Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ: Την κατάργηση του οκταώρου επιχειρεί να θεσμοθετήσει η κυβέρνηση

Στοιχεία που σοκάρουν για την αγορά εργασίας και την ελληνική οικονομία στην εποχή της πανδημίας προκύπτουν από την ετήσια έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕ ΓΣΕΕ), με τη διπλή κρίση – υγειονομική και οικονομική – να έχει προκαλέσει σημαντικές αρνητικές συνέπειες στην απασχόληση και στη ζωή των εργαζομένων και των πολιτών.

Όπως τονίζεται στην έκθεση, η κρίση έχει προκαλέσει έκρηξη αβεβαιότητας και ανασφάλειας και σοβαρή έλλειψη εμπιστοσύνης των εργαζομένων όσον αφορά την προστασία θεμελιωδών εργασιακών δικαιωμάτων τους και του βιοτικού τους επιπέδου, καθώς και όσον αφορά τις αναπτυξιακές προοπτικές της οικονομίας με τρόπο που να διασφαλίζεται ένα αξιοπρεπές επίπεδο ευημερίας.

Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση προσπαθεί να θεσμοθετήσει ντε φάκτο την κατάργηση του οκταώρου, αξιοποιώντας το γεγονός ότι μεγαλώνει συνεχώς το ποσοστό των εργαζομένων που συνεχίζουν να κάνουν υπερωρίες. Ανταλλάσσοντας τις υπερωρίες με τις ημέρες άδειας, η κυβέρνηση οδηγεί τους μισθωτούς σε νέα μείωση διαθέσιμων εσόδων, γεγονός που προκαλεί ευρύτερες αρνητικές επιπτώσεις στην ήδη τραυματισμένη από την πανδημική κρίση αγορά.

Σύμφωνα με την ανάλυση του επιστημονικού διευθυντή του ΙΝΕ ΓΣΕΕ, Γιώργου Αργείτη, η προσπάθεια της κυβέρνησης να θεσμοθετήσει ντε φάκτο κατάργηση του οκταώρου βασίζεται στο γεγονός ότι ακόμα και τώρα, το ποσοστό εργαζομένων που δουλεύουν υπερωριακά φθάνει το 55%. Παράλληλα, σχεδόν ένας στους πέντε εργαζόμενους δουλεύει πάνω από 48 ώρες την εβδομάδα.

Χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι οι υπερωριακοί εργαζόμενοι προ πανδημικής κρίσης έφθαναν το 73%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στον μεταποιητικό κλάδο ξεπερνούσε το 80%. Βασιζόμενη η κυβέρνηση σε αυτή τη γενική τάση, επιχειρεί τη νέα ελαστικοποίηση του ωραρίου.

Τα στοιχεία της ετήσιας έκθεσης του ΙΝΕ ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για την αυξανόμενη φτωχοποίηση των νοικοκυριών που στηρίζονται σε εργατικά εισοδήματα. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι το 83% αυτών που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό δεν μπορούν να καλύψουν βασικές ανάγκες, ενώ σχεδόν ένας στους τρεις εργαζόμενους έχει αποδοχές κάτω από τον κατώτατο μισθό. Αξιοπρόσεκτο είναι επίσης το στοιχείο που αναδεικνύει η έκθεση και σύμφωνα με το οποίο η μόνη μισθολογική κλίμακα που εκτινάχθηκε το 2ο τρίμηνο του 2020 είναι αυτή των μισθωτών που λαμβάνουν μέχρι 200 ευρώ, καθώς από το 1% πήγε στο 12%.

Πηγή: ΕΦΣΥΝ

About Author