Η δική μας (μη) συμμετοχή στο φετινό Πολυτεχνείο

Είναι, πλέον, καταφανές ότι η κυβερνητική-κοινοβουλευτική πλειοψηφία εκλαμβάνει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στη συνάθροιση, δηλαδή τη θεμελιωδέστερη πτυχή της «από τα κάτω» συμμετοχής στη δημοκρατική δημόσια σφαίρα, ως «αντικοινωνική ενέργεια» που πρέπει να καταστέλλεται πάση θυσία.

Θωμάς Ψήμμας* (Πρώτη δημοσίευση: ΕΦΣΥΝ)

Επικαλούμενη το υπαρκτό ζήτημα της αναγκαίας προστασίας της δημόσιας υγείας, προβαίνει σε ανεπίτρεπτη προληπτική απαγόρευση των φετινών εορταστικών εκδηλώσεων για το Πολυτεχνείο, πυροδοτώντας σύγκρουση σε μια χρονική στιγμή όπου χρειάζεται η μέγιστη δυνατή κοινωνική συνοχή προκειμένου να σωθεί οτιδήποτε αν σώζεται κατά τη δεύτερη, άκρως επιθετική, φάση της πανδημίας.

Κατ’ αρχάς, διά στόματος του Κυβερνητικού Εκπροσώπου και του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, εξομοιώνει εκ του πονηρού τις εκδηλώσεις μνήμης για το Πολυτεχνείο που ανέκαθεν διενεργούνται με πρωτοβουλία των θεσμικών και κινηματικών δυνάμεων της κοινωνίας των πολιτών (πολιτικά κόμματα, συνδικαλιστικά σωματεία, φοιτητικοί σύλλογοι) με τις «εθνικές εορτές», δηλαδή τις επίσημες κρατικές εκφράσεις της δημόσιας μνήμης, όπως οι παρελάσεις για τον εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου και της 25ης Μαρτίου.

Μέχρι στιγμής, εξάλλου, δεν έχει λάβει χώρα καμιά απαγόρευση για τις επετειακές εκδηλώσεις της 17ης Νοεμβρίου με τα μέτρα και τα σταθμά μιας δικαιοκρατούμενης Πολιτείας, καθώς η δήλωση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη (με την αδιανόητη φράση «δυστυχώς οι δρόμοι και οι διαδηλώσεις κουβαλάνε ιό και γεννάνε αρρώστια») δεν επιφέρει έννομες συνέπειες. Ακόμα και βάσει του –προβληματικού από άποψη συνταγματικότητας- πρόσφατου νόμου για τον περιορισμό των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων (ν. 4703/2020), για την προληπτική απαγόρευση απαιτείται αιτιολογημένη απόφαση αστυνομικής αρχής (άρθ. 7) κατόπιν ενημέρωσης του αρμόδιου Εισαγγελέα Πρωτοδικών (άρθ. 11).

Βάσει του άρθρου 11 παρ. 2 Συντάγματος., απαγόρευση δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης μπορεί να γίνει μόνο όταν υφίσταται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια και επαπειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής. Οι διατάξεις που εισάγουν όχι απλώς περιορισμούς αλλά απαγόρευση άσκησης συνταγματικού δικαιώματος θα πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά, κατά συνέπεια η προστασία της δημόσιας υγείας δεν αναφέρεται ρητά ως λόγος προληπτικής απαγόρευσης άσκησης του δικαιώματος του συνέρχεσθαι, με τήρηση βεβαίως των θεσπισμένων (με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου και κοινές υπουργικές αποφάσεις) υγειονομικών μέτρων.

Η πρόθεση της Εισαγγελέως να κινήσει διαδικασίες για ποινική δίωξη με την αιτιολογία της διέγερσης σε ανυπακοή (άρθ. 183 ΠΚ) σε κάλεσμα κινητοποίησης της Ένωσης Νοσοκομειακών Ιατρών Θεσσαλονίκης, δηλαδή η ποινικοποίηση ενός προσταδίου της δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης χωρίς, μάλιστα, να υπάρχει η παραμικρή νομοθετική και κανονιστική ρύθμιση, κατά της οποίας δήθεν στρέφεται το κάλεσμα, καταδεικνύει την ανεπίτρεπτη αναστολή του δικαιώματος στη συνάθροιση με τους «παραβάτες» να έρχονται αντιμέτωποι ακόμα και με την έσχατη μορφή έννομου καταναγκασμού, δηλαδή με τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα. Ένα συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα, λοιπόν, τίθεται επ’ αόριστον σε αναστολή, μέχρι να κηρύξει τη λήξη του υγειονομικού κινδύνου η πολιτικά υπεύθυνη Κυβέρνηση, με την έκτακτη ανάγκη να καταπνίγει έτσι κάθε δικαιοκρατική εγγύηση και κάθε υποψία δημοκρατικής διαβούλευσης.

Έτι περαιτέρω, οι δυνάμεις των ΜΑΤ κατά τη χθεσινή επίδειξη δύναμης στο Πολυτεχνείο, όπου προσήγαγαν με συνοπτικές διαδικασίες κάθε πολίτη που βρέθηκε στο διάβα τους, συνεπικουρούνταν (όπως διαφήμισε ο ίδιος στα social media) από τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο της εγχώριας alt right, βουλευτή της ΝΔ, Κωνσταντίνο Μπογδάνο, ο οποίος είχε τη φαεινή ιδέα να παρουσιάσει τον εαυτό του ως «υπερήφανο επιθεωρητή δυνάμεων ασφαλείας», σε μια εικόνα που παραπέμπει ακριβώς σε εκείνο το καθεστώς εναντίον του οποίου στράφηκε (με βαρύ φόρο αίματος) η εξέγερση του Πολυτεχνείου.

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, η αυταρχική εκτροπή των θεσμικών οργάνων της Πολιτείας στο όνομα μιας αλά καρτ, πατερναλιστικά επιβαλλόμενης προτεραιότητας της δημόσιας υγείας δεν συνιστά αιτία κι αφορμή για μαζικές εορταστικές εκδηλώσεις στο δρόμο εκ μέρους των δυνάμεων της εξωκοινοβουλευτικής και της κοινοβουλευτικά εκπροσωπούμενης Αριστεράς, αλλά αντιθέτως λόγο να απέχουμε (ως αριστεροί και ως ελεύθεροι και υπεύθυνοι πολίτες) ως φυσική παρουσία από τις φετινές εκδηλώσεις. Εξάλλου, οι λεονταρισμοί των κκ. Χρυσοχοϊδη και Μπογδάνου δεν συνιστούν απαγόρευση διαδήλωσης με τα μέτρα και τα σταθμά μιας δικαιοκρατούμενης Πολιτείας, άρα η μη συμμετοχή δεν θα μας έχει επιβληθεί, αλλά θα είναι δική μας συνειδητή επιλογή, αποδεικνύοντας έμπρακτα (σε πείσμα των  αναθεωρητών της «θεωρίας των δύο άκρων») ότι η ιδεολογία μας έχει στο επίκεντρό της τον άνθρωπο ως αυταξία, χωρίς καμιά διάκριση, και ποτέ ως μέσο για την ικανοποίηση ενός μεταρρυθμιστικού ή επαναστατικού σκοπού.

Μόνο για φέτος, λοιπόν, θα ήταν ευχής έργον να γιορτάσουμε το Πολυτεχνείο με τη δική μας ξεχωριστή ζωντάνια ακόμα και σε συνθήκες ενσώματης αποστασιοποίησης (με ατέλειωτες διαδικτυακές συζητήσεις και μουσικά αφιερώματα σε ένα πανηγύρι δημοκρατίας-απάντηση στον ολοένα κλιμακούμενο κυβερνητικό αυταρχισμό). Έχουμε δυο πολύ καλούς λόγους, έναν δεοντοκρατικό και έναν συνεπειοκρατικό, να παραμείνουμε ενεργά πολιτικά υποκείμενα μένοντας σπίτι εκείνη την ημέρα.

Πρώτον, για εμάς η δημόσια υγεία είναι ένα συλλογικό δικαίωμα στην αλληλεγγύη, την ενσυναίσθηση και την αυτοπροστασία, μια οικειοθελής άσκηση αμοιβαίου σεβασμού, με άλλα λόγια είναι ο αναγκαίος όρος να περάσουμε στο επόμενο βήμα της κοινωνίας που οραματιζόμαστε, να σταματήσει η (νεοφιλελεύθερη ή νεοφασιστική) εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Και δεύτερον, ο βιοπολιτικός Λεβιάθαν καραδοκεί στη γωνία να εκμεταλλευτεί κάθε παρέκκλιση από τα υγειονομικά μέτρα εκείνη την ημέρα, ώστε να ταυτίσει με χυδαίο τρόπο -μέσα από την προπαγάνδα των παχυλά χρηματοδοτούμενων συστημικών media- κάθε ενσώματη διαμαρτυρία ενάντια στις αντιφάσεις και τις παθογένειες της κυβερνητικής πολιτικής με τους αρνητές της μάσκας, από τους οποίους ο κυρίαρχος λόγος της υγειονομικής κατάστασης ανάγκης δεν στερεί μόνο την ορθολογική πολιτική ιδιότητα αλλά και το ανθρώπινο status.

Σε ένα φιλελεύθερο κράτος δικαίου, η πολιτικά υπεύθυνη Κυβέρνηση δεν νομοθετεί με «φιρμάνια», αλλά λαμβάνει μέτρα με τις διαδικασίες της δημοκρατικής διαβούλευσης και μέσα από ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση, και η συγκεκριμένη Κυβέρνηση είναι προφανές ότι έχει πάρει οριστικό κι αμετάκλητο διαζύγιο από τα basics μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας. Συνεπώς, έχουμε πεδίο δόξης λαμπρό να χαράξουμε, εκείνη τη μέρα και σε βάθος χρόνου, τις δικές μας θεμελιώδεις -ηθικοπολιτικές και δικαιικές- οιονεί ηγεμονικές (με γκραμσιανούς όρους) αρχές για το πόσο σοβαρά λαμβάνουμε υπόψη, ως συνδιαμορφωτές της δημόσιας πολιτικής και της κοινής μας μοίρας, τη δημόσια υγεία, τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και την αναπαλλοτρίωτη αξία κάθε ανθρώπου.

*ΔΝ Φιλοσοφίας του Δικαίου Νομικής Σχολής ΑΠΘ

About Author