Η κυβέρνηση επιμένει σε έναν προσανατολισμό που δίνει προτεραιότητα στη μείωση του χρέους και στη δημιουργία πλεονασμάτων, την ώρα που η οικονομία στηρίζεται στην εγχώρια ζήτηση και οι επενδύσεις δεν μεταβάλλουν το παραγωγικό υπόδειγμα της χώρας.
Στοιχεία για τον προϋπολογισμό του 2026
Του Κώστα Μελά
1.
Εξ αρχής θα πρέπει να ειπωθεί ότι πρόκειται για ένας ακόμα κλασικός προϋπολογισμός Μητσοτάκη. Ο κύριος και πρωταρχικός στόχος του προϋπολογισμού, ως του βασικού εργαλείου χάραξης και άσκησης της δημοσιονομικής πολιτικής αποτελεί η μείωση του λόγου Δημοσίου Χρέους προς το ΑΕΠ (ΔΧ/ΑΕΠ). Ο στόχος αυτός συνάδει με την γενικότερη θεωρητική κατεύθυνση της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής. Πάση θυσία η Ελλάδα θα πρέπει να φαίνεται (προσοχή να φαίνεται ανεξαρτήτως αν είναι) ότι βελτιώνεται σε επιλεγμένα μακροοικονομικά μεγέθη που επιλέγουν να κοιτούν οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές και οι οίκοι αξιολόγησης. Αυτό συνάδει αρμονικά ότι η Ελλάδα μπορεί να βελτιώσει τη μεγέθυνση της οικονομίας της μόνο με εισαγόμενους πόρους από το εξωτερικό : είτε μέσω της πώλησης (ιδιωτικοποίησης) κάθε δημόσιου και ιδιωτικού πλουτοπαραγωγικού πόρου, είτε μέσω δανεισμού, είτε μέσω τοποθετήσεων κεφαλαίων σε διάφορους βραχυπρόθεσμους χρηματοπιστωτικούς τίτλους με στόχο το άμεσο κέρδος. Δύο πρωτίστως είναι οι προϋποθέσεις για την «επιτυχία» αυτής της οικονομικής πολιτικής: τα δημοσιονομικά πλεονάσματα (πρωτογενές και γενικό) και συγκράτηση των αμοιβών εργασίας σε επίπεδα κάτω ή ίσα με την παραγωγικότητα εργασίας. Η συγκράτηση των αμοιβών εργασίας, ειρήσθω εν παρόδω, συμβάλλει στη «βελτίωση» του δείκτη της ανταγωνιστικότητας ως προς το κόστος εργασίας ανά μονάδα εργασίας. Έτσι, η ανταγωνιστικότητα ως προς το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος σε σύγκριση με τις άλλες οικονομίες της ευρωζώνης έχει σημειώσει μεγάλη βελτίωση τα τελευταία 10 έτη όπως φαίνεται στο Γράφημα 1, εις βάρος των αμοιβών εργασίας. Επίσης η ακολουθούμενη πολιτική αμοιβών της κυβέρνησης Μητσοτάκη συγκρατεί περισσότερο της αμοιβές εργασίας σε σχέση με τις υπόλοιπες αναφερόμενες χώρες της ΕΕ!!!
Γράφημα 1
Εναρμονισμένος Δείκτης Ανταγωνιστικότητας

Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδος, Νομισματική Έκθεση 2024-2025
Συνοπτικά η ακολουθούμενη οικονομική πολιτική αυτής της μορφής, παραδίδει την παραγωγική δομή της χώρας στις επιλογές των κατόχων των εισαγόμενων κεφαλαίων, αυξάνει τις τιμές των προσφερόμενων αγαθών και ιδίως των αντίστοιχων υπηρεσιών και κατά συνέπεια τα επιχειρηματικά κέρδη (Γράφημα 2) ενώ η συγκράτηση των αμοιβών εργασίας λειτουργούν εις βάρος της αγοραστικής δύναμης των Ελλήνων καταναλωτών.
Γράφημα 2

Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδος, Νομισματική Έκθεση 2024-2025
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δίνει μικρές αυξήσεις αμοιβών σε διάφορες κοινωνικές ομάδες, στη βάση ότι καλυτερεύουν τα μακροοικονομικά στοιχεία τα τελευταία έτη. Βεβαίως η απορρόφηση από το εισοδηματικό κύκλωμα μέσω της φορολογίας είναι υπέρμετρη σε σχέση με τις επιστροφές που διατυμπανίζει ότι πραγματοποιεί η κυβέρνηση. Όλοι οι προϋπολογισμοί της κυβέρνησης ΝΔ δεν ανταποκρίνονται καθόλου στις κοινωνικές ανάγκες των πολιτών. Ωστόσο, δεν ανταποκρίνονται οι προϋπολογισμοί ούτε στις ανάγκες της οικονομίας. Προτάσσεται, επομένως, η υπέρμετρη δημοσιονομική πειθαρχία, για να προκύψουν τα απαραίτητα πλεονάσματα, στην υπηρεσία της θεωρίας ότι μεγέθυνση της οικονομίας θα προέλθει από την αύξηση του πλούτου των ολίγων οι οποίοι στη συνέχεια θα διαχύσουν μέρος αυτού του πλούτου προς του κάτω. Στο υπόδειγμα αυτό είναι ιστορικά αποδεδειγμένο ότι οι πλούσιοι θα γίνουν πλουσιότεροι και οι φτωχοί, φτωχότεροι ή τουλάχιστον να παραμένουν στο ίδιο επίπεδο παίρνοντας το αντίδωρο των 5 ή 15 ευρώ.
2.
Σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού οι εξελίξεις των βασικών μακροοικονομικών μεγεθών παρουσιάζονται στον Πίνακας 1 που ακολουθεί.
Πίνακας 1
Βασικά μεγέθη της ελληνικής οικονομίας (% ετήσιες μεταβολές, σταθερές τιμές)

Σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση , εκτιμάται ότι ο ρυθμός μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας για το 2026 θα ανέλθει στο 2,4% . Αντιθέτως οι εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (2,2%) και της Τραπέζης της Ελλάδος (2,0%) είναι περισσότερο συγκρατημένες.
Ο ρυθμός μεγέθυνσης ωθείται αποκλειστικά από την εγχώρια ζήτηση καθώς οι καθαρές εξαγωγές συμβάλλουν αρνητικά. Πρέπει να υπογραμμιστεί στο σημείο αυτό ότι το Υπουργείο Οικονομικών προσπαθεί να αποκρύψει το τελευταίο σημείο αναφερόμενο μόνο σε καθαρές εξαγωγές υπηρεσιών!!!! Μέσω αυτής της απόκρυψης, αποκρύπτεται και η αποτυχία της επιλογής ότι η μεγέθυνση της οικονομίας θα στηρίζεται στις εξαγωγές!!!!
Η πραγματική καταναλωτική δαπάνη προβλέπεται να αυξηθεί κατά 1,5% το 2026 σε ετήσια βάση, δεδομένου ότι η ιδιωτική κατανάλωση αναμένεται να αυξηθεί κατά 1,7% και η δημόσια κατανάλωση κατά 0,7%, εμφανώς όμως μειωμένη σε σχέση με το 2025 όπου η συνολική καταναλωτική δαπάνη θα κλείσει κοντά στο 2,0% , δεδομένου ότι η ιδιωτική και δημόσια κατανάλωση θα αυξηθούν αντίστοιχα κατά 1,9% και 1,4% αντίστοιχα.
Ο ρυθμός αύξησης του Ακαθάριστου Σχηματισμού Παγίου Κεφαλαίου (ΑΣΠΚ) εκτιμάται ότι θα ανέλθει σε 10,2% σε ετήσια βάση και σταθερές τιμές έναντι 5,7% το 2025. Έχει σημασία να σημειωθεί ότι και το 2025 η πρόβλεψη ήταν για ρυθμό αύξησης 8,4% και τελικά προσγειώθηκε στο 5,7%!!!! Επομένως ας είμαστε αρκετά επιφυλακτική. Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι το 53% περίπου της αύξησης των επενδύσεων εκτιμάται ότι θα προέλθει από τις επενδύσεις σε κατοικίες και διάφορες κατασκευές (μεταβολή 13,8% σε ετήσια βάση) και το υπόλοιπο 47% από τις επενδύσεις σε πάσης φύσεως εξοπλισμό (μεταβολή 10,1% σε ετήσια βάση) καθώς και από τις επενδύσεις σε αγροτικά και λοιπά αγαθά (μεταβολή 2,4% σε ετήσια βάση). Μόνο το γεγονός ότι οι επενδύσεις σε κατοικίες και κατασκευές ξεπερνούν όλες τις υπόλοιπες στις οποίες περιλαμβάνονται οι επενδύσεις σε μεταφορικά μέσα σε οπλικά συστήματα κτλ γίνεται αντιληπτό ότι δεν υφίσταται καμία αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος.
Παράλληλα οι Δαπάνες Προϋπολογισμού Δημοσίων Επενδύσεων (εκτός Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας) , για το έτος 2026 διατίθενται πόροι ύψους 9.500 εκατ. ευρώ, (μειωμένες σε σχέση με το 2025 όπου ανέρχονταν σε 9.700 εκατομμύρια ευρώ) με κατανομή της συνολικής δαπάνης μεταξύ των έργων που θα συγχρηματοδοτηθούν από πόρους της ΕΕ, ύψους 6.200 εκατ. ευρώ και εκείνων που θα χρηματοδοτηθούν αποκλειστικά από εθνικούς πόρους, ύψους 3.300 εκατ. ευρώ.
Το όριο των δαπανών για την υλοποίηση δράσεων που χρηματοδοτούνται από το σκέλος των επιχορηγήσεων του ΤΑΑ ανέρχεται σε 7.192 εκατ. ευρώ για το 2026, (αυξημένες σε σχέση με το 2025 (4.900 εκατ. ευρώ) πέραν του ορίου δαπανών που αφορά στο εθνικό και το συγχρηματοδοτούμενο σκέλος του προϋπολογισμού δημοσίων επενδύσεων.
Στον Πίνακα 2 παρουσιάζεται η εξέλιξη των δαπανών προϋπολογισμού δημοσίων επενδύσεων τη περίοδο 2015-2026.
Πίνακας 2
Διαχρονική εξέλιξη δαπανών προϋπολογισμού δημοσίων επενδύσεων 2015 – 2026 (σε εκατ. ευρώ)

Παρατηρούμε το εξής: Από το έτος 2020, αν εξαιρέσουμε τους πόρους του ΤΑΑ , το Εθνικό και Συγχρηματοδοτούμενο πρόγραμμα ΔΕ ως ποσοστό του ΑΕΠ βαίνει μειούμενο, από 6,35% το 2020 στο 3,65% το 2026.
Αυτό που χρειάζεται να σημειωθεί είναι ότι παρά τα θηριώδη πρωτογενή πλεονάσματα το συγχρηματοδοτούμενο τμήμα παραμένει ουσιαστικά σταθερό !! Οι εθνικοί πόροι που διατίθενται εξακολουθούν να είναι ένα πολύ χαμηλό ποσοστό του συνόλου του ΠΔΕ. Το ερώτημα που προκύπτει είναι το ακόλουθο: το όλα για τη μείωση του λόγου ΔΧ/ΑΕΠ μήπως θα έπρεπε να μετατραπεί ως πολιτική που θα ήταν περισσότερο επικεντρωμένη στη χρηματοδότηση εκείνων των επενδύσεων που θα υποστήριζαν μια περισσότερο βιώσιμη και ισορροπημένη ανάπτυξη και για τα επόμενα έτη όταν δεν θα υπάρχουν οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (λήγουν το 2026) και τα θηριώδη πρωτογενή πλεονάσματα εκ των πραγμάτων δεν θα είναι εύκολο να επιτευχθούν αλλά και τα πληθωριστικά έσοδα που βοηθούν στην παραγωγή των πλεονασμάτων επίσης θα μειωθούν δραστικά ;