Σε πόλεις όπως το Λος Άντζελες, η Σιάτλ, η Βοστόνη, το Ντένβερ και το Σαν Αντόνιο, άνθρωποι όλων των ηλικιών αναζητούν ανοιχτούς χώρους για να ουρλιάξουν. Δεν πρόκειται για διαμαρτυρίες ή για καλλιτεχνικές παραστάσεις· πρόκειται για τη νέα, συλλογική ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου να αφήσει την φωνή του να ακουστεί σε ένα «κενό», χωρίς συνέπειες, χωρίς απαιτήσεις, χωρίς ενοχές.
Οι οδηγοί πόλεων για τα καλύτερα σημεία ουρλιαχτού δεν είναι παρά μια απάντηση στη ζήτηση: πάρκα, άδεια γήπεδα, ταράτσες ή ερημικά περάσματα, όπου η ένταση της φωνής μπορεί να απλωθεί στον ουρανό ή στους τοίχους μιας άδειας πλατείας.
Σε μικρότερα πανεπιστήμια των ΗΠΑ, όπως σε liberal-arts colleges στο Μέιν, ομάδες φοιτητών ανεβαίνουν στα σκαλιά των μουσείων τέχνης, παίρνουν μια βαθιά ανάσα και ουρλιάζουν προς τον ουρανό. Στο Columbia University, οι φοιτητές συγκεντρώνονται μπροστά από την κατοικία του προέδρου του πανεπιστημίου, για να εκφράσουν συλλογικά την απογοήτευση τους. Στις μεγαλύτερες πόλεις, «scream clubs» οργανώνουν δωρεάν, ανεπίσημες συνεδρίες ουρλιαχτού σε δημόσιους χώρους. Οι συμμετέχοντες λένε ότι η εμπειρία τους προσφέρει κάτι που τα social media δεν μπορούν: την αίσθηση ότι το ατομικό τραύμα γίνεται κοινή εμπειρία.
Δεν είναι μόνο οι φυσικοί χώροι που έχουν σημασία. Υπάρχει και ο ψηφιακός χώρος: η ιστοσελίδα screamintothevoid.com ζητά από τους χρήστες να πληκτρολογήσουν τα συναισθήματά τους και να πατήσουν ένα μεγάλο κόκκινο κουμπί που γράφει «SCREAM». Τα λόγια εξαφανίζονται μέσα σε έναν σκοτεινό, στριφογυριστό δίνης· μια μεταφορά της αδυναμίας της φωνής να αλλάξει τον κόσμο, αλλά και μια ανακούφιση από την ένταση. Όπως λένε πολλοί συμμετέχοντες, «το ουρλιαχτό στο κενό είναι μια πράξη που εκτονώνει χωρίς συνέπειες».
Η ανάγκη για φωνή στην εποχή της υπερπληροφόρησης
Οι λόγοι για τους οποίους οι άνθρωποι καταφεύγουν στο ουρλιαχτό είναι πολλαπλοί. Η καθημερινότητα κατακλύζεται από ειδήσεις που προκαλούν σοκ: πόλεμοι, φυσικές καταστροφές, πολιτικές δολοφονίες, πυρκαγιές, παιδικοί θάνατοι. Οι εικόνες και οι τίτλοι που καταφθάνουν από τα social media συχνά δεν μπορούν να αφομοιωθούν. Όπως έχει γράψει η Jia Tolentino, οι φρικτές ειδήσεις «μεταφέρονται γρήγορα στον καθαρτήριο σκουπιδοτενεκέ της πραγματικότητας», χωρίς να αφομοιώνονται ή να αντιμετωπίζονται.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το ουρλιαχτό γίνεται μια πρακτική επιβίωσης. Όπως σημειώνει η Avery, μια νεαρή γυναίκα που συμμετέχει σε βραδινές περιπάτους ουρλιάζοντας, «είναι η ύστατη έκφραση του σώματος και του μυαλού». Το συλλογικό ουρλιαχτό — όταν άλλοι φωνάζουν τόσο δυνατά όσο κι εμείς — μετριάζει την αίσθηση μοναξιάς, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπει στον καθένα να αισθανθεί μέρος μιας κοινότητας που αναγνωρίζει τον πόνο και τον θυμό του.
Από την αρχαία τραγωδία στην εποχή μας
Η Ηλέκτρα του Σοφοκλή, όπως μεταφράστηκε από την Άνν Κάρσον, μοιάζει να ζωντανεύει στην εποχή μας. Η Ηλέκτρα χάνει τον πατέρα της από τη μητέρα και τον εραστή της· βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια ζωή όπου η λογική και η δύναμη της έχουν εξαντληθεί. Το μόνο που της μένει είναι να ουρλιάζει. Το έργο της περιγράφει την ένταση του πόνου, την αδυναμία αλλαγής και την ανάγκη έκφρασης. Η φωνή της γίνεται το μέσο αντίστασης και ηχητικής ύπαρξης σε έναν κόσμο που έχει χάσει την ηθική του συνοχή.
Ο όρος lupein, που επαναλαμβάνεται στο έργο, περιγράφει τον πόνο που υφίσταται αλλά και τον πόνο που προκαλεί: η Ηλέκτρα είναι ταυτόχρονα θύμα και θύτης, όπως οι άνθρωποι σήμερα που ουρλιάζουν ενώ αντιμετωπίζουν την αδικία. Στην παράσταση του Λονδίνου με τη Brie Larson, οι κραυγές της Ηλέκτρας ηλεκτρονικά ενισχυμένες και παραμορφωμένες δημιούργησαν έναν «ήχο-πλάσμα», κάτι που υπερβαίνει τον ανθρώπινο πόνο και μετατρέπεται σε καθαρή ενέργεια.
Ουρλιαχτό ως αντίσταση και μεταμόρφωση
Το ουρλιαχτό σήμερα είναι ταυτόχρονα μέσο ατομικής εκτόνωσης και συλλογικής αντίστασης. Όταν οι συμμετέχοντες σε συνεδρίες ουρλιαχτού βάζουν όλη τους τη δύναμη σε μια κραυγή, ο ήχος μεταμορφώνεται σε «αντικείμενο ήχου». Δεν είναι πια μόνο έκφραση ατομικού πόνου· γίνεται κοινό γεγονός που αμφισβητεί την κανονικότητα και υπογραμμίζει την ύπαρξη του πόνου που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Ακόμη και η εμπορευματοποίηση του ουρλιαχτού, όπως το Shoutlet, μια μικρή συσκευή που επιτρέπει το «ουρλιαχτό με κόσμιο τρόπο», αποκαλύπτει την αντίφαση της εποχής: η κοινωνία δημιουργεί την ανάγκη να φωνάξεις και ταυτόχρονα προσφέρει «ήσυχες λύσεις» για να μην ενοχλείς κανέναν. Το πραγματικό ουρλιαχτό όμως δεν γνωρίζει όρια· απαιτεί χώρο, σώμα και χρόνο.
Η σημασία του ανοικτού τραύματος
Η Sarah Aziza, σε πρόσφατο δοκίμιό της, επισημαίνει ότι όταν παραμένουμε συνδεδεμένοι με το τραύμα, η εμπειρία δεν είναι καταστροφική· αντίθετα, γίνεται πεδίο δημιουργίας. Ο πόνος μετατρέπεται σε ήχο, ο ήχος σε αφήγηση, και η αφήγηση σε δυνατότητα αλλαγής. Το ουρλιαχτό, όπως το αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι σήμερα, είναι μια μέθοδος να παραμένεις ζωντανός, να αντιστέκεσαι στην αδράνεια και να μεταμορφώνεις την απόγνωση σε δημιουργικότητα.
Το ουρλιαχτό δεν είναι απλά έκφραση θυμού ή πόνου· είναι η Ηλέκτρα μέσα μας, που στέκεται στην πόρτα, παρατηρεί το κακό και φωνάζει: «Κάντε αυτό το σπίτι να αντηχήσει». Μέσα από αυτές τις κραυγές, η ανθρώπινη φωνή βρίσκει ένα νόημα, ακόμη και όταν ο κόσμος φαίνεται να μην ακούει.


