Μιλώντας στο Athens Security Forum, ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης επέλεξε να στείλει ένα μήνυμα νηφαλιότητας αλλά και επαγγελματισμού στην άσκηση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
«Είναι μια στιγμή ευθύνης για όλους», είπε, στηλιτεύοντας τις «εύπεπτες προτάσεις» και τους «αφορισμούς» που συχνά κυριαρχούν στη δημόσια συζήτηση γύρω από τα ελληνοτουρκικά. Υπενθύμισε ότι από τη μεταπολίτευση και μετά όλες οι κυβερνήσεις ασχολήθηκαν ενεργά με το ζήτημα, μετρώντας 64 γύρους διερευνητικών επαφών. Για τον ίδιο, η αντιμετώπιση των σύνθετων ζητημάτων της εξωτερικής πολιτικής απαιτεί «κατανόηση βάθους» και όχι συνθήματα.
Ποια είναι η λογική πίσω από την ελληνική διπλωματία;
Ο Γεραπετρίτης τόνισε ότι η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να βασίζεται σε ευχές ή επιθυμίες αλλά σε «αντικειμενικά δεδομένα». «Η πραγματικότητα πολλές φορές μας προδίδει όλους», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι η αξιολόγηση των διπλωματικών επιλογών γίνεται μέσα από το πρίσμα των γεγονότων και όχι των εντυπώσεων. Ανέφερε ως παράδειγμα τη στρατηγική ενεργειακή συνεργασία Ελλάδας–ΗΠΑ, τονίζοντας ότι τέτοιες κινήσεις δεν είναι τυχαίες, αλλά αποτέλεσμα μακροπρόθεσμου σχεδιασμού που ενισχύει την ανθεκτικότητα της οικονομίας, την άμυνα και τα διεθνή ερείσματα της χώρας.
Πού ασκεί κριτική ο υπουργός Εξωτερικών;
Ο Γεραπετρίτης, χωρίς να κατονομάσει, άσκησε έμμεση κριτική στον προκάτοχό του Νίκο Δένδια, σήμερα υπουργό Άμυνας, αρνούμενος να κάνει «σύνοψη» της εξωτερικής πολιτικής της τελευταίας διετίας. Κάλεσε ωστόσο τους συμμετέχοντες να σκεφτούν «πού ήμασταν πριν δύο χρόνια και πού είμαστε σήμερα», αναφέροντας την επαναφορά του Κυπριακού στην ατζέντα του ΟΗΕ, τον ενεργό ρόλο της Ελλάδας σε Λιβύη και Συρία, την αναβάθμιση των σχέσεων με τις ΗΠΑ και τη συμμετοχή της χώρας σε κρίσιμα διεθνή fora.
Υπάρχει “κατευνασμός” απέναντι στην Τουρκία;
Στο επίμονο ερώτημα εάν η κυβέρνηση ακολουθεί πολιτική κατευνασμού απέναντι στην Άγκυρα, ο υπουργός απάντησε κατηγορηματικά αρνητικά. «Δεν είναι θέμα να κερδίζουμε χρόνο», είπε, προσθέτοντας ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει πλέον «διεθνή αυτάρκεια και αυτοπεποίθηση» και δεν χρειάζεται να «ετεροπροσδιορίζεται» από την Τουρκία. Παράλληλα, στηλίτευσε τον υπερβολικό σχολιασμό απόστρατων στρατιωτικών και διπλωματών της γειτονικής χώρας, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα «έχει δρομολογήσει μια ανεξάρτητη διεθνή πορεία».
Τι θεωρεί ότι επιτεύχθηκε την τελευταία διετία;
Αναφερόμενος στα δύο χρόνια της δικής του θητείας, ο Γεραπετρίτης μίλησε για «πολύ πυκνό πολιτικό και διπλωματικό χρόνο». Επισήμανε την Διακήρυξη των Αθηνών και τη βελτίωση του κλίματος με την Τουρκία, αναφέροντας πρόοδο στο διμερές εμπόριο, στη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών, στον συντονισμό της πολιτικής προστασίας και στη μείωση των παραβιάσεων του εναέριου χώρου. «Κανείς δεν θέλει σήμερα να έχει κρίσεις», είπε, εξηγώντας ότι ο στόχος είναι η πρόληψη και η λειτουργική σχέση.
Μπορούν να λυθούν τα μεγάλα ζητήματα;
Ο υπουργός αναγνώρισε ότι τα δύσκολα μέτωπα —όπως η οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας— παραμένουν ανοιχτά. Δήλωσε ωστόσο αισιόδοξος πως υπάρχει ακόμη περιθώριο διαλόγου, διότι «η έλλειψη οριοθέτησης, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, αναπαράγει εντάσεις». Ο στόχος, όπως είπε, είναι να οικοδομηθεί πρώτα εμπιστοσύνη και έπειτα να επιλυθούν τα πιο σύνθετα προβλήματα.
Ποια είναι η θέση του απέναντι στην κριτική για το παρελθόν;
Αναφερόμενος συνολικά στη μεταπολιτευτική πορεία, ο Γεραπετρίτης υπενθύμισε ότι «όλες οι κυβερνήσεις ασχολήθηκαν με τα ελληνοτουρκικά», αφήνοντας αιχμές και προς τον Αντώνη Σαμαρά. «Δυστυχώς, πολλές φορές διαπιστώναμε ότι οι ελληνικές θέσεις υποβαθμίζονταν από τον έναν γύρο διερευνητικών στον άλλο», είπε, τονίζοντας ότι σήμερα η θέση της Ελλάδας «ποτέ δεν ήταν ισχυρότερη».
Ποιο είναι το μήνυμα προς το εσωτερικό και το εξωτερικό;
Ο Γεραπετρίτης κατέστησε σαφές ότι η Ελλάδα επιδιώκει «ειρήνη και ευημερία» με όλους τους γείτονές της, χωρίς καμία έκπτωση στις «κόκκινες γραμμές». «Κανένας Υπουργός Εξωτερικών δεν θα το έκανε», είπε χαρακτηριστικά. Κλείνοντας, περιέγραψε τη σημερινή συγκυρία ως «μια ιστορική στιγμή» που απαιτεί «μεγάλες αποφάσεις και πρωτοβουλίες». «Νιώθω χρέος απέναντι στις επόμενες γενιές να παραδώσω μια χώρα σε καλύτερη διπλωματική θέση και σε μια ειρηνική γειτονιά», κατέληξε.






