Οι «αστοχίες» της αγοράς στα χρόνια της πανδημίας

Η πρόσφατη πανδημία ανέδειξε τη σημασία των δημόσιων ερευνητικών και παραγωγικών υποδομών και την άμεση ανάγκη υποστήριξης και ενδυνάμωσής τους

Του Γιώργου Χουρδάκη

Πριν από καιρό, σε μια επαρχία της Κίνας καταγράφηκε το πρώτο θανατηφόρο περιστατικό μιας ιογενούς νόσου η οποία προκαλείται από τον κορονοϊό SARS-CoV και επιφέρει το λεγόμενο σοβαρό οξύ αναπνευστικό σύνδρομο, γνωστό και ως SARS.

Ο ζωονοσικής προέλευσης ιός μέσα σε έναν μήνα είχε εξαπλωθεί σε 27 χώρες, προκαλώντας τελικά πάνω από 8.000 επιβεβαιωμένα κρούσματα και 774 θανάτους, καταγράφοντας ποσοστό θνητότητας περίπου 10%. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας χαρακτήρισε τον SARS παγκόσμια υγειονομική απειλή, οι αερομεταφορές, το διεθνές εμπόριο και η παγκόσμια οικονομία βίωσαν σημαντικές αναταράξεις.

Η παραπάνω καταγραφή, αν και ανακαλεί πρόσφατες μνήμες από την πανδημία του Covid-19, αναφέρεται σε γεγονότα που συνέβησαν πριν από 17 χρόνια, το 2003. Η επιδημία επανεμφανίστηκε 10 χρόνια αργότερα.

Το καλοκαίρι του 2012, ένας συγγενής ιός, ο οποίος ονομάστηκε κορονοϊός του αναπνευστικού συνδρόμου της Μέσης Ανατολής (MERS-CoV), εξαπλώθηκε σε 30 χώρες καταγράφοντας ένα τρομακτικό ποσοστό θνητότητας που πλησιάζει το 36%.

Ακούγεται ίσως παράδοξο αλλά μέχρι σήμερα δεν υπάρχει κανένα εμβόλιο για την αντιμετώπιση των ιών SARS-CoV και MERS-CoV. Γιατί άραγε; Η απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα δεν αφορά τόσο την επιστήμη όσο τον οικονομικό προγραμματισμό των ιδιωτικών επιχειρήσεων.

Το project της ανάπτυξης των συγκεκριμένων εμβολίων δεν ήταν αρκετά επικερδές για τις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες και τις εταιρείες βιοτεχνολογίας. Εξαιτίας των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των ιών, η εξάπλωσή τους συγκρατήθηκε σχετικά γρήγορα και μειώθηκαν οι υγειονομικές επιπτώσεις τους. Σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα οι επιδημίες αφορούσαν περιορισμένους πληθυσμούς, οι δυνητικές αγορές ξαφνικά έγιναν πολύ μικρές!

Δεδομένου του κυρίαρχου ρόλου που οι μεγάλες εταιρείες κατέχουν στον στρατηγικό σχεδιασμό και την υλοποίηση της παραγωγής φαρμακευτικών προϊόντων, τα συγκεκριμένα εμβόλια δεν αναπτύχθηκαν ποτέ.

Ετσι φτάσαμε το 2020, όπου ένα πιο «έξυπνο» στέλεχος της ίδιας οικογένειας ιών κατόρθωσε να σκοτώσει περισσότερους από 2 εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον πλανήτη και να αλλάξει την καθημερινή ζωή όπως την ξέραμε.

Από το 2003 και ώς το ξέσπασμα της νέας πανδημίας του Covid-19, οι φορείς που κατά κύριο λόγο ανέλαβαν το κρίσιμο έργο της ανάπτυξης εμβολίων ήταν τα Πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, το 2020 υπήρχαν 33 ενεργά προγράμματα για την ανάπτυξη ενός εμβολίου για τον SARS-CoV, εκ των οποίων τα 30 σε Πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα και μόνο 4 από αυτά σε φάση κλινικών δοκιμών.

Την ίδια όμως περίοδο (2009-2010), οι μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες και εταιρείες βιοτεχνολογίας ανέπτυξαν και έθεσαν σε κυκλοφορία 4 από τα 5 εμβόλια κατά του ιού της γρίπης H1N1, μέσα σε 5 μόνο μήνες μετά την εμφάνισή της, τον Ιούνιο του 2009. Ο μεγάλος αριθμός των δυνητικών ασθενών προφανώς συνυπολογίστηκε στα σχετικά επιχειρηματικά σχέδια.

Στην περίπτωση των SARS-CoV και MERS-COV υπήρξε μια προφανής αστοχία των εταιρειών να προβλέψουν αυτό που τα επιστημονικά δεδομένα έδειχναν με βεβαιότητα: ότι μια επικείμενη πανδημία παραμένει πάντα μια μεγάλη πιθανότητα.

Δεδομένης της συγγένειας των κορονοϊών που προκάλεσε τα τρία τελευταία υγειονομικά κύματα, οι εταιρείες έχασαν την ευκαιρία να αναπτύξουν εγκαίρως ένα εμβόλιο το οποίο, σύμφωνα με επιστημονικές αναφορές, θα μπορούσε να είναι αποτελεσματικό για το 30%-40% των περιπτώσεων του Covid-19 και σε κάθε περίπτωση θα μείωνε σημαντικά τον χρόνο απόκρισης του παγκόσμιου συστήματος υγείας.

Στο πλαίσιο μιας ελεύθερης οικονομίας, η ανάληψη των εταιρικών αποφάσεων με κύριο γνώμονα το μεσοπρόθεσμο περιθώριο κέρδους και το συμφέρον των μετόχων είναι ένα στοιχείο εγγενώς συνυφασμένο με τη λειτουργία του ιδιωτικού τομέα. Αλλά προκύπτει ένα τεράστιο θέμα κοινωνικής ευθύνης, ιδιαίτερα εάν συνυπολογιστεί το γεγονός ότι καμία εταιρεία δεν δρα εν κενώ, ερήμην του οικονομικού γίγνεσθαι σε εθνικό αλλά και διεθνές επίπεδο.

Ολες οι εταιρείες, και ειδικότερα οι μεγάλες, στον χώρο του φαρμάκου και της βιοτεχνολογίας, ωφελούνται από εκτεταμένες δημόσιες επενδύσεις, είτε αυτές αφορούν τη δημιουργία της νέας γνώσης στα Πανεπιστήμια και στα ερευνητικά κέντρα είτε αφορούν την κρατική επιδότηση των επενδύσεων ή την πρόσβαση σε χρηματοδότηση με εγγύηση του Δημοσίου.

Στην πράξη όλοι οι φορολογούμενοι πολίτες συνεισφέρουν οικονομικά σε κάθε στάδιο ανάπτυξης ενός φαρμακευτικού προϊόντος. Υπάρχει κάτι φυσικά ανορθόδοξο στο σχήμα της κοινωνικοποίησης του κόστους και της ιδιωτικοποίησης των κερδών.

Στην εποχή μας ακούγεται ίσως αφελές το αίτημα περί κοινωνικής ευθύνης των επιχειρήσεων, ειδικά εάν λάβει κανείς υπόψη του ότι η κυρίαρχη πολιτική βούληση δεν το υποστηρίζει και το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο δεν μπορεί να το επιβάλει.

Αλλά προκύπτει εύλογα ένα ερώτημα για τη γενικότερη στρατηγική, απέναντι στη διαχείριση αγαθών τόσο σημαντικών όσο είναι η υγεία. Πόσο ορθολογική και συνετή είναι η απόφαση εκχώρησης κρίσιμων αποφάσεων για την κοινωνία στη διακριτική ευχέρεια των επιχειρήσεων με την προσμονή ότι το δημόσιο συμφέρον θα συνάδει με το εταιρικό;

Η παραγωγή και διάθεση αποτελεσματικών εμβολίων σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα παρουσιάζεται, ιδίως από τα κυρίαρχα ΜΜΕ, σαν μια αποκλειστική επιτυχία των δυνάμεων της αγοράς.

Η άποψη αυτή αποτυγχάνει να αναγνωρίσει το γεγονός ότι κανένας φορέας, δημόσιος ή ιδιωτικός, δεν μπορεί να επιταχύνει κατά το δοκούν την παραγωγή και αξιοποίηση νέας γνώσης επειδή απλά προέκυψε μια επιτακτική ανάγκη.

Η παραγωγή νέων εμβολίων έγινε δυνατή επειδή υπήρχε ήδη από το παρελθόν συσσωρευμένη επιστημονική γνώση και εμπειρία, κατά κανόνα αποκτημένη στα Πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα, υποστηριζόμενη από συνεχείς δημόσιες επενδύσεις.

Η διαδικασία επιταχύνθηκε από εκτεταμένες κρατικές επιχορηγήσεις προς τον ιδιωτικό τομέα και από την αλλαγή του κανονιστικού πλαισίου εγκρίσεων και αδειοδοτήσεων.

Ενα από τα θέματα που αναδείχτηκαν έντονα την περίοδο της πανδημίας είναι η αναγκαιότητα υποστήριξης της ελεύθερης έρευνας που απαντά σε σημαντικές κοινωνικές προκλήσεις έναντι της χρησιμοθηρικής έρευνας που αποβλέπει στην κάλυψη συγκυριακών αναγκών της αγοράς.

Διότι αυτό το είδος έρευνας μπορεί να προσφέρει δεδομένα και απαντήσεις σε μελλοντικές κοινωνικές ανάγκες, συχνά διαφορετικές από το αρχικό επιστημονικό πεδίο διεξαγωγής της.

Η πρόσφατη πανδημία κατέδειξε ότι έχει έρθει ο καιρός για μια ριζοσπαστική αλλαγή στο μοντέλο διαχείρισης των δημόσιων αγαθών. Είναι αναγκαίο να διαμορφωθούν οι δυνατότητες για τη μαζική παραγωγή φαρμάκων και εμβολίων από παραγωγικές δομές με ευθύνη του Δημοσίου και βασικό κριτήριο τις ανάγκες και προτεραιότητες της κοινωνίας.

Στην Ευρώπη θα μπορούσε να αναπτυχθεί μια μεγάλη ευρωπαϊκή υποδομή με κατανεμημένες μονάδες σε διάφορες χώρες για την έρευνα, τον σχεδιασμό και την παραγωγή, εξασφαλίζοντας την ανοιχτή ισότιμη πρόσβαση και τη δημόσια λογοδοσία.

Στην Ελλάδα μια σύμπραξη ερευνητικών και ακαδημαϊκών φορέων θα αποτελούσε μια σημαντική μονάδα μιας τέτοιας υποδομής. Ο σχεδιασμός αυτός αποτέλεσε με επιτυχία τη βασική εθνική στρατηγική πολλών ανεπτυγμένων κρατών από τις αρχές του 20ού αιώνα, όταν τα εμβόλια άρχισαν να εμφανίζονται ως βασικά στοιχεία της Δημόσιας Υγείας, έως και τη δεκαετία του 1980.

Εγκαταλείφθηκε σταδιακά κάτω από την πίεση των πανίσχυρων πολυεθνικών συμπλεγμάτων και εξαιτίας των φραγμών στην ελεύθερη διακίνηση της γνώσης και της αυξανόμενης μεροληψίας των κυβερνήσεων υπέρ του ιδιωτικού τομέα.

Είναι πολλές οι «αστοχίες της αγοράς» και όχι μόνο στον τομέα της Υγείας. Οι αγορές αποφάσισαν να μην επενδύσουν στην περίπτωση των SARS-CoV και MERS-COV. Οι αγορές έχουν αποφασίσει να μην επενδύουν στον τομέα των «σπάνιων ασθενειών» και των «ορφανών φαρμάκων» – ορφανών από πρόθυμους επενδυτές όχι από ασθενείς.

Η πρόσφατη πανδημία ανέδειξε τη σημασία των δημόσιων ερευνητικών και παραγωγικών υποδομών και την άμεση ανάγκη υποστήριξης και ενδυνάμωσής τους σε πρακτικό αλλά και θεσμικό επίπεδο.

Και αυτό στη συνείδησή μας θα πρέπει πλέον να θεωρείται μονόδρομος, εάν θέλουμε το φάρμακο να αποκτήσει κάποτε τον χαρακτήρα του αμιγώς κοινωνικού αγαθού, πέρα από αποκλεισμούς και οικονομικούς ανταγωνισμούς.

*Διδάκτορας Φυσικής

πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

About Author