Χρήστος Γούλας*
Οι ελλείψεις εργατικών χεριών έχουν εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους δομικούς περιορισμούς της ελληνικής οικονομίας. Ιδιαίτερα έντονο είναι το φαινόμενο στον πρωτογενή τομέα, στις κατασκευές και στον τουρισμό, δηλαδή σε τρεις από τους κλάδους με τη μεγαλύτερη συμβολή στο ΑΕΠ και στην απασχόληση. Σε αγροτικές καλλιέργειες λείπουν χέρια για βασικές εποχικές εργασίες, στα εργοτάξια παρατηρούνται μεγάλες ελλείψεις ειδικευμένων και ανειδίκευτων εργατών, ενώ στις τουριστικές περιοχές οι επιχειρήσεις αναφέρουν δυσκολίες στην κάλυψη ακόμη και βασικών θέσεων φιλοξενίας και εστίασης.
Παρά τη βελτίωση ορισμένων δεικτών τα τελευταία χρόνια, τα συνολικά ποσοστά απασχόλησης στην Ελλάδα παραμένουν χαμηλά σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αυτό σημαίνει ότι ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού παραμένει εκτός αγοράς εργασίας, όχι λόγω έλλειψης διάθεσης, αλλά συχνά λόγω του ότι οι διαθέσιμες θέσεις χαρακτηρίζονται από εποχικότητα, χαμηλές αποδοχές, έντονη εργασιακή πίεση και περιορισμένες προοπτικές εξέλιξης. Έτσι, ενώ οι επιχειρήσεις δηλώνουν ότι «δεν βρίσκουν προσωπικό», πολλοί δυνητικοί εργαζόμενοι δεν βρίσκουν λόγο να ενταχθούν σε θέσεις που δεν προσφέρουν σταθερότητα και αξιοπρεπείς όρους εργασίας.
Το φαινόμενο επιτείνεται από τη δημογραφική συρρίκνωση και τη μετανάστευση νέων στο εξωτερικό. Παράλληλα, η Ελλάδα δυσκολεύεται να προσελκύσει και να εντάξει μεταναστευτικούς πληθυσμούς, οι οποίοι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες καλύπτουν σταθερά κρίσιμα κενά σε γεωργία, κατασκευές και τουρισμό. Η γραφειοκρατία, η απουσία οργανωμένων καναλιών νόμιμης εισόδου και η αβεβαιότητα των όρων εργασίας αποθαρρύνουν πολλούς δυνητικούς εργαζόμενους.
Η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί ένα συνεκτικό και πολυεπίπεδο σχέδιο. Πρώτον, αναβάθμιση των όρων εργασίας: δίκαιες αμοιβές, σταθερότητα, προστασία και καλύτερη οργάνωση του χρόνου εργασίας. Δεύτερον, στοχευμένη κατάρτιση και αναβάθμιση δεξιοτήτων, με έμφαση σε αγροτικές, τεχνικές και τουριστικές ειδικότητες όπου οι ελλείψεις είναι επίμονες. Τρίτον, ένα σύγχρονο και αξιόπιστο πλαίσιο νόμιμης μετανάστευσης, που θα επιτρέπει την ομαλή ένταξη εργαζομένων από τρίτες χώρες με απόλυτο σεβασμό στα δικαιώματα τους, αλλά την ίδια στιγμή θα ανταποκρίνεται και στις διαγνωσμένες ανάγκες της οικονομίας.
Στο επίπεδο των πολιτικών απασχόλησης, είναι πλέον σαφές ότι οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν χωρίς μια αποφασιστική στροφή προς την ενίσχυση των εργαζομένων και τη βελτίωση των όρων εργασίας τους. Η χώρα χρειάζεται πολιτικές που να στηρίζουν πραγματικά τους ανθρώπους της εργασίας, να τους προσφέρουν ασφάλεια, προοπτική και αξιοπρέπεια. Η αναβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών απασχόλησης οφείλει να συνδεθεί με ισχυρή, εξατομικευμένη υποστήριξη των ανέργων και των εργαζομένων σε μετάβαση, με έμφαση στην συμβουλευτική, στην ποιοτική κατάρτιση και στη διασφάλιση ότι κάθε πρόγραμμα οδηγεί σε πραγματικές, ποιοτικές θέσεις εργασίας .
Απαραίτητη επίσης είναι μια στροφή προς πολιτικές που βελτιώνουν αισθητά τις συνθήκες εργασίας στους κλάδους όπου επικρατεί η μεγαλύτερη επισφάλεια. Η εποχικότητα στον τουρισμό, οι εντατικοί ρυθμοί στις κατασκευές και η σκληρή εργασία στον πρωτογενή τομέα δεν μπορούν να αποτελούν άλλοθι για χαμηλές αμοιβές και ασταθή ωράρια. Απαιτούνται κίνητρα για την επέκταση της διάρκειας των εποχικών συμβάσεων, για την επέκταση της περιόδου λήψης του επιδόματος ανεργίας στον τουρισμό, για την παροχή αξιοπρεπούς στέγασης σε νησιωτικές περιοχές, και για την εφαρμογή αυστηρών κανόνων υγείας και ασφάλειας.
Παράλληλα, η ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας αποτελεί κρίσιμο εργαλείο για να διασφαλιστούν κατώτατα επίπεδα αμοιβών, σταθερότητας και συνθηκών εργασίας. Σε κλάδους όπου κυριαρχούν οι άτυπες πρακτικές, η ύπαρξη ισχυρών συλλογικών ρυθμίσεων όχι μόνο προστατεύει τους εργαζομένους, αλλά βελτιώνει και τη συνολική ποιότητα του κλάδου. Τέλος, είναι κρίσιμη η επανασύνδεση των πολιτικών απασχόλησης με την περιφερειακή παραγωγική διάσταση: σε νησιωτικές και αγροτικές περιοχές, όπου οι συνθήκες διαβίωσης είναι συχνά αποτρεπτικές. Χρειάζονται στεγαστικές πολιτικές, υποδομές, συγκοινωνίες και υπηρεσίες που να επιτρέπουν στους εργαζομένους να ζουν και να εργάζονται με αξιοπρέπεια, αλλά και να αιμοδοτών τα παραγωγικά δίκτυα και τις αλυσίδες αξίας του τόπου τους.
Αν δεν υπάρξουν αποφασιστικές παρεμβάσεις, οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού θα συνεχίσουν να περιορίζουν την παραγωγή, να καθυστερούν έργα και να πιέζουν την ανταγωνιστικότητα της χώρας, αλλά, κυρίως, να υπονομεύουν την ίδια την παραγωγική της βιωσιμότητα σε βάθος χρόνου. Το πραγματικό ζητούμενο είναι να διαμορφώσουμε μια αγορά εργασίας που να μπορεί να προσελκύει, να συγκρατεί και να αξιοποιεί το ανθρώπινο δυναμικό. Μια αγορά ικανή να στηρίξει την σταθερή, ισόρροπη και βιώσιμη ανάπτυξη σε ένα περιβάλλον που αλλάζει ταχύτατα και που απαιτεί νέα πρότυπα οργάνωσης και ποιότητας της εργασίας.
*Ο Χρήστος Γούλας, PhD, είναι Γενικός Διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας ΓΣΕΕ.






