Όταν η κυβέρνηση δηλώνει ξανά και ξανά πως η επαναφορά της 13ης και 14ης σύνταξης «θα μας κόστιζε 5 δισ.», προφανώς δεν κάνει οικονομική ανάλυση. Κάνει επικοινωνία. Η φράση αυτή είναι χτισμένη έτσι ώστε να δημιουργεί ενοχές και κοινωνικό αυτοματισμό. Σαν μας λέει ότι λίγο-πολύ οι συνταξιούχοι βάζουν το χέρι στο κοινό ταμείο και κλέβουν κάτι από τους υπόλοιπους.
Του Ανατρεπτικού
Μόνο που η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Και το πρόβλημα δεν είναι απλώς το αμφισβητήσιμο νούμερο των 5 δισ., αλλά οι ίδιες οι λέξεις: το «μας» και το «κοστίζουν». Γιατί οι συντάξεις δεν είναι ζημία. Είναι ροή χρήματος μέσα στην οικονομία, δεν εξαφανίζεται.
Η κυβέρνηση μιλά σαν να υπάρχει μια μαύρη τρύπα που ρουφά τα λεφτά των μισθών και των συντάξεων. Αν ίσχυε αυτό, τότε ναι, θα «μας κόστιζε». Θα μας κόστιζε, για παράδειγμα, αν οι συνταξιούχοι έπαιρναν τη 13η και 14η σύνταξη και αποφάσιζαν να τη βάλουν σε κοινό ταμείο για να αγοράσουν όπλα και να τα στείλουν στην Ουκρανία. Ή αν αποφάσιζαν (με τις συντάξεις τους!!!) να γίνουν εφοπλιστές, να αγοράσουν εκατό καράβια και – όπως κάθε σωστός εφοπλιστής – να μην πληρώνουν φόρους.
Όσο δεν τα κάνουν αυτά, ας είμαστε ειλικρινείς: τα λεφτά αυτά πάνε στη λαϊκή, στο φούρνο, στο φαρμακείο, στο ταβερνάκι της γειτονιάς. Πάνε σε μια γαλοπούλα τα Χριστούγεννα και σε μισό αρνάκι το Πάσχα. Και ακριβώς επειδή ξοδεύονται στην καθημερινή οικονομία, επιστρέφουν ως φόροι, ως ΦΠΑ, ως εισφορές, ως εισόδημα σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Δεν χάνονται.
Ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής που βολεύει να ξεχνιέται
Εδώ μπαίνει στο παιχνίδι μια έννοια που οι κυβερνώντες κάνουν πως ξεχνούν ή απλώς αποσιωπούν: Ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής. Αυτός μας λέει πόσο ΑΕΠ παράγει κάθε ευρώ δημόσιας δαπάνης. Και ξέρετε ποια δαπάνη έχει από τους υψηλότερους πολλαπλασιαστές; Οι συντάξεις. Γιατί οι συνταξιούχοι δεν αποταμιεύουν. Δεν τα καταθέτουν στην Ελβετία ή σε κάποιες οφ-σόρ. Τα ξοδεύουν. Μέχρι τελευταίας δεκάρας.
Το ίδιο το ΔΝΤ αναγκάστηκε να το παραδεχθεί μετά τα μνημόνια: Οι περικοπές σε μισθούς και συντάξεις βούλιαξαν την ελληνική οικονομία περισσότερο από όσο περίμεναν, επειδή είχαν υπολογίσει λάθος τον πολλαπλασιαστή (0,5 ενώ στην πράξη ήταν πάνω από 1). Με άλλα λόγια: κάθε ευρώ που κόπηκε αφαίρεσε από την οικονομία περισσότερα από ένα. Αντίστροφα, κάθε ευρώ που δίνεται, επιστρέφεται στο πολλαπλάσιο.
Πολιτική επιλογή, όχι αντικειμενική αλήθεια
Σήμερα βέβαια η οικονομία δεν βρίσκεται σε ύφεση. Ο πολλαπλασιαστής μπορεί να μην είναι τόσο υψηλός όσο τότε. Όμως το βέβαιο είναι πως η φράση «μας κοστίζουν 5 δισ.» δεν αντανακλά την οικονομική πραγματικότητα ούτε καν τα λογιστικά δεδομένα. Είναι επικοινωνιακή ατάκα.
Το σωστό θα ήταν να πουν: «Η επαναφορά της 13ης και 14ης σύνταξης απαιτεί περίπου 4–5 δισ. ευρώ ετησίως». Αυτή είναι η λογιστική ορολογία. Το αν αυτή η δαπάνη είναι πρόβλημα ή αποτελεί επένδυση είναι ζήτημα πολιτικής κρίσης. Σίγουρα πάντως δεν έχει να κάνει με «αντικειμενικό κόστος» ή «ζημιά».
Το μεγάλο ερώτημα: πού πάνε τα λεφτά;
Αν όμως δεν πάνε στις συντάξεις, πού πάνε αυτά τα δισ.; Εκεί η κυβέρνηση σιωπά. Γιατί πρέπει να μας εξηγήσει γιατί είναι «επένδυση» να κατευθύνονται σε φοροαπαλλαγές μεγάλων, σε επιδοτήσεις ολιγοπωλίων ή σε εξοπλιστικά προγράμματα, αλλά είναι «κόστος» να δοθούν στον συνταξιούχο που τροφοδοτεί την αγορά της γειτονιάς.
Οι συντάξεις δεν είναι μαύρη τρύπα. Είναι κυκλοφορία χρήματος στην πραγματική οικονομία. Κι αν κάτι «μας κοστίζει», δεν είναι η 13η και 14η σύνταξη. Είναι η πολιτική που ντύνει με τη λέξη «κόστος» μια επιλογή λιτότητας – κι ας την πουλάει για αναγκαστική αλήθεια.