Ν. Αλιβιζάτος για τη δίκη της Χρυσής Αυγής: Και τώρα κοιτάζουμε μπροστά!

Με τον εγκλεισμό του ηγετικού πυρήνα της Χρυσής Αυγής αποδόθηκε δικαιοσύνη. Και τούτο παρά τις επιφυλάξεις της κ. Εισαγγελέως, που έδωσαν στους κατηγορουμένους τη δυνατότητα να καθυστερήσουν τη μοιραία γι’ αυτούς στιγμή, με ενστάσεις και κωλυσιεργίες που ξεπέρασαν κάθε όριο.

Νίκος Αλιβιζάτος

Αξιζε, παρά ταύτα τον κόπο. Γιατί είχαμε όλοι την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε μια σκηνή απείρου κάλλους: τα συγκεκριμένα άτομα, να πετούν τη λεοντή του τραμπούκου και να εκλιπαρούν σαν αθώες περιστερές την επιείκεια ενός δικαστηρίου, που έως χθες κατάγγελλαν ως διαβλητό και εξαρτημένο. Η αντιπαραβολή των ταγμάτων εφόδου στον Μελιγαλά και τις Θερμοπύλες από τη μια, με τα περιδεή ανθρωπάκια των τελευταίων ημερών από την άλλη, θα πρέπει εφεξής να διδάσκεται, όχι βέβαια για να στιγματιστούν συγκεκριμένα άτομα, αλλά ως παράδειγμα απόδοσης της δικαιοσύνης σε μια δημοκρατία που σέβεται τον εαυτό της. Γιατί –και ας με συγχωρέσουν σε αυτό οι γερμανοσπουδαγμένοι συνάδελφοι– πιστεύω ότι η διάκριση «μαχόμενης» και «ανεκτικής» δημοκρατίας, είχε ίσως κάποιο νόημα στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου, σήμερα εν τούτοις είναι εντελώς ξεπερασμένη.

Τούτου λεχθέντος, θα πρέπει να κοιτάξουμε την επόμενη μέρα. Θα ήταν, πιστεύω, αδιανόητο να επιτραπεί στη Χρυσή Αυγή να κατέβει στις εκλογές, σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Το ίδιο και σε άλλους σχηματισμούς, που έχουν αναγάγει τη βία σε συστατικό στοιχείο της δράσης τους, με στελέχη καταδικασμένα για συμμετοχή και ενεργό δράση σε εγκληματική οργάνωση. Η κυβέρνηση θα πρέπει να αναλάβει το ταχύτερο πρωτοβουλία να συμπληρωθούν, ύστερα από διεξοδική μελέτη, οι ατελείς σε αυτό το σημείο διατάξεις του εκλογικού κώδικα, ώστε να δοθεί στο Α΄ Τμήμα του Αρείου Πάγου, αρμόδιο σήμερα για την ανακήρυξη των συνδυασμών, η σχετική αρμοδιότητα. Αν γίνει αυτό, είναι αυτονόητο ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ακουστούν, υποβάλλοντας, έστω και εγγράφως, τις προτάσεις και αντιρρήσεις τους.

Θέλω στο σημείο αυτό να είμαι απολύτως σαφής: δεν θα διώκονται οι ιδέες, όσο ακραίες και αν είναι, αλλά η συστηματική άσκηση της βίας ως τρόπος προβολής των όποιων απόψεων, όποιες και αν είναι αυτές. Διότι η ανοχή των ταγμάτων εφόδου δεν είναι ένδειξη δύναμης, αλλά αδυναμίας της δημοκρατίας. Ας το αντιληφθούν επιτέλους ορισμένοι φίλοι, οι οποίοι, στο όνομα κάποιων φιλελεύθερων αρχών, παραβλέπουν τη βία, όταν ασκείται με πολιτικά κίνητρα.

Κατά τα λοιπά, θα μπω στα χωράφια των ποινικολόγων και θα υποστηρίξω ότι κακώς καταργήθηκε η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων ως παρεπόμενη ποινή στον νέο Ποινικό Κώδικα. Εχοντας στον νου την «εθνική απαξίωση» (indignité nationale), το αδίκημα δηλαδή που εισήγαγε στην απελευθερωμένη Γαλλία, το 1944, ο στρατηγός Ντε Γκωλ για την τιμωρία των δωσιλόγων, πιστεύω ότι η ανάθεση της επιβολής αυτού του μέτρου στον ποινικό δικαστή είναι πιο σύμφωνη με την ανάγκη σεβασμού της προσωπικότητας των θιγομένων. Διότι ο ποινικός δικαστής μπορεί να σταθμίσει καλύτερα από κάθε άλλον αν ο βοηθός του όποιου Ρουπακιά μπορεί, όχι απλώς να ψηφίζει στις επόμενες εκλογές –γι’ αυτό κανείς δεν θα είχε αντίρρηση– αλλά και να διεκδικεί την ψήφο του λαού ως υποψήφιος.

Πιο μακροπρόθεσμα, θα πρέπει να βάλουμε βαθιά μέσα στο μυαλό μας, ότι ούτε ο φασισμός, ούτε ο ναζισμός, ούτε ο σταλινισμός ούτε οι παραφυάδες τους όλων των χρωμάτων θα εξαφανιστούν όσο υπάρχουν ανοιχτές κοινωνίες, με την ποπεριανή έννοια του όρου, κοινωνίες δηλαδή που υπηρετούν τον πλουραλισμό και σέβονται την πολυφωνία. Γιατί, ακόμη και αν επικρατήσει κάποτε η ρουσοϊκής εμπνεύσεως ουτοπική ισοπολιτεία, με απόλυτη ισότητα δικαιωμάτων και ευκαιριών, θα υπάρχουν πάντοτε κάποιοι που θα ξεχωρίζουν και που, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, θα υποβλέπονται από ορισμένους και θα προκαλούν ακραίες αντιδράσεις.

Το ερώτημα συνεπώς δεν είναι αν οι χρυσαυγίτες και οι όποιοι μιμητές τους θα εξαφανιστούν ύστερα από μια ποινική καταδίκη, ούτε πώς θα δημιουργηθούν οι κοινωνικές προϋποθέσεις για τη συρρίκνωσή τους, όσο σημαντική και αν είναι αυτή η επιδίωξη. Το ζήτημα, αντίθετα, είναι να πεισθεί ένα όσο το δυνατόν μεγαλύτερο ποσοστό συμπολιτών μας ότι, εκτός δημοκρατίας και εκτός κράτους δικαίου, δεν έχουν καμιά πιθανότητα να προχωρήσουν, διότι υπάρχει μόνον ζόφος και δυστυχία. Να αποδεχθούν, δηλαδή, τους κανόνες του δημοκρατικού παιχνιδιού, όποια ιδεολογία και αν υποστηρίζουν.

Αν επιτευχθεί αυτό, αν, με άλλα λόγια, γίνει αποδεκτό από τη μεγάλη πλειοψηφία των συνανθρώπων μας ότι το δημοκρατικό παιχνίδι είναι ο μόνος ρεαλιστικός τρόπος για να αναδείξουν τις δεξιότητες και για να πραγματοποιήσουν τις προσδοκίες τους, νομίζω ότι το παιχνίδι θα έχει κερδηθεί. Αρκεί προς τούτο, το κράτος να κάνει καλά τη δουλειά του και όλοι μας, προπάντων οι δάσκαλοι, να αναλάβουμε τις ευθύνες μας.

* Ο κ. Ν. Κ. Αλιβιζάτος είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή: Καθημερινή

About Author