Η 31η Δεκεμβρίου σηματοδότησε το τέλος της πρώτης και πιο μαζικής φάσης εκκαθάρισης των φοιτητικών καταλόγων στα ελληνικά Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Περισσότεροι από 308.600 μη ενεργοί φοιτητές, που είχαν εισαχθεί σε τετραετή προγράμματα σπουδών πριν από το 2017 και δεν πληρούσαν τα κριτήρια για παράταση φοίτησης, διαγράφηκαν από τα μητρώα των ΑΕΙ, στο πλαίσιο εφαρμογής του Ν. 4957/2022, όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 5224/2025.
Για την κυβέρνηση, πρόκειται για έναν αναγκαίο εξορθολογισμό που κλείνει μια «παθογένεια δεκαετιών». Για σημαντικό τμήμα της πανεπιστημιακής κοινότητας, όμως, η ρύθμιση αποτελεί μια βαθιά πολιτική επιλογή με έντονο κοινωνικό και ταξικό αποτύπωμα, που αλλάζει τον χαρακτήρα του δημόσιου πανεπιστημίου.
Το τέλος των «αιώνιων φοιτητών» και το νέο θεσμικό πλαίσιο
Η διαδικασία διαγραφών βασίζεται σε υπουργική απόφαση που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ τον Οκτώβριο του 2025 και καθιερώνει ενιαία ανώτατη διάρκεια φοίτησης για όλα τα ΑΕΙ, σύμφωνα με το πρότυπο «ν + 2 / ν + 4 / ν + 6».
Για τους εισακτέους από το ακαδημαϊκό έτος 2022-2023 και μετά, η ανώτατη διάρκεια φοίτησης ορίζεται στα έξι χρόνια για τα τετραετή προγράμματα (ν+2) και στα οκτώ για τα πενταετή (ν+4). Για τους παλαιότερους φοιτητές, ο χρόνος άρχισε να μετρά από το 2021-2022, με περιορισμένες μεταβατικές προβλέψεις και χωρίς δυνατότητα περαιτέρω παράτασης. Η υπέρβαση των ορίων οδηγεί σε αυτοδίκαιη διαγραφή με απόφαση Κοσμητείας ή Συγκλήτου, αφού προηγηθεί ενημέρωση και έκδοση σχετικών βεβαιώσεων.
Οι πρώτες πλήρως αυτοδίκαιες διαγραφές αναμένονται από το ακαδημαϊκό έτος 2026-2027, ωστόσο η εφαρμογή του μέτρου έχει ήδη ξεκινήσει σε αρκετά τμήματα.
Η κυβερνητική επιχειρηματολογία: «Πτυχία με αξία και πανεπιστήμια που μπορούν να σχεδιάζουν»
Η υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, Σοφία Ζαχαράκη, υπερασπίζεται τη ρύθμιση ως μια αναγκαία τομή. Όπως τονίζει, το καθεστώς των ανενεργών φοιτητών «αδικούσε τους πάντες»: τα ιδρύματα που αδυνατούσαν να προγραμματίσουν, τους ενεργούς φοιτητές που προσπαθούσαν να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους και τους ίδιους τους φοιτητές που παρέμεναν εγκλωβισμένοι, χωρίς ουσιαστική σχέση με το πανεπιστήμιο.
Η υπουργός υπογραμμίζει ότι το νέο πλαίσιο δεν είναι άκαμπτο, καθώς προβλέπει εξαιρέσεις για εργαζόμενους φοιτητές, για λόγους υγείας ή σοβαρές οικογενειακές και κοινωνικές υποχρεώσεις. «Δεν αντιμετωπίζουμε όλους το ίδιο, αλλά τον καθένα δίκαια», σημειώνει, κάνοντας λόγο για χιλιάδες φοιτητές που αξιοποίησαν τη «δεύτερη ευκαιρία» που δόθηκε από τον νόμο. Τα ακριβή στοιχεία, σύμφωνα με το υπουργείο, θα ανακοινωθούν τις επόμενες ημέρες.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο υφυπουργός Παιδείας και αρμόδιος για την Ανώτατη Εκπαίδευση, καθηγητής Νίκος Παπαϊωάννου, χαρακτηρίζει την εκκαθάριση των καταλόγων «ουσιαστικό βήμα εξορθολογισμού». Με επικαιροποιημένα μητρώα, υποστηρίζει, τα πανεπιστήμια μπορούν να σχεδιάζουν με ακρίβεια τις ανάγκες τους σε προσωπικό, υποδομές και χρηματοδότηση, βελτιώνοντας την ποιότητα των σπουδών και τη θέση τους στις διεθνείς κατατάξεις.
Η εφαρμογή στην πράξη και οι πρώτες αντιδράσεις
Παρά τη θεσμική επιχειρηματολογία, η εφαρμογή του μέτρου έχει ήδη προκαλέσει ισχυρές αντιδράσεις. Στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, όπως επισημαίνει ο καθηγητής και πρώην κοσμήτορας της Σχολής Καλών Τεχνών, κ. Λεοντάρης, έχουν διαγραφεί περίπου 300 φοιτητές. Πολλοί από αυτούς, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν εγκατέλειψαν τις σπουδές τους από αδιαφορία, αλλά ακολούθησαν συνειδητές διαδρομές: εργάστηκαν, δημιούργησαν οικογένεια ή επέλεξαν να ολοκληρώσουν πρώτα σπουδές σε δραματικές σχολές, προκειμένου να αποκτήσουν καλλιτεχνική εμπειρία, και σκόπευαν να επιστρέψουν στο πανεπιστήμιο αργότερα.
Αυτή η δυνατότητα, που επί δεκαετίες αποτελούσε άτυπο αλλά υπαρκτό χαρακτηριστικό του δημόσιου πανεπιστημίου, πλέον περιορίζεται δραστικά.
Η παραίτηση Λεοντάρη και το επιχείρημα της «ταξικής διάστασης»
Η σύγκρουση αποτυπώθηκε με τον πιο θεσμικό τρόπο στην παραίτηση του κ. Λεοντάρη από τη θέση του κοσμήτορα. Στην επιστολή του κάνει λόγο για «αυταρχική επιβολή ενός επιστημονικά ατεκμηρίωτου, παιδαγωγικά απαράδεκτου και κοινωνικά άδικου μέτρου», τονίζοντας ότι οι διαγραφές πλήττουν κυρίως φοιτητές από λαϊκές και εργατικές οικογένειες.
Κατά τον ίδιο, η ρύθμιση έχει σαφές ταξικό πρόσημο: φοιτητές που αναγκάζονται να εργάζονται – συχνά ανασφάλιστοι και χωρίς τα απαιτούμενα δικαιολογητικά – αδυνατούν να συνδυάσουν εργασία και κανονική φοίτηση και τελικά διαγράφονται. Το μέτρο, υποστηρίζει, παρουσιάζεται ως «εκσυγχρονισμός», αλλά στην πράξη λειτουργεί ως στοχοποίηση κοινωνικών ομάδων με περιορισμένους πόρους.
«Καθαρισμός καταλόγων» ή πολιτική επιλογή;
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί και η κριτική στη ρητορική που έχει χρησιμοποιηθεί από κυβερνητικά στελέχη περί «καθαρισμού» των φοιτητικών καταλόγων. Για τους επικριτές του μέτρου, η φρασεολογία αυτή δεν είναι ουδέτερη: υποδηλώνει έναν διαχωρισμό ανάμεσα σε «επιθυμητούς» και «ανεπιθύμητους» φοιτητές, υποβαθμίζοντας ανθρώπινες διαδρομές σε διοικητικά μεγέθη.
Ο κ. Λεοντάρης επισημαίνει ότι οι λεγόμενοι «αιώνιοι» φοιτητές δεν επιβαρύνουν ουσιαστικά τα ιδρύματα, καθώς δεν χρησιμοποιούν υποδομές ούτε δεσμεύουν πόρους. Το πραγματικό πρόβλημα της αναλογίας διδασκόντων-φοιτητών, σημειώνει, δεν λύνεται με διαγραφές αλλά με μαζικές προσλήψεις διδακτικού προσωπικού.
Δημόσιο ή ιδιωτικό μονοπάτι γνώσης;
Ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα σημεία της νομοθεσίας είναι η πρόβλεψη ότι τα ECTS που έχουν αποκτηθεί μπορούν να αναγνωριστούν σε περίπτωση εγγραφής σε ιδιωτικό ΑΕΙ. Για τους επικριτές, πρόκειται για μια ρύθμιση που, έμμεσα, ωθεί διαγεγραμμένους φοιτητές προς την ιδιωτική ανώτατη εκπαίδευση, αμφισβητώντας τον δημόσιο χαρακτήρα της γνώσης.
Στο βάθος της αντιπαράθεσης βρίσκεται ένα θεμελιώδες ερώτημα: είναι η ανώτατη εκπαίδευση ένα δημόσιο αγαθό χωρίς «ημερομηνία λήξης» ή ένα δικαίωμα αυστηρά περιορισμένο από διοικητικά χρονοδιαγράμματα;
Ένας διάλογος που μόλις ξεκίνησε
Η «μεγάλη σφαγή» των μη ενεργών φοιτητών μπορεί να ολοκληρώθηκε τυπικά, αλλά ο πολιτικός και κοινωνικός διάλογος μόλις αρχίζει. Από τη μία, η κυβέρνηση προτάσσει την ανάγκη για πτυχία “με αξία”, θεσμική συνέπεια και πανεπιστήμια που μπορούν να λειτουργούν με κανόνες. Από την άλλη, πανεπιστημιακοί και φοιτητές μιλούν για περιορισμό της πρόσβασης στη γνώση και για ένα δημόσιο πανεπιστήμιο λιγότερο ανοιχτό στις πραγματικές συνθήκες ζωής των νέων ανθρώπων.
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν η εκκαθάριση των καταλόγων θα οδηγήσει πράγματι σε αναβάθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης ή αν θα αποτελέσει ένα ακόμα σημείο ρήξης γύρω από το ποιος έχει δικαίωμα να σπουδάζει – και με ποιους όρους – στο ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο.