Του Γιάννη Γούναρη*
Και πολύ άντεξε. Αυτό θα μπορούσε να είναι ένα πρώτοσχόλιο για τη διαφαινόμενη πτώση της κυβέρνησης του κεντρώου Φρανσουά Μπαϊρού, καθώς μοιάζει απίθανο, με τα σημερινά πολιτικά δεδομένα τουλάχιστον, να επιβιώσει της ψηφοφορίας για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης που ο ίδιος -σε μια κίνηση υψηλού ρίσκου ή πολιτικής αυτοκτονίας, ή ηρωικής εξόδου, αναλόγως της οπτικής γωνίας του καθενός- ζήτησε για τις 8 Σεπτεμβρίου, αντιμέτωπος με την πολιτική αδυναμία να περάσει από τη Γαλλική Εθνοσυνέλευση τον προϋπολογισμό λιτότητας του 2026, ο οποίος προβλέπει περικοπές δαπανών 44 δισ. ευρώ για τη μείωση του ήδη διογκωμένου γαλλικού δημοσιονομικού ελλείμματος.
Χρειάζεται, στο σημείο αυτό, μια ανακεφαλαίωση της διαρκούς πολιτικής κρίσης, στην οποία έχει εισέλθει η Γαλλία μετά τις ευρωεκλογές του 2024 και την πρωτιά σε αυτές της Εθνικής Συσπείρωσης (Rassemblement National, της Μαρίν Λεπέν, με ποσοστό διπλάσιο από την Αναγέννηση (Renaissance) του Εμανουέλ Μακρόν. Ο τελευταλίος πήρε το πολιτικό ρίσκο να διαλύσει την Εθνοσυνέλευση και να προκηρύξει πρόωρες βουλευτικές εκλογές, στις οποίες η Εθνική Συσπείρωση ήρθε πάλι πρώτη σε ψήφους, πλην όμως τρίτη σε κοινοβουλευτική δύναμη, πίσω από την αριστερή συμμαχία του Νέου Λαϊκού Μετώπου (Nouveau Front Populaire) και την κεντρώα συμμαχία Μαζί ( Ensemble) του Μακρόν, χάρη στον γαλλικό εκλογικό νόμο και τις συμμαχίες των λοιπών πολιτικών δυνάμεων για την αναχαίτιση της λαϊκιστικής ακροδεξιάς.
Και ναι μεν οι δημοκρατικές δυνάμεις της Γαλλίας και της Ευρώπης ανάσαναν με ανακούφιση, αλλά τούτο δεν κράτησε πολύ. Εκμεταλλευόμενος τις βαθιές εσωτερικές διαμάχες ενός μάλλον συγκυριακού συνασπισμού, όπως αποδείχτηκε το Νέο Λαϊκό Μέτωπο, ο Μακρόν διόρισε ως πρωθυπουργό πρώτα τον βετεράνο της πολιτικής Μισέλ Μπαρνιέ και, μετά την πτώση της εξαιρετικά βραχύβιας κυβέρνησης του τελευταίου, μετά από πρόταση μομφής λόγω αδυναμίας να περάσει τον προϋπολογισμό του 2025, τον Φρανσουά Μπαϊρού. Οι συσχετισμοί στην Εθνοσυνέλευση ευνοούν την πολιτική αστάθεια, ενώ είναι δυσμενείς για τον Μακρόν, ο οποίος βρίσκεται σε μια άτυπη πολιτική ομηρία υπό τη Λεπέν. Η τελευταία έχει μεν, προς το παρόν, αποκλειστεί με καταδικαστική δικαστική απόφαση από τη διεκδίκησητης γαλλικής προεδρίας το 2027, αλλά ο προαλειφόμενος ως διάδοχός της Ζορντάν Μπαρντελά είναι, ίσως, ακόμα δημοφιλέστερος.
Αυτή είναι η εικόνα, συνοπτικά, της πολιτικής κατάστασης στη Γαλλία, μιας χώρας η κοινωνία της οποίας κυριολεκτικά βράζει, ενώ έχουν ήδη προαναγγελθεί μαζικές κινητοποιήσεις κατά της λιτότητας και των κοινωνικών περικοπών για τις 10 Σεπτεμβρίου. Ο Μακρόν βρίσκεται σε δεινή θέση, με περιορισμένες επιλογές: διορισμός νέου πρωθυπουργού ή/και συγκρότηση κυβέρνησης τεχνοκρατών, ή άμεση διάλυση της Εθνοσυνέλευσης και νέες πρόωρες εκλογές, με την τελευταία επιλογή να εγκυμονεί τους μεγαλύτερους κινδύνους λόγω του ασταθούς πολιτικού τοπίου.
Η ειρωνεία του πράγματος έγκειται στο γεγονός ότι ήταν ο ίδιος ο Μακρόν, από την αρχή της πρώτης προεδρικής του θητείας, που προώθησε μία γαλλικής έμπνευσης ιδέα περί της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης. Παρατηρώντας κανείς την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η Γαλλία και η Ευρώπη σήμερα, το μόνο που θα μπορούσε να σχολιάσει είναι ότι η ιδέα αυτή δεν εξελίχθηκε ιδιαίτερα καλά στο πέρασμα της Ιστορίας, σίγουρα όχι όπως την οραματιζόταν ο νεαρός, τότε, Γάλλος πρόεδρος.
Από πολλές απόψεις -και ασφαλώς με τις δικές της γαλλικές ιδιαιτερότητες- η κρίση της Γαλλίας δεν είναι παρά η επιτομή της ευρωπαϊκής malaise στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα, η πολιτική έκφραση της οποίας είναι η αντανάκλαση των πολλαπλών πτυχών της. Είναι η κρίση μίας ηπείρου σε βαθιά παρακμή, με ραγδαία φθίνον διεθνές κύρος. Μίας Ευρώπης που απέτυχε να προχωρήσει στην πολιτική της ολοκλήρωση, έχοντας, όμως, απεμπολήσει το στοιχείο της εθνικής (και λαϊκής) κυριαρχίας, τοποθετείται στην ταπεινωτική θέση του φόρου υποτελούς ενός υπερατλαντικού επικυρίαρχου που δεν τηρεί ούτε τα προσχήματα πλέον, χωρίς η ίδια να είναι καν παρούσα σε ιστορικές διαπραγματεύσεις που την αφορούν άμεσα, βρίσκεται σε βαθύ οικονομικό τέλμα, έχει μείνει απελπιστικά πίσω στην επιστήμη και στις νέες ψηφιακές και διαστημικές τεχνολογίες, την ίδια ώρα που οι ανταγωνιστές της κάνουν άλματα προόδου, νιώθει αμηχανία και ενοχή για το ίδιο της το πλούσιο ιστορικό παρελθόν και την πολιτισμική της ταυτότητακαι περικόπτει ό,τι απέμεινε από το άλλοτε καύχημά της, το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, προτιμώντας να σπαταλά τους περιορισμένους της πόρους σε πολεμικούς εξοπλισμούς που ποτέ δεν θα καταφέρουν να φτάσουν στα επίπεδα των υπαρκτών ή φανταστικών εχθρών της. Και, για κλείσιμο, με πολιτικές ασημαντότητες στο τιμόνι της.
Μέσα σ’όλα αυτά, κάπου στο -όχι μακρινό χρονικά- βάθος, καραδοκούν η Μαρίν Λεπέν και οι όμοιοί της.
*Δικηγόρος, LLM London School of Economics, διδάκτωρ Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών