Υπεράσπιση της τιμής και της πολιτικής αξιοπρέπειας

του Αντώνη Ρουπακιώτη

I.Ως «μηνύσεις κατά δημοσιογράφων» προβλήθηκε η ανάγκη αυτοπροστασίας του Αλέξη Τσίπρα από τα βάναυσα και συκοφαντικά σχόλια συγκεκριμένων ΜΜΕ εναντίον του (αγορά ή ακριβή μίσθωση βίλας, συμμετοχή του στη διαπλοκή κ.ά.).

Δόλιες ενέργειες, τις οποίες οι συκοφάντες επιδιώκουν να καλύψουν με τους υποκριτικούς ισχυρισμούς ότι με την κατάθεση αγωγής του τέως πρωθυπουργού κατ’ αυτών, και αφού προηγουμένως τους έδωσε τη δυνατότητα να αποκαταστήσουν την αλήθεια, παραβιάζεται, τάχα μου, η ελευθερία έκφρασης γνώμης.

Ωστόσο, πέραν των άλλων, οι συνήθεις κατασκευαστές ψευδών ειδήσεων λησμονούν πόσο έχει συκοφαντηθεί ο Αλέξης Τσίπρας και άλλα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και το γεγονός ότι κατά τη διακυβέρνηση από αυτόν ψηφίστηκαν οι πλέον διασφαλιστικές διατάξεις για την ελευθερία έκφρασης των δημοσιογράφων και την άσκηση ακόμη και σκληρής κριτικής σε σύγκριση με προγενέστερες (Ν. 2328/1995).

Προβάλλονται με αλαζονεία ψευδείς και συκοφαντικοί ισχυρισμοί κατά του Αλ. Τσίπρα, τα τελευταία ιδίως χρόνια, που τα συγκροτήματα Τύπου και τα ραδιοτηλεοπτικά ΜΜΕ (Μπουκωμένα, κατά Τάσο Παππά, Μ.Ε.) είναι στα χέρια ολιγαρχών ή μεγάλων επιχειρηματιών, άσχετων με την παράδοση των παλαιών εκδοτών, κατά την περίοδο των οποίων δεν κυριαρχούσε μεν η αγιότητα στους χώρους τους, υπήρχε ωστόσο ένα πεδίο διατύπωσης αξιόπιστης γνώμης και προβολής πληροφοριών.

Αντίθετα, στην εποχή μας, οι ιδιοκτήτες των ΜΜΕ καταπνίγουν στην εσωτερική λειτουργία τους κάθε απόπειρα δημοσιογράφου να διατυπώσει άλλη άποψη ή να προβάλει ακριβή πληροφορία που δεν υπηρετεί την κυβέρνηση ή και το κόμμα. Όχι βέβαια χωρίς αντίδωρο (μεταξύ άλλων Έλενα Ακρίτα, Δημ. Κρουστάλλη).

ΙΙ. Όσοι συμμετέχουν -πολύ περισσότερο με πρωταγωνιστικό ρόλο- στον δημόσιο βίο πρέπει βεβαίως να ελέγχονται για τις συναφείς δράσεις τους αυστηρότερα από τους άλλους πολίτες.

Η παραδοχή όμως αυτή πρέπει να συσταθμιστεί με τη δυνατότητα αυτών, πολύ δε περισσότερο ενός τέως πρωθυπουργού, ο οποίος φιλοδοξεί, εκφράζοντας τη δέσμη ιδεών του κόμματός του, να αναλάβει εκ νέου την εξουσία, να υπερασπιστεί την τιμή του και την πολιτική αξιοπρέπειά του, ώστε με καθαρότητα να απευθύνεται στον λαό, πολύ περισσότερο μάλιστα ενόψει εκλογών, και να μην συνοδεύεται από ανυπόστατες σε βάρος του κατηγορίες.

Έτσι το δικαίωμα αυτό του πολιτικού ή κοινωνικού εκπροσώπου για την υπεράσπιση της αξίας του ως ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1), άλλως της προσωπικότητας του (άρθρο 5 παρ. 1 συντ.), συνδέεται άμεσα με τη λειτουργία της πολιτικής ζωής μας και του θεσμού της αντιπροσώπευσής μας στα όρια του συντάγματος, που αναδεικνύεται ως θεμέλιο του δημοκρατικού πολιτεύματός μας.

Κατά τα άλλα, η νομική επιστήμη και η νομολογία των δικαστηρίων δέχονται ότι τα ατομικά – πολιτικά – κοινωνικά δικαιώματα, που διασφαλίζονται από το σύνταγμα -πολλά και από διεθνείς συμβάσεις- έχουν ισοδύναμη συνταγματική- δικαιϊκή ισχύ, κανένα δε από αυτά δεν υπερτερεί άλλου, η ισορροπία μεταξύ τους ορίζεται με βάση την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 3 σ.

ΙΙΙ. Σχετικώς προς τα παραπάνω, γίνεται επίκληση της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ), το οποίο σε εφαρμογή του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ δίνει ευρύτερα περιθώρια στο δικαίωμα δημοσιογράφων να ασκούν και την πλέον σκληρή κριτική εις βάρος πολιτικών ή κοινωνικών εκπροσώπων ή ατόμων με ιδιαίτερη παρουσία στον δημόσιο βίο.

Ωστόσο, γίνεται διάκριση, από το ίδιο το άρθρο, όπως ερμηνεύεται από το ΕΔΔΑ, μεταξύ δημοσίευσης “γεγονότων” ή ειδήσεων ελεγχόμενων ως βάσιμων ή δολίως κατασκευασμένων, οπότε στη δεύτερη περίπτωση δεν μπορεί να γίνεται λόγος για κάλυψη του δημοσιογράφου που συκοφαντεί και ευτελίζει τον πολιτικό ή κοινωνικό εκπρόσωπο.

Κατά του Αλ. Τσίπρα ασκήθηκε κριτική, πολλές φορές βάναυση, από τους δημοσιογράφους κατά την άσκηση των καθηκόντων του, είτε ως πρωθυπουργού είτε ως αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, όπως ότι πρόδωσε τη Μακεδονία, καταπάτησε το σύνταγμα, καταβαράθρωσε τα οικονομικά της χώρας κ.ά. και για την οποία κατασυκοφάντησή του απέφυγε την οποιαδήποτε ενέργεια κατά δημοσιογράφων.

Αντιθέτως, στην προκειμένη περίπτωση, προσβλήθηκε η τιμή και η υπόληψη του τέως πρωθυπουργού, για επιλογές του -νόμιμες και χωρίς σκιές κατά πάντα- προσωπικού και οικογενειακού χαρακτήρα, χωρίς μάλιστα να έχουν σχέση με την άσκηση δημόσιας εξουσίας.

Έτσι, όχι μόνο δεν επιχειρείται με τις αγωγές που κατάθεσε ο Αλέξης Τσίπρας προσβολή δικαιώματος του πολίτη στην πληροφόρηση (5α συντ.) ή η δυνατότητά του να εκφράζεται και να διαδίδει ισχυρισμούς του (άρθρο 14 παρ. 1 συντ.), αλλά, αντιθέτως, είναι αναγκαία η συστάθμιση της ελευθερίας του λόγου και της προστασίας της υπόληψης του θιγόμενου κατά τα άρθρα 8 και 10 της ΕΣΔΑ, “εφόσον η προστασία της ελευθερίας του άρθρου 10 τυγχάνει ίσου σεβασμού με την προστασία της υπόληψης που διασφαλίζεται από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ” (Mιχ. Μαργαρίτη, “Ερμηνεία της ΕΣΔΑ”, σελ. 348-349, με πλούσια νομολογία του ΕΔΔΑ), με δεδομένο μάλιστα το σκληρό πλήγμα που επιχείρησαν οι συγκεκριμένοι δημοσιογράφοι, ίδιοι συνήθως στις δύσκολες αποστολές, κατά της ιδιωτικής ζωής τού τέως πρωθυπουργού.

Έτσι, αυτός όχι απλώς δικαιούταν αλλά και όφειλε προς τον ελληνικό λαό να προσφύγει κατά των συκοφαντών του στα αρμόδια δικαστικά όργανα για τη δίκαιη κρίση τους.

IV. Τέλος, μια ευχή – παράκληση για την ΕΣΗΕΑ. Αν δεν μπορεί να κάνει κάτι άλλο, θα ήταν εναρμονισμένο στη σύγχρονη πραγματικότητα, εάν στη ρήση του ρομαντικού δημοσιογράφου Μάγιερ «Η δημοσίευσις είναι η ψυχή της δικαιοσύνης», που κοσμεί τον χώρο της, πρόσθετε και την αντίστροφή της, «Η δικαιοσύνη είναι η ψυχή της δημοσίευσης».

Ο Αντώνης Ρουπακιώτης είναι δικηγόρος, πρώην υπουργός Δικαιοσύνης και πρόεδρος του Δ.Σ.Α.

Πηγή: ΑΥΓΗ

About Author