Η άφιξη του Πάπα Λέοντα ΙΔ’ στο Φανάρι το μεσημέρι του Σαββάτου σηματοδότησε την έναρξη ενός αποστολικού ταξιδιού με ιδιαίτερο βάρος για τον χριστιανικό κόσμο. Είναι η πρώτη επίσημη επίσκεψη του Ποντίφικα μετά την εκλογή του και συνοδεύεται από έντονη συμβολική φόρτιση, καθώς γίνεται σε μια εποχή έντονων συγκρούσεων και ανησυχιών για την ειρήνη.
Στην είσοδο του Πατριαρχικού Ναού του Αγίου Γεωργίου, τον Πάπα υποδέχθηκε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος. Οι δύο προκαθήμενοι άναψαν μαζί κερί, προσκύνησαν την εικόνα και παρακολούθησαν τη Δοξολογία, παρουσία του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεοδώρου, ιεραρχών των Εκκλησιών Κωνσταντινούπολης και Ρώμης και εκπροσώπων του διπλωματικού σώματος.
Η συνάντηση θεωρείται ιστορική και για έναν επιπλέον λόγο. Οι δύο άνδρες συναντώνται στη Νίκαια της Βιθυνίας 1.700 χρόνια μετά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, γεγονός που προσδίδει στην επίσκεψη χαρακτήρα βαθιάς εκκλησιαστικής μνήμης και διαχριστιανικής συνέχειας.
Η υπογραφή της Κοινής Διακήρυξης
Μετά τη Δοξολογία, ο Πάπας και ο Οικουμενικός Πατριάρχης πέρασαν στην Αίθουσα του Θρόνου, όπου πραγματοποιήθηκε η τελετή υπογραφής της Κοινής Δήλωσης. Ακολούθησε ανταλλαγή δώρων, η γνωριμία με τους ιεράρχες και τα μέλη της παπικής συνοδείας και στη συνέχεια μια κατ’ ιδίαν συνάντηση στο πατριαρχικό γραφείο. Η Διακήρυξη αναμένεται να αποτελέσει σημείο αναφοράς για τον διάλογο μεταξύ των δύο Εκκλησιών τα επόμενα χρόνια.
Η λειτουργία στην Κωνσταντινούπολη και τα μέτρα ασφαλείας
Στις 17:00, ο Πάπας Λέων ΙΔ’ πρόκειται να προστεί μαζικής θείας λειτουργίας στον κλειστό χώρο εκδηλώσεων «Volkswagen Arena». Η τουρκική κυβέρνηση έχει επιβάλει εκτεταμένα μέτρα ασφαλείας, με κλειστούς δρόμους και αυξημένες περιπολίες. Η έντονη βροχόπτωση επιδείνωσε το κυκλοφοριακό χάος στην Κωνσταντινούπολη.
Στο πλαίσιο της επίσκεψης, ο Πάπας επισκέφθηκε και το Μπλε Τζαμί. Υποκλίθηκε πριν εισέλθει, ξεναγήθηκε από τον ιμάμη, ωστόσο δεν προσευχήθηκε, επιλογή που ερμηνεύεται ως μια προσπάθεια σεβασμού της θρησκευτικής παράδοσης χωρίς να δημιουργηθούν παρερμηνείες.
Το τελετουργικό της Δοξολογίας
Κατά τη διάρκεια της Δοξολογίας στον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου, οι δύο προκαθήμενοι στάθηκαν δίπλα δίπλα σε μια στιγμή που αποτυπώνει την κοινή τους βούληση για προσέγγιση. Παρόντες ήταν επίσης υψηλόβαθμοι ιεράρχες από Κωνσταντινούπολη και Ρώμη, καθώς και διπλωματικοί εκπρόσωποι, στοιχείο που υπογραμμίζει την ευρύτερη σημασία της επίσκεψης.
Ένα ταξίδι με προεκτάσεις πέρα από τα εκκλησιαστικά
Η επίσκεψη του Πάπα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο εκλαμβάνεται ως μια προσπάθεια όχι μόνο θεολογικής σύγκλισης αλλά και ενίσχυσης του μηνύματος ειρήνης σε έναν κόσμο που δοκιμάζεται από πολέμους και διχασμούς. Ο συμβολισμός της Κωνσταντινούπολης, ένας τόπος όπου συναντώνται θρησκείες, ιστορίες και πολιτισμοί, ενισχύει ακόμη περισσότερο το βάρος της στιγμής.
Η συνέχεια της επίσκεψης, τόσο στην επίσημη ατζέντα όσο και στα πολιτικά της αντίκτυπα, αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον από τη διεθνή κοινότητα.
Η Κοινή Διακήρυξη
«Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι χρηστός,
ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ» [Ψαλμ. 106 (και 105), 1]
Κατά την προτεραία της εορτής του Αγίου Ανδρέα του Πρωτοκλήτου Αποστόλου, αδελφού του Αποστόλου Πέτρου και προστάτη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ημείς, ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ και ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, αναπέμπουμε ολοκάρδιες ευχαριστίες στο Θεό, τον ελεήμονα Πατέρα μας, για τη δωρεά της αδελφικής αυτής συνάντησης. Ακολουθώντας το παράδειγμα των μακαριστών προκατόχων μας, και υπακούοντας στο θέλημα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, συνεχίζουμε να βαδίζουμε με στέρεη αποφασιστικότητα επί της οδού του διαλόγου, ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπῃ (Ἐφεσ. 4,15), προς την ελπιζόμενη αποκατάσταση πλήρους Κοινωνίας μεταξύ των αδελφών Εκκλησιών μας. Έχοντες επίγνωση του γεγονότος ότι η ενότητα των Χριστιανών δεν είναι απλώς αποτέλεσμα ανθρωπίνων προσπαθειών, αλλά ένα δώρο το οποίο έρχεται άνωθεν, προσκαλούμε όλα τα μέλη των Εκκλησιών μας ─κληρικούς, μοναχούς, ανθρώπους αφιερωμένους στον Θεό, και τους πιστούς λαϊκούς─ να επιζητήσουν ειλικρινώς την εκπλήρωση της προσευχής την οποίαν απηύθυνε ο Ιησούς Χριστός προς τον Πατέρα : «ἵνα πάντες ἓν ὦσι, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, […] ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ […]» (Ιω. 17,21).
Ο εορτασμός μνήμης της 1700ής επετείου της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας, τελούμενος κατά την προτεραία της συνάντησής μας, ήταν μία εξαίρετη στιγμή Χάριτος. Η Σύνοδος της Νικαίας, η οποία συνήλθε το έτος 325 μ.Χ., ήταν μία εκδήλωση της Θείας Πρόνοιας υπέρ της ενότητος. Ο σκοπός του εορτασμού μνήμης αυτού του γεγονότος, ωστόσο, δεν είναι απλώς η υπόμνηση της ιστορικής σπουδαιότητος της Συνόδου, αλλά η συνέχιση της παρακίνησης προς εμάς να είμεθα διαρκώς ανοικτοί στο ίδιο Άγιο Πνεύμα το οποίο ωμίλησε μέσω της Νικαίας, καθώς παλεύουμε με τις πολυάριθμες προκλήσεις της εποχής μας. Είμεθα βαθιά ευγνώμονες σε όλους τους ηγέτες και τους εκπροσώπους άλλων Εκκλησιών και εκκλησιαστικών κοινοτήτων οι οποίοι ήσαν πρόθυμοι να μετάσχουν αυτής της εκδήλωσης. Πέραν της αναγνώρισης των κωλυμάτων τα οποία εμποδίζουν την αποκατάσταση πλήρους Κοινωνίας μεταξύ όλων των Χριστιανών ─κωλυμάτων τα οποία επιζητούμε να αντιμετωπίσουμε δια της οδού του θεολογικού διαλόγου─ πρέπει επίσης να αναγνωρίζουμε ότι αυτό το οποίο μας συνδέει είναι η πίστη η οποία εκφράσθηκε στο Δόγμα της Νικαίας. Είναι η σωτήρια πίστη στο πρόσωπο του Υιού του Θεού, Θεού αληθινού εκ Θεού αληθινού, ὁμοουσίου τῷ Πατρί, ο οποίος δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν ἐνηνθρώπισε και ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, ἐσταυρώθη, ἀπέθανε καὶ ἐτάφη, ἀνέστη τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ, ἀνῆλθε εἰς τοὺς οὐρανούς, καὶ πάλιν θα έλθει κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς. Μέσῳ της έλευσης του Υιού του Θεού, μυούμεθα στο μυστήριο της Αγίας Τριάδος ─Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος─ και καλούμεθα να γίνουμε, μέσα στο και μέσα από το πρόσωπο του Χριστού, τέκνα του Πατρός και συγκληρονόμοι, μαζί με τον Χριστό, δια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Προικισμένοι με αυτή την κοινή Ομολογία, είμεθα ικανοί να αντιμετωπίσουμε τις κοινές μας προκλήσεις, φέροντες τη μαρτυρία της πίστεως που εκφράσθηκε στη Νίκαια με αμοιβαίο σεβασμό, και να εργασθούμε από κοινού προς συγκεκριμένες λύσεις, με γνήσια ελπίδα.
Είμεθα πεπεισμένοι ότι ο εορτασμός μνήμης αυτής της σημαίνουσας επετείου μπορεί να εμπνεύσει νέα και θαρραλέα βήματα επί της οδού προς την ενότητα. Μεταξύ των αποφάσεών της η Α΄ Σύνοδος της Νικαίας παρέσχε επίσης τα κριτήρια για τον προσδιορισμό της ημερομηνίας του Πάσχα, κοινής για όλους τους Χριστιανούς. Είμεθα ευγνώμονες στη Θεία Πρόνοια που, φέτος, ολόκληρος ο χριστιανικός κόσμος εώρτασε το Πάσχα την ίδια ημέρα. Είναι κοινή μας επιθυμία να συνεχισθεί η διαδικασία διερεύνησης μιας πιθανής λύσης για από κοινού τέλεση της Εορτής των Εορτών κάθε έτος. Ελπίζουμε και προσευχόμεθα όλοι οι Χριστιανοί, «ἐν πάσῃ σοφίᾳ καὶ συνέσει πνευματικῇ» (Κολ. 1,9), να δεσμευθούν στη διαδικασία επίτευξης κοινού εορτασμού της λαμπρής Αναστάσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Κατά το έτος αυτό τελούμε επίσης τη μνήμη της 60ής επετείου της ιστορικής Κοινής Διακήρυξης των μακαριστών προκατόχων μας, Πάπα Παύλου ς΄ και Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα, η οποία εξάλειψε την ανταλλαγή αναθεμάτων του 1054. Ευχαριστούμε τον Θεό που εκείνη η προφητική χειρονομία οδήγησε τις Εκκλησίες μας να επιδιώξουν, «σε πνεύμα εμπιστοσύνης, εκτίμησης και αμοιβαίας ευσπλαχνίας, τον διάλογο, ο οποίος, με τη βοήθεια του Θεού, θα οδηγήσει στη συνύπαρξη και πάλι, επ’ ωφελείᾳ του μείζονος αγαθού για τις ψυχές και με την έλευση της Βασιλείας του Θεού, εντός εκείνης της πλήρους κοινωνίας πίστεως, αδελφικής συμφωνίας και μυστηριακού βίου που υπήρχαν μεταξύ αυτών κατά την πρώτη χιλιετία της ζωής της Εκκλησίας» (Κοινή Διακήρυξη Πάπα Παύλου ς΄ και Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρα, 7 Δεκεμβρίου 1965). Ταυτοχρόνως, προτρέπουμε εκείνους οι οποίοι ακόμη διστάζουν μπροστά σε οποιανδήποτε μορφή διαλόγου, να ακούσουν προσεκτικά τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς Ἐκκλησίαις (πρβλ. Αποκ. 2,29), το Οποίο, στις τρέχουσες περιστάσεις της Ιστορίας, μας παρακινεί να προσφέρουμε στον κόσμο ανανεωμένη μαρτυρία ειρήνης, συνδιαλλαγής και ενότητος.
Πεπεισμένοι για τη σπουδαιότητα του διαλόγου, εκφράζουμε τη συνεχιζόμενη υποστήριξή μας προς το έργο της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής για τον Θεολογικό Διάλογο μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία, κατά την παρούσα φάση, εξετάζει ζητήματα τα οποία έχουν ιστορικά θεωρηθεί διχαστικά. Μαζί με τον αναντικατάστατο ρόλο τον οποίο διαδραματίζει ο θεολογικός διάλογος στη διαδικασία επαναπροσέγγισης μεταξύ των Εκκλησιών μας, εξαίρουμε επίσης τα άλλα αναγκαία στοιχεία αυτής της διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένων των αδελφικών επαφών, προσευχητικού και κοινού έργου σε όλους εκείνους τους τομείς όπου η συνεργασία είναι ήδη εφικτή. Με έμφαση παροτρύνουμε όλους τους πιστούς των Εκκλησιών μας, και ειδικά τους κληρικούς και τους θεολόγους, να αγκαλιάσουν με ευφρόσυνη διάθεση τους καρπούς τους οποίους έχουμε επιτύχει μέχρι τώρα, και να εργασθούν για τη συνεχή αύξηση αυτών των καρπών.
Ο στόχος της ενότητος των Χριστιανών περιλαμβάνει τον σκοπό της συνεισφοράς, κατά τρόπο θεμελιώδη και ζωογονητικό, στην ειρήνη μεταξύ όλων των λαών. Μαζί υψώνουμε ένθερμα τη φωνή μας επικαλούμενοι το δώρο της ειρήνης από τον Θεό προς τον κόσμο μας. Είναι τραγικό ότι, σε πολλές περιοχές του κόσμου μας, οι συγκρούσεις και η βία εξακολουθούν να καταστρέφουν τόσο πολλές ζωές. Απευθύνουμε έκκληση σε εκείνους που φέρουν την αστική και την πολιτική ευθύνη να πράξουν καθετί δυνατό ώστε να διασφαλισθεί ότι θα παύσει αμέσως η τραγωδία των πολέμων, και ζητούμε από όλους τους ανθρώπους καλής θελήσεως να υποστηρίξουν την παράκλησή μας.
Απορρίπτουμε ιδίως οποιανδήποτε χρήση της θρησκείας και του ονόματος του Θεού προς δικαιολόγηση της βίας. Πιστεύουμε ότι ο αυθεντικός διαθρησκειακός διάλογος, μακράν του να αποτελεί αιτία συγκρητισμού και σύγχυσης, είναι ουσιώδης για τη συνύπαρξη λαών με διαφορετικές παραδόσεις και πολιτισμούς. Έχοντας κατά νου την 60ή επέτειο της Διακήρυξης Nostra Aetate, παροτρύνουμε όλους τους άνδρες και τις γυναίκες καλής θελήσεως να εργασθούν από κοινού προς οικοδόμηση ενός δικαιότερου και πιο υποστηρικτικού κόσμου και να μεριμνήσουν για την κτίση, την οποία μας εμπιστεύθηκε ο Θεός. Μόνο κατ’ αυτό τον τρόπο μπορεί η ανθρώπινη οικογένεια να υπερβεί την αδιαφορία, την επιθυμία για κυριαρχία, την απληστία της κερδοσκοπίας και την ξενοφοβία.
Ενώ η τρέχουσα διεθνής κατάσταση μας αναστατώνει βαθιά σε σημείο συναγερμού, δεν χάνουμε την ελπίδα. Ο Θεός δεν θα εγκαταλείψει την ανθρωπότητα. Ο Πατήρ έστειλε τον Μονογενή Του Υιό για τη σωτηρία μας, και ο Υιός του Θεού, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, μας χορήγησε το Άγιο Πνεύμα , προκειμένου να μας καταστήσει κοινωνούς της θεϊκής του ζωής, που θα διαφυλάσσουν και θα προστατεύουν την ιερότητα του ανθρωπίνου προσώπου. Από το Άγιο Πνεύμα γνωρίζουμε και βιώνουμε το ότι ο Θεός είναι μαζί μας. Για τον λόγο αυτόν, στις προσευχές μας εμπιστευόμαστε το κάθε ανθρώπινο πλάσμα στον Θεό, ειδικά τους ενδεείς, εκείνους που βιώνουν την πείνα, την μοναξιά ή την ασθένεια. Επικαλούμεθα επί εκάστου μέλους της ανθρωπίνης οικογενείας πάσαν χάριν και ευλογίαν, «ἵνα παρακληθῶσιν αἱ καρδίαι αὐτῶν, συμβιβασθέντων ἐν ἀγάπῃ καὶ εἰς πάντα πλοῦτον τῆς πληροφορίας τῆς συνέσεως, εἰς ἐπίγνωσιν τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεοῦ», ο Οποίος είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός (Κολ. 2,2).