 έως 2023, ψηφίζοντας τη μεγάλη πλειονότητα των νομοθετημάτων της κυβέρνησης και σιωπώντας, όπως υποστηρίζει, ακόμη και σε κρίσιμους τομείς όπως η εξωτερική πολιτική.
Δεύτερον, την αλλαγή κατεύθυνσης και συμμαχιών, με τον αποκλεισμό δυνάμεων που είχαν συμβάλει στο παρελθόν, όπως το ΠΡΑΤΤΩ, πασοκογενείς κινήσεις και οργανώσεις της Οικολογίας, και την αντικατάστασή τους από πρόσωπα και ρεύματα χωρίς αναφορά στην Αριστερά. Το πείραμα αυτό, όπως τονίζει, απέτυχε πολιτικά και επιτάχυνε την εκλογική καθίζηση.
Ένας άρρωστος οργανισμός σε διαρκή κρίση
Η τρίτη αιτία αφορά τη βαθιά εσωκομματική κρίση. Ο Κοτζιάς μιλά ανοιχτά για έναν οργανισμό που πάσχει από έλλειμμα αλληλεγγύης, συλλογικής ευθύνης και στρατηγικής σκέψης. Περιγράφει ένα περιβάλλον όπου κυριάρχησαν προσωπικές στρατηγικές, τοξικότητα και συμπεριφορές ξένες προς την πολιτική κουλτούρα της Αριστεράς, με αποτέλεσμα τη διάβρωση του ηθικού και την απομάκρυνση κοινωνικών δυνάμεων.
Παράλληλα, αναγνωρίζει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ διαθέτει στελέχη με αγωνιστική διαδρομή και δημόσιο ήθος, σημειώνει όμως ότι συχνά απουσιάζει η ιστορική συνείδηση, η αίσθηση του χρόνου και το συναίσθημα που, κατά τη δική του θεώρηση, είναι αναγκαίο συστατικό της Αριστεράς.
Η ανάγκη για μια νέα κοινωνική και πολιτική συμμαχία
Απέναντι σε αυτή την εικόνα, ο Νίκος Κοτζιάς προτείνει μια διαφορετική πορεία. Μιλά για τη συγκρότηση μιας μεγάλης κοινωνικής συμμαχίας, που θα ενώνει δημιουργικές δυνάμεις με τους κοινωνικά αποκλεισμένους, με σαφές προγραμματικό πλαίσιο. Στο επίκεντρο τοποθετεί την αναγέννηση της χώρας, τη φορολόγηση των υπερκερδών, την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, την καταπολέμηση της ενεργειακής φτώχειας, την επένδυση στην παιδεία, την υγεία, την τεχνολογία, τον πολιτισμό και μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική με έμφαση και στην προστασία της Κύπρου.
Ηγεσία που να ενώνει και διαδικασίες χωρίς σκιές
Κεντρικό στοιχείο της πρότασης είναι η ανάγκη για μια ηγεσία που να ενώνει και να εκλέγεται με απόλυτη διαφάνεια. Όχι ως τυπική διαδικασία, αλλά ως πολιτική απάντηση στις παρασκηνιακές συμφωνίες που, όπως υποστηρίζει, διέψευσαν τις ελπίδες του παρελθόντος. Το όραμα, επισημαίνει, χρειάζεται διαδικασίες για να αποκτήσει πολιτική υπόσταση.
Από τον διάλογο στη κοινή δράση
Ο Κοτζιάς εισηγείται τη δημιουργία ενός οργανωμένου φόρουμ διαλόγου, την αποκατάσταση της δημοκρατικής κουλτούρας, τη θέσπιση άτυπου κώδικα δεοντολογίας και την ανάπτυξη κοινών δράσεων εντός και εκτός Βουλής. Στόχος, όπως τονίζει, δεν είναι η εκλογική βιασύνη, αλλά η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης με τα λαϊκά κινήματα και την κοινωνία.
Ένα δύσκολο αλλά αναγκαίο στοίχημα
Κλείνοντας, αναγνωρίζει ότι οι προτάσεις του δεν είναι εύκολες ούτε βολικές. Επιμένει, όμως, ότι χωρίς υπέρβαση της μιζέριας, των προσωπικών στρατηγικών και των διαδοχικών ηττών, δεν μπορεί να υπάρξει πολιτική αναγέννηση. Η πρότασή του, όπως σημειώνει, είναι ανοιχτή στον διάλογο, όχι ως τελική λύση, αλλά ως αφετηρία για κάτι μεγαλύτερο και ισχυρότερο από ό,τι υπάρχει σήμερα στον κατακερματισμένο χώρο της ελληνικής Αριστεράς.
Ολόκληρη η ανάρτηση:
Πρόταση για μια διαφορετική πορεία
Ι. Ο Σύριζα ηττήθηκε ως αντιπολίτευση
Παρά την κυβερνητική φθορά, ο ΣΥΡΙΖΑ μπόρεσε να διατηρήσει στις εκλογές του 2019 πάνω από το 90% των ψηφοφόρων του καθώς και τις περισσότερες από τις συνεργασίες του με μικρότερες πολιτικές δυνάμεις. Συνεργασίες που παρήγαγαν την θετική εικόνα στο λαϊκό εκλογικό σώμα ότι διέθετε ισχυρούς δεσμούς με όλα τα κινήματα και τις πολιτικές εκφράσεις της μη κομμουνιστικής αριστεράς. Όμως, δεν μπόρεσε να κατανοήσει βαθιά τα κέρδη που αποκόμισε από την συνεργασία με αυτές τις μικρότερες δυνάμεις. Μετά το 2018 άρχισε να τις αντιμετωπίζει με την αλαζονεία της απλής αριθμητικής ενώ η πολιτική είναι άλγεβρα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θέλησε να προχωρήσει σε μια συλλογική αξιολόγηση του κυβερνητικού έργου που επιτέλεσε μαζί με τις μικρότερες σύμμαχες δυνάμεις. Του προτείναμε, αλλά αρνήθηκε να πραγματοποιήσει το 2025 ένα μεγάλο συνέδριο εκτίμησης του κυβερνητικού έργου της περιόδου 2015-9, τότε που έκλεισαν τα δεκάχρονα από τις εκλογικές νίκες του 2015. Αντί αυτή η αξιολόγηση να γίνει συλλογικά αφέθηκε και περιορίστηκε σε ατομικές προσεγγίσεις που όσο σημαντικές και αν είναι δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τον συλλογικό νου.
Σε αντίθεση με όσα υποστηρίζονται από αρκετούς, το 32%του 2019 δεν ήταν «η μεγάλη ήττα». Κάθε άλλο. Επιτεύχθηκε μετά από μια επίπονη και δύσκολη περίοδο διακυβέρνησης του τόπου. Αντίθετα «η μεγάλη ήττα» ήρθε το 2023 όταν ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε σχεδόν το μισό των δυνάμεών του. Κατά τρόπο παράδοξο η πλειοψηφία των στελεχών του χώρου αναζήτησαν τις αιτίες της ήττας στις κυβερνητικές δυσκολίες του διαστήματος 2015-9. Με αυτό τον τρόπο παράκαμψαν την συμπεριφορά του ΣΥΡΙΖΑ ως αντιπολίτευση, δεν εξήγησαν επαρκώς την καθίζηση του 2023 και δεν χρεώθηκαν οι πραγματικοί υπεύθυνοι τις ευθύνες εκείνης της ήττας.
ΙΙ. Οι αιτίες της Ήττας
Η ήττα του χώρου ως αντιπολίτευση το 2023 εκτιμώ ότι οφειλόταν σε σειρά λόγων από τους οποίους εδώ θα ξεχωρίσω τρεις χωρίς να τους ιεραρχώ:
Πρώτον, στο διάστημα 2019-2023 ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έκανε ουσιαστική αντιπολίτευση στην κυβέρνηση της ΝΔ. Ψήφισε οκτώ στους δέκα νόμους και άλλα ανάλογα «προϊόντα» της νεοδημοκρατικής κυβέρνησης. Σε πολλούς τομείς, μάλιστα, σιώπησε συστηματικά και συχνά σκόπιμα απέναντι στα όσα σκανδαλώδη και προκλητικά έκανε η κυβέρνηση της ΝΔ, όπως στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής.
Δεύτερον, ο ΣΥΡΙΖΑ άλλαξε μετά το 2019 κατεύθυνση και συνεργασίες. Άφησε εκτός συνεννοήσεων, ανάμεσα στους άλλους, εμάς το ΠΡΑΤΤΩ, πολλούς πασοκογενείς, όπως την Πατριωτική Σοσιαλιστική Κίνηση στην οποία συμμετέχουν παλιοί Υπουργοί των κυβερνήσεων του Ανδρέα Παπανδρέου και συνδικαλιστές με μεγάλους αγώνες, καθώς, επίσης, σειρά από οργανώσεις της Οικολογίας και των Πρασίνων. Εις «αντικατάσταση» αυτών των αποδεδειγμένα επιτυχημένων συνεργασιών έφερε κοντά του ή στις γραμμές του μια σειρά από «νέα πολιτικά φρούτα» άσχετα με την αριστερά, καθώς και γνωστούς αντικομμουνιστές και δεξιούς, όπως τους Παππά του Κιλκίς, τον Αντώναρο, τον Λούλη, τον Κύρτσο και τον Ν. Μαραντζίδη. Ο τελευταίος ως γνωστός είναι ο κατ’ εξοχή υβριστή της εθνικής αντίστασης και των αγώνων του λαού μας. Αυτό το δεξιόστροφο πείραμα του ΣΥΡΙΖΑ, απέτυχε και συνέβαλε στην καθίζησή του.
Τρίτο, μέσα από τις αλλεπάλληλες εσωκομματικές κρίσεις του ΣΥΡΙΖΑ υπογραμμίστηκε το ότι είναι ένας άρρωστος οργανισμός. Το πόσο άρρωστος ήταν το είχαμε εντοπίσει αρκετά νωρίς (στο ΠΡΑΤΤΩ είχαμε ένα εσωτερικό κείμενο του 2020 ως προς αυτό εικοσιπέντε πυκνών σελίδων) και εκδηλώθηκε σε όλη του την έκταση τα τελευταία δύο χρόνια. Στον ΣΥΡΙΖΑ δεν υπάρχει σε επάρκεια το αίσθημα της αλληλεγγύης και η αίσθηση της προσωπικής και συλλογικής ευθύνης. Συχνά καταγράφηκαν προσωπικές στρατηγικές που έχουν ως κριτήριο το πώς μπορούν κάποιοι να «βολευτούν» και στο μέλλον στους θεσμούς της αριστεράς καθώς και να εκλεγούν σε μια δημόσια θέση. Ακόμα συχνά η όποια αντιπαράθεση γινόταν με όρους που δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με την κουλτούρα, την ευγένεια, τους τρόπους, την συντροφικότητα της αριστεράς. Το ερώτημα είναι πώς συνέβη αυτό;
Ο ΣΥΡΙΖΑ διαθέτει εξαιρετικά στελέχη που τιμούν την αριστερά με την δημόσια παρουσία και τους αγώνες τους. Όμως, από την άλλη, αρκετά στελέχη του έχουν έλλειμμα στρατηγικής σκέψης και αντίληψης για το παγκόσμιο γίγνεσθαι. Στις αποφάσεις τους απουσιάζει η αίσθηση του χρόνου και η ιστορική συνείδηση. Επιπλέον, όπως πάντα υπογραμμίζω, δεν μπορεί να υπάρξει αριστερά χωρίς συναίσθημα, όπως αισθήματα για την πατρίδα, για τον πόνο των κατατρεγμένων, αγάπη στους αγωνιστές, σεβασμός σε αυτούς που αφιέρωσαν την ζωή τους στα ιδανικά του λαού μας.
Στις σημερινές συνθήκες δημιουργούνται νέα και πολλαπλά προβλήματα για τον χώρο του παλιού «κραταιού» ΣΥΡΙΖΑ που αν δεν ξεπεραστούν με σύστημα και κόπο, μπορεί να στοιχήσουν ακριβά όχι μόνο στους ίδιους, αλλά και γενικότερα στην ελληνική αριστερά και στην χώρα. Σε αυτό μπορεί να «συμβάλλει» και το γεγονός ότι η εικόνα που εκπέμπουν οι διάσπαρτες δυνάμεις του χώρου κάθε άλλο παρά είναι ελκυστική. Στέλνει δε, μεγάλο τμήμα του κόσμου του στο σπίτι που η επαναφορά του στην ενεργή πολιτική μάχη είναι αμφίβολη. Ακόμα, αποδιοργανώνει τις δυνάμεις που επιμένουν να αγωνίζονται, υποσκάπτει το ηθικό τους. Τέτοιο κόστος, ακόμα, έχει η παρουσία υπέρμετρων προσωπικών φιλοδοξιών.
Ταυτόχρονα, ο κόσμος που δεν άνηκε ποτέ στον ΣΥΡΙΖΑ, όπως εμείς του ΠΡΑΤΤΩ, που, όμως, διαθέτει και γνώσεις πολιτικής και εμπειρίες, αδυνατεί να παρακολουθήσει τις επιλογές πολλαπλών δυνάμεων «του χώρου» που δείχνουν να κινούνται χωρίς αρχές, με παραμερισμένες τις αξίες μας και χωρίς όραμα για τη χώρα παρά μόνο για τον εαυτούλη τους.
ΙΙΙ. Τι πρέπει να γίνει
Προς τι οι προβληματισμοί και οι προτάσεις που ακολουθούν; Γίνονται προκειμένου να μπορέσουμε να υλοποιήσουμε μια προγραμματική συμφωνία, να ωθήσουμε την χώρα τόσο σε μια πολιτική και πρακτική αναγέννησης και εκλογική επιτυχία, με στόχους και όραμα, όσο και προκειμένου να υλοποιήσουμε τα οράματά μας σε σειρά τομέων και πεδίων κοινωνικών μαχών. Έτσι ώστε η νέα γενιά δεν θα ψάχνει την τύχη της στο εξωτερικό, αλλά θα μπορεί να δημιουργήσει εδώ. Όπου τα υπερκέρδη των τραπεζών και της ενέργειας θα χτυπηθούν και θα φορολογούνται δίκαια. Στην οποία θα υπάρχει ένα ισχυρό εθνικό σύστημα δημόσιας υγείας και παιδείας. Θα αναπτύξουμε και θα ωθήσουμε στην διάχυση των νεών τεχνολογιών. Θ παλεύομαι για μια Ελλάδα όπου το κράτος δικαίου δεν θα είναι σύνθημα, αλλά καθημερινότητα και ο νόμος θα εφαρμόζεται πριν από όλα στο ίδιο το κράτος. Με ισχυρό ανασυγκροτούμενο κοινωνικό κράτος και καταπολέμηση της ανεργίας και της ενεργειακής φτώχειας. Μια Ελλάδα που ο πολιτισμός θα αποτελεί πηγή έμπνευσης και πεδίο ανάπτυξης. Με δημοκρατικούς θεσμούς μόρφωσης και επιμόρφωσης για όλους. Με δημοκρατική άμυνα και πολυδιάστατη ενεργητική εξωτερική πολιτική που θα συμβάλλει και στην προστασία της Κύπρου.
Για να κάνουμε το όραμα της αναγέννησης, αλλά και τους επιμέρους στόχους πραγματικότητα, χρειαζόμαστε μια ηγεσία που να ενώνει. Γι’ αυτό ακριβώς προτείνω την εκλογή της με απόλυτη διαφάνεια. Όχι επειδή αγαπώ τις διαδικασίες, αλλά επειδή αντιπαθώ βαθιά τις σκιές και τις παρασκηνιακές συμφωνίες που πρόδωσαν τις ελπίδες μας στο παρελθόν. «Το όραμα», όπως λέει και ο Χρήστος Κουτσονάσιος «είναι το καύσιμο, οι διαδικασίες είναι ο κινητήρας».
Επιδίωξη μας θα είναι η από κοινού διαμόρφωση μιας μεγάλης κοινωνικής συμμαχίας των ταλαντούχων και με ιδιαίτερες δυνατότητες με τους απόκληρους της ζωής που και εκείνοι διαθέτουν το δικό τους ταλέντο και δυναμισμό που οφείλουμε να απελευθερώσουμε. Με αυτή τη συμμαχία θα δώσουμε μια συνολική δυναμική πάνω σε προγραμματικούς στόχους προστασίας και αναγέννησης της πατρίδας και της κοινωνίας.
Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Με μια μεγάλη πολιτική συμμαχία, που να αποτελεί έκφραση της κοινωνικής όπως την κατέγραψα προηγούμενα.
IV. Πώς πρέπει να γίνει;
Τι πρέπει να γίνει; Έχω κάνει κατά καιρούς προς σειρά ηγεσιών του χώρου σαφείς προτάσεις. Ας συνοψίσω εδώ ορισμένες από αυτές.
Πρώτον, είναι ανάγκη να μάθουν όλοι να μιλούν μεταξύ τους με ειλικρίνεια, σαφήνεια, δημιουργικά και παραγωγικά. Οποιος δεν θέλει τον διάλογο δεν θα έχει την υποστήριξή μας.
Δεύτερον, να συγκροτηθεί άμεσα ένα φόρουμ διαλόγου. Οι εκδηλώσεις διαλόγου κάποιων οργανώσεων του χώρου, απαραίτητες μεν, δεν αντικαθιστούν, όμως, τον οργανωμένο και πολυεπίπεδο διάλογο, τόσο εσωτερικό, όσο και δημόσιο προκειμένου να υπάρξει σύγκλιση και όχι παράλληλες τοποθετήσεις πολλών «εγώ». Η δημιουργία ενός δομημένου φόρουμ διαλόγου αποτρέπει την διάχυση της εσωστρέφειας και επιτρέπει την δημόσια και οργανωμένη ανταλλαγή επιχειρημάτων. Η πείρα της ζωής μου είναι ότι η δημοκρατία στην αριστερά και στην δημοκρατική παράταξη θέλει οργάνωση.
Τρίτο, αποκατάσταση μιας κουλτούρας δημοκρατικού διαλόγου. Οι ύβρεις, οι χαρακτηρισμοί, η εμφάνιση προσωπικών απωθημένων δεν έχουν καμιά σχέση με την αριστερά. Προτείνω τη δημιουργία ενός άτυπου Κώδικα Δεοντολογίας για την αντιμετώπιση του ανθρώπινου ελλείμματος (τοξικότητα, ύβρεις, προσωπικές ατζέντες), Η εσωτερική διαφωνία είναι δικαίωμα. Η δημόσια υπονόμευση είναι διάλυση».
Τέταρτο, οφείλουμε να συμβάλλουμε όλοι μας ώστε να διασφαλιστούν μαχητικές κοινές δράσεις, τόσο στη Βουλή όσο και εξωκοινοβουλευτικά.
Πέμπτο, όπου είναι δυνατό, στη βουλή, στις λαϊκές και μαζικές οργανώσεις συγκρότηση κοινών ομάδων ή έστω ανάληψη κοινών πρωτοβουλιών.
Ποιος πρέπει να είναι ο στόχος τέτοιων και άλλων μέτρων και δράσεων; Ασφαλώς όχι το να βάλουμε το κάρο (τις εκλογές) μπροστά από το άλογο (τον λαό και το κίνημα). Προηγείται η αποκατάσταση των επαφών και στοιχείων εμπιστοσύνης των δρώντων πολιτικά και αριστερά με τα λαϊκά κινήματα αντίστασης, με κάθε τυραννισμένο Έλληνα, με ότι δυναμικό υπάρχει στην χώρα, ενώ τα άλλα έπονται.
V. Από πού να ξεκινήσουμε;
Κατά την συγκρότησή αυτής της συμμαχίας/της συμπαράταξης/των μετώπων, δεν απαιτείται να χάσει κάποιος την οργανωτική του αυτονομία και τον πλούτο της ιδιαιτερότητάς του. Οφείλουν, όμως, όλοι να θέσουν εαυτόν στη διάθεση μιας κοινής πορείας με τις άλλες προοδευτικές δυνάμεις και σε ένα ενωτικό-συμμαχικό πλαίσιο κοινής δράσης και παρουσίας. Να συγκροτηθεί από τα κόμματα και τις ομάδες κομμάτων, τα κινήματα και τις λεγόμενες προσωπικότητες μια προσωρινή κοινή διοικούσα επιτροπή που να μπορεί να τραβήξει το κάρο, δηλαδή, να καταθέσει όταν χρειαστεί ακόμα και ένα κοινό ψηφοδέλτιο.
Το τελευταίο και κρίσιμο ερώτημα είναι και ποιος θα είναι επικεφαλής αυτού του εγχειρήματος πέραν του τυπικού ενός προέδρου της προσωρινής διοικούσας επιτροπής που δεν θα συμμετάσχει στις εκλογές και του οποίου το καθήκον θα είναι να συμβάλλει στην εκλογή ενός προσώπου ως προέδρου της κοινοβουλευτικής ομάδας αυτής της συμμαχίας; Γνωρίζω ότι πολλοί μαχητές της αριστεράς έχουν μεγάλη εμπιστοσύνη σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Αλλά υπάρχουν και πολλοί άλλοι που δεν τρέφουν εκτίμηση για αυτά ακριβώς τα πρόσωπα. Το πρόβλημα είναι υπαρκτό και ας μας κακοφαίνεται και πρέπει να το αντιμετωπίσουμε ευθέως και χωρίς φιοριτούρες. Το ζήτημα είναι δηλαδή, το τι θα κάνουμε με αυτή την υπαρκτή αναντιστοιχία;
Μπορεί κανείς να περιμένει από συντρόφους του Σύριζα που εκτιμούν και αγαπούν βαθιά συγκεκριμένα πρόσωπα να δεχτούν να πάνε στη μάχη χωρίς να είναι επικεφαλής «ο αγαπημένος τους», αυτόν που επιθυμούν και σέβονται; Από την άλλη μπορεί κανείς να απαιτεί ως όρο την αποδοχή αυτής της επιλογής προκειμένου να υπάρξει συνεργασία με τρίτους; Μπορεί να απαιτεί και να προϋποθέτει κανείς από ένα σημερινό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ να έχει τις ίδιες αποδοχές με έναν «κλασσικό αριστερό» ως προς τα πρόσωπα;. Ή αντίστροφα, μπορεί κανείς να αναμένει από στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ την εύκολη αποδοχή ως επικεφαλής ενός τέτοιου συγκροτήματος δυνάμεων κάποιου στελέχους του ΠΑΣΟΚ;
Εδώ υπάρχουν δύο απαντήσεις. Η μια απαιτεί όλοι να συστρατευτούν πίσω από τον εκλεκτό των άλλων. Αυτό μπορεί εκλογικά να γίνει σε ένα βαθμό, αλλά σίγουρα δεν θα είναι η πιο πλατιά και αποτελεσματική επιλογή. Η δεύτερη επιλογή είναι να εκλεγεί ο επικεφαλής από το συμμαχικό μπλοκ δυνάμεων. Η δεύτερη επιλογή είναι ο πιο δημοκρατικός τρόπος και αποτελεσματικός δρόμος συσπείρωσης.
Ερώτημα, από πού μπορεί να εκλεγεί ο Πρόεδρος της νέας κοινοβουλευτικής ομάδας του μπλοκ δυνάμεων της κοινής εκλογικής καθόδου; Ο πιο ορθολογικός τρόπος θα ήταν από την νέα κοινοβουλευτική ομάδα την επομένη των εκλογών. Αλλά μπορεί να υπάρξουν λογικότατες αντιρρήσεις καθότι μια τέτοια επιλογή θα αφαιρέσει από την δυναμικότητά του εγχειρήματος. Σε αυτή την περίπτωση ίσως μια πιο αποτελεσματική επιλογή θα ήταν οι υποψήφιοι των επόμενων εκλογών καθώς και οι νυν βουλευτές και ευρωβουλευτές να ψηφίσουν πριν τις εκλογές των Πρόεδρο της επόμενης ΚΟ που θα είναι και ο πρόεδρος του μπλοκ των δυνάμεων που θα συμπαραταχθούν.
Το πλεονέκτημα της δεύτερης παραλλαγής θα είναι λειτουργικό αν συμφωνηθεί και πρέπει να συμφωνηθεί ότι οι υποψήφιοι θα εκλεγούν μέσα από μαζικές διαδικασίες σε κάθε εκλογική ενότητα-περιοχή. Ότι όλες οι δυνάμεις του μπλοκ θα διαθέσουν ότι καλύτερο έχουν προκειμένου να τον θέσουν στη διάθεση του εκλεκτορικού σώματος, θα κινητοποιήσουν σε πλαίσια άμιλλας και συντροφικότητας όλες τις δυνάμεις τους ώστε οι υποψήφιοι να εκπροσωπούν τις πραγματικές αναλογίες ισχύος όλων των πλευρών. Μέσα δε από μια τέτοια διαδικασία οι πιθανότητες να συγκροτηθεί ένα νέο πολιτικό ρεύμα δεμένο με την κοινωνία δυναμώνουν και το μπλοκ μπορεί να πάρει έναν πιο σταθερό και μόνιμο χαρακτήρα, όπως είχαμε και στο παρελθόν με την ΕΔΑ, το ΠΑΣΟΚ και τον ΣΥΡΙΖΑ. Προσωπικά δεν βλέπω άλλο δρόμο αν θέλουμε να φτιάξουμε κάτι σπουδαιότερο και ισχυρότερο από ότι διαθέτουμε συνολικά σήμερα. Όσοι δε, είναι πεπεισμένοι ότι δικαιούνται να είναι επικεφαλής, δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν με πραγματικές και αυθεντικές μαζικές διαδικασίες, με την συμμετοχή όλων όσων επιθυμούν σε αυτές. Ο μελλοντικός ηγέτης θα είναι και αυτός κερδισμένος από τέτοιες διαδικασίες. Και ακόμα περισσότερο η χώρα και η κοινωνία μας, η πολιτική σκηνή και η πορεία αναγέννησης του τόπου.
Θα μου πουν πολλοί ότι αυτά που προτείνω «δεν γίνονται» ή, πιο σωστά, «δεν γίνονται εύκολα». Έχουν ασφαλώς τα δίκαιά τους. Το κείμενό μου, όμως, δεν αποσκοπεί σε βολικές προτάσεις αποφυγής των δυσκολιών. Δεν επιδιώκει να ευχαριστήσει αυτιά, αλλά να προτείνει το τι πρέπει να γίνει. Ασφαλώς επιχειρήματα για να μην το κάνουμε αυτό που οφείλουμε υπάρχουν «χιλιάδες», αλλά κανένα τους δεν θα μας βγάλει στο ξέφωτο της ιστορίας, της ελπίδας, της αναγέννησης της κοινωνίας και της πατρίδας μας. Και κάποτε πρέπει να τελειώνουμε με την μιζέρια, τις προσωπικές στρατηγικές, τις ήττες. Πρέπει να συμφωνήσουμε τι πρέπει να γίνει και να παλέψουμε ώστε να γίνει. Εγώ κάνω μια πρόταση. Μπορεί να υπάρξουν και άλλες, καλύτερες, όλες τους καλοδεχούμενες.