Αυστραλία: Πολιτικός σάλος από καταγγελία για βιασμό μέσα στο Κοινοβούλιο

Σοκ προκάλεσε σε ολόκληρη την Αυστραλία η μαρτυρία πρώην εργαζόμενης της κυβέρνησης της χώρας, η οποία δήλωσε ότι βιάστηκε εντός του κτιρίου του αυστραλιανού κοινοβουλίου. Η αποκάλυψη που έγινε τη Δευτέρα, οδήγησε σε δριμεία κριτική κατά της συντηρητικής κυβέρνησης, εξαιτίας των χειρισμών της στην υπόθεση. Φεμινιστικές οργανώσεις θεωρούν το περιστατικό ένα ακραίο παράδειγμα της «κουλτούρας μισογυνισμού» της χώρας, εξαιτίας της οποίας πολλές γυναίκες έχουν αποχωρήσει από την κυβέρνηση του αυστραλού πρωθυπουργού Σκοτ Μόρισον.

Όπως αναφέρουν οι Times της Νέας Υόρκης, η υπόθεση αποκαλύπτει ένα περιβάλλον, που αντιστεκόταν σθεναρά στις αλλαγές που προκάλεσε το κίνημα #MeToo. Στο περιβάλλον αυτό υποστηρίζουν, οι άνδρες κάνουν σεξιστικά σχόλια για την εμφάνιση των γυναικών, ενώ δεν διστάζουν – στην καλύτερη περίπτωση – να εκφοβίσουν τις γυναίκες συναδέλφους τους.

Η 26χρονη πλέον Μπρίτανι Χίγκινς, που εργαζόταν για την κυβέρνηση κατά την περίοδο του βιασμού της, αναφέρει ότι δέχθηκε επίθεση σχεδόν δύο χρόνια πριν, ένα βράδυ που είχε βγεί να διασκεδάσει με συναδέλφους της. Η Χίγκινς, που αποκάλυψε τη σοκαριστική της ιστορία σε συνέντευξή της στην ειδησεογραφική ιστοσελίδα news.com.au τη Δευτέρα, είχε προσληφθεί λίγες εβδομάδες πριν, ως σύμβουλος επικοινωνίας της υπουργού άμυνας της χώρας Λίντα Ρέινολντς.

Στο τέλος της βραδιάς, ένας συνάδελφός της, ο οποίος θεωρούνταν πολλά υποσχόμενος εντός του Κόμματος των Φιλελεύθερων, προσφέρθηκε να την γυρίσει στο σπίτι. Αντί για αυτό όμως, έστρεψε το ταξί προς το κτίριο του Κοινοβουλίου, όπου όπως υποστηρίζει η Χίγκινς, της επιτέθηκε, αφού εκείνη είχε αποκοιμηθεί στον καναπέ της υπουργού άμυνας.

Η Χίγκινς εξήγησε στην ιστοσελίδα ότι είχε πιεί πολύ εκείνο το βράδυ, με αποτέλεσμα να ξυπνήσει «στη μέση του βιασμού της», όπως δήλωσε χαρακτηριστικά. Ζήτησε από τον κακοποιητή της να σταματήσει, όμως εκείνος, όπως λέει, δεν την κοίταξε καν. Η γυναίκα δεν αποκάλυψε το ονοματεπώνυμο του βιαστή της.

Ωστόσο, αμέσως ενημέρωσε την Ρέινολντς για το περιστατικό, αλλά και περισσότερα από δέκα ακόμη πολιτικά πρόσωπα και εργαζόμενους του Κοινοβουλίου, λίγες εβδομάδες πριν την ανακοίνωση εθνικών εκλογών από τον πρωθυπουργό Σκοτ Μόρισον.

Την Τρίτη, ο Μόρισον απολογήθηκε για τον τρόπο που η κυβέρνησή του χειρίστηκε την ανατριχιαστική υπόθεση, λέγοντας σε δημοσιογράφους: «Αυτό δεν θα έπρεπε να είναι ένα περιβάλλον στο οποίο μια νέα γυναίκα βρίσκεται σε τόσο ευάλωτη θέση».

Ο σύντροφος της Χίγκινς μετέφερε τα σχόλιά της στους Times σε τηλεφωνική συνομιλία. Σύμφωνα με τη Χίγκινς, αν και αρχικά επιδίωξε την άσκηση δίωξης εναντίον του βιαστή, αργότερα απέσυρε τις καταγγελίες εξαιτίας πιέσεων που δέχθηκε από το κόμμα. Όπως λέει, αναγκάστηκε να επιλέξει μεταξύ της καταγγελίας και της δουλειάς της.

«Με έκαναν σκοπίμως να πιστέψω ότι θα έχανα τη δουλειά μου, προκειμένου να μην πάω στην αστυνομία», γράφει η Χίγκινς. «Προσπαθούσαν να με κάνουν να σωπάσω, πράγμα που πιστεύω ότι ήταν λάθος» προσθέτει, περιγράφοντας έναν χώρο εργασίας, στον οποίο τα θύματα που τολμούσαν να αντιδράσουν συχνά φιμώνονταν. «Ήταν εξαιρετικά αηδιαστικό και εξίσου αποθαρρυντικό», συμπληρώνει.

Έγγραφα που βρίσκονται στη διάθεση των Times επιβεβαιώνουν ότι η Χίγκινς απέσυρε τις κατηγορίες το 2019, αναφέροντας ως αιτία «τις τρέχουσες απαιτήσεις της εργασίας της.»

Η υπόθεση παραμένει ανοιχτή, όμως δεν βρίσκεται υπό ενεργή διερεύνηση, δεδομένου ότι δεν κατατέθηκε ποτέ μήνυση από τη Χίγκινς, σύμφωνα με την αυστραλιανή αστυνομία.

Η κυβέρνηση αποκάλεσε τις καταγγελίες «βαθιά ανησυχητικές», αναφέροντας σε ανακοίνωσή της προς τα ΜΜΕ τη Δευτέρα, ότι «λυπάται αν η κυρία Χίγκινς αισθάνθηκε καθ’ οιονδήποτε τρόπο ότι δεν είχε την πρέπουσα υποστήριξη στη διάρκεια αυτής της διαδικασίας». Όμως υποστηρίζει ότι η Ρέινολντς την ενθάρρυνε να μιλήσει στην αστυνομία, «προκειμένου να εκτιμηθούν οι διαθέσιμες οδοί».

Η Ρέινολντς δεν ανταποκρίθηκε σε αίτημα των Times να σχολιάσει την υπόθεση. Μιλώντας, όμως, στα μέλη της γερουσίας, στην πρωτεύουσα της χώρας Καμπέρα, την Τρίτη, δήλωσε: «Απολογούμαι βαθύτατα στην κυρία Μπρίτανι Χίγκινς», προσθέτοντας ότι το τραύμα και η ταραχή της για τη διαχείριση που επιφυλασσόταν για την υπόθεση βιασμού της «ήταν πολύ ξεκάθαρα σε όλους μας.»

Μία στις έξι Αυστραλές άνω των 15 ετών έχει υποστεί σεξουαλική βία, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας της χώρας. Αυτός ο αριθμός εμφανίζεται αυξημένος σε σύγκριση με την προηγούμενη δεκαετία, αν και δεν είναι βέβαιο αν για αυτό ευθύνεται η πραγματική αύξηση των επιθέσεων ή η καταγραφή μεγαλύτερου ποσοστού τέτοιων επαχθών περιστατικών.

Σε κάθε περίπτωση, το ποσοστό των γυναικών που δέχονται σεξουαλική επίθεση και προχωρούν σε καταγγελία παραμένει εξαιρετικά χαμηλό, σύμφωνα με υποστηρικτές της ισότητας των φύλων. Και εκείνες που το κάνουν, έρχονται αντιμέτωπες με μια μακρά και επώδυνη διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας οι νόμοι για την ιδιωτικότητα και ο τρόπος λειτουργίας των δικαστηρίων, φιμώνουν τις φωνές εκείνων που πρέπει να ακουστούν περισσότερο.

Η επίθεση κλόνισε βαθιά την Χίγκινς, που αναφέρει στο e-mail της προς τους Times ότι «ήμουν υπερβολικά σιωπηλή για υπερβολικά πολύ καιρό. Απλώς, κατέληξα να σωπαίνω σε κάθε πτυχή της ζωής μου».

Η Χίγκινς σημειώνει ότι αποφάσισε να μιλήσει μετά από μια έρευνα που έριξε φως και σε άλλα περιστατικά σεξουαλικής βίας εντός του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Λίγο αργότερα, παραιτήθηκε.

Οι καταγγελίες προστίθενται στα ήδη ανατριχιαστικά στοιχεία, που επικυρώνουν την μακρόχρονη φήμη του κόμματος, για εχθρική αντιμετώπιση των γυναικών που δραστηριοποιούνται στο εσωτερικό του.

«Για άλλη μία φορά, το κτίριο του Κοινοβουλίου αποδεικνύεται ότι έχει την πιο επικίνδυνη και τοξική προς τις γυναίκες εργασιακή κουλτούρα σε όλη τη χώρα» έγραψε στο Twitter η Τζούλια Μπανκς, πρώην μέλος της κυβέρνησης συνεργασίας, που αποχώρησε από το κόμμα το 2018, αναφέροντας ως αιτιολογία την σεξιστική κουλτούρα του.

Οι συμπεριφορές που έχουν προκαλέσει τέτοιου είδους καταγγελίες και αντιδράσεις, καλύπτουν ένα φάσμα που εκκινεί από τις… απλώς σεξιστικές, όπως η συνήθεια του πρωθυπουργού Μόρισον να διακόπτει τις γυναίκες συναδέλφους του, που προσπαθούν να μιλήσουν, μέχρι τις προσβολές, όπως όταν η γερουσιάστρια Σάρα Χάνσον-Γιανγκ υπέβαλε μήνυση για συκοφαντική δυσφήμηση εναντίον συναδέλφου της, που κατά τα λεγόμενά της, της είπε να «σταματήσει να κοιμάται με άνδρες».

Όσον αφορά το ζήτημα του βιασμού, η Νίνα Φάνελ, μια από τις κορυφαίες υπερασπίστριες των θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης στην Αυστραλία, αναφέρει: «Είναι ένα έγκλημα συνδεδεμένο άρρηκτα με την εξουσία και τον έλεγχο, επομένως δεν είναι εντυπωσιακό που ακούμε ότι νεαρές γυναίκες καταγγέλλουν εμπειρίες σεξουαλικής βίας, που έλαβαν χώρα σε τοποθεσίες, στις οποίες τον ανδρικό προνόμιο και εξουσία είναι ουσιαστικά χαραγμένο στους ίδιους τους τοίχους».

«Οι επίδοξοι βιαστές συχνά μεταφέρουν τα υποψήφια θύματα σε τοποθεσίες, όπου αισθάνονται ότι η εξουσία τους είναι ασφαλής», προσθέτει, μιλώντας στους Times.

Σε ανακοίνωσή του, ο Μόρισον αναφέρθηκε σε πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της υποστήριξης προς τις γυναίκες που δραστηριοποιούνται στην πολιτική, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας μίας εξωτερικής διαδικασίας καταγγελιών, ανεξάρτητης από εκείνη του κόμματος, σύμφωνα με το ABC News.

Η Χίγκινς ανέφερε ότι, δημοσιοποιώντας την ιστορία της, ελπίζει να γίνει η αφορμή σημαντικών αλλαγών στην εργασιακή κουλτούρα του κόμματος.

Θυμάται να την προσκαλούν σε ακρόαση για την υπόθεσή της, μέσα στο ίδιο δωμάτιο όπου δέχθηκε την επίθεση.Τη Δευτέρα, η κυβέρνηση αναγνώρισε ότι «δεδομένης της σοβαρότητας του περιστατικού , η ακρόαση θα έπρεπε να είχε πραγματοποιηθεί σε άλλο χώρο». Επιπλέον, ο Μόρισον τόνισε, «Αυτό δεν θα έπρεπε να έχει συμβεί και πραγματικά απολογούμαι».

About Author