Τίτο: ο αιώνιος παρτιζάνος

Ήταν κομμουνιστής, αντιστασιακός κατά του ναζισμού και ιδρυτής της Γιουγκοσλαβίας. Σε μια νέα βιογραφία η ιστορικός Μαρί Ζανίν Κάλιτς περιγράφει τον Τίτο ως χαρισματικό, αυταρχικό ηγέτη με ανθρώπινες αδυναμίες.

Όταν ο Γιόζιπ Μπρος Τίτο, ισόβιος πρόεδρος της τότε Γιουγκοσλαβίας, άφηνε στις 4 Μαΐου του 1980 την τελευταία του πνοή στην πανεπιστημιακή κλινική της Λιουμπλιάνα σε ηλικία 87 ετών, ολόκληρη η χώρα βυθίστηκε στο πένθος. Ο «πατέρας» του πολυεθνικού κράτους δεν υπήρχε πια. Τέλος εποχής για τη Γιουγκοσλαβία.

40 χρόνια μετά η γερμανίδα ιστορικός Μαρί Ζανίν Κάλιτς, εξειδικευμένη σε ζητήματα νοτιοανατολικής Ευρώπης, δημοσίευσε στη Γερμανία μια νέα, αξιόλογη βιογραφία με τίτλο «Τίτο. Ο αιώνιος παρτιζάνος».

Περιγράφει τον γιουγκοσλάβο ηγέτη ως «δημιούργημα μας εποχής ακραίων συνθηκών, τις οποίες έζησε και συνδιαμόρφωσε». Ακόμα και στις πιο «φιλελεύθερες» περιόδους της πολιτικής του πορείας ο Τίτο ποτέ δεν υπήρξε δημοκράτης, όπως αντιλαμβάνεται την έννοια η Δύση. Στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου για παράδειγμα επέτρεψε στις δυνάμεις του να εκδικηθούν με τον πλέον απάνθρωπο τρόπο δεκάδες χιλιάδες αθώους.

Το όραμα για μια ομοσπονδία ισότιμων λαών

Την ίδια στιγμή όμως είναι αδιαμφισβήτητο ότι όταν η ναζιστική Γερμανία εισέβαλε στο Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας τον Απρίλιο του 1941 συγκρότησε έναν αντιστασιακό στρατό, ο οποίος κατάφερε εν τέλει να νικήσει τον εισβολέα. Πολλές φορές οι γιουγκοσλάβοι παρτιζάνοι κινδύνεψαν με αφανισμό. Ο ηγέτης τους τραυματίστηκε σοβαρά και γλίτωσε στην κυριολεξία από του Χάρου τα δόντια. «Ο Τίτο ήταν ο μόνος επικεφαλής συμμαχικών δυνάμεων κατά του Αδόλφου Χίτλερ, ο οποίος συμμετείχε σχεδόν συνεχώς με το όπλο στο χέρι στις στρατιωτικές επιχειρήσεις», σημειώνει η βιογράφος του.

«Η ακλόνητη πίστη στην επίδραση των πράξεών του» και το οργανωτικό του χάρισμα, ενέπνεαν και έδιναν δύναμη στους αντιστασιακούς. Εν μέσω απελευθερωτικού πολέμου ο Τίτο και οι συναγωνιστές του σκιαγράφησαν τη νέα Γιουγκοσλαβία: μια ομοσπονδία ισότιμων λαών.

«Με τη γοητεία και την ευθύτητά του ο Τίτο μπορούσε να κερδίζει ανθρώπους διαφορετικής κοινωνικής προέλευσης », γράφει η γερμανίδα ιστορικός. Διέρρηξε τις σχέσεις του με τον σοβιετικό ηγέτη Ιωσήφ Στάλιν αρνούμενος να προσδεθεί στο άρμα της Μόσχας. Ίδρυσε το Κίνημα των Αδεσμεύτων με κράτη, τα οποία αναζητούσαν ένα «τρίτο δρόμο» μεταξύ των πυρηνικών υπερδυνάμεων ΗΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης. Η τότε Δυτική Γερμανία τού ήταν πολύ πιο προσφιλής από ότι το κράτος της Ανατολικής Γερμανίας. Οι καγκελάριοι Βίλι Μπραντ και Χέλμουτ Σμιτ τον εμπιστεύονταν. Τον θεωρούσαν μάλιστα ως σημαντικό εταίρο στη προσπάθεια πολιτικής προσέγγισης των σοσιαλιστικών κρατών, τη λεγόμενη Οστπολιτίκ. Για τις τότε σχέσεις μεταξύ Δυτικής Γερμανίας και Γιουγκοσλαβίας η συγγραφέας ερεύνησε ενδελεχώς το πολιτικό αρχείο του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών.

Το καρφί στο φέρετρο της Γιουγκοσλαβίας

Η βιογραφία περιέχει εκτενείς αναφορές στη φιλαρέσκεια, την τάση αυτοπροβολής, την πολυτελή ζωή και τη προσωπολατρία του γιουγκοσλάβου ηγέτη. Επισημαίνει ωστόσο ότι το σοκ και το πένθος των Γιουγκοσλάβων μετά το θάνατο του Τίτο ήταν πραγματικό και σε καμία περίπτωση στημένο. Δυστυχώς όμως το ομόσπονδιακό κράτος της Γιουγκοσλαβίας, η κληρονομιά του Τίτο, επέζησε μόνο μια δεκαετία μετά το θάνατό του. Η Μαρί Ζανίν Κάλιτς συμπεραίνει ότι «όταν Σλοβενία και Κροατία ανακήρυξαν μονομερώς την ανεξαρτησία τους στις 25 Ιουνίου του 1991 η Γιουγκοσλαβία βυθίστηκε σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο». Το γερμανικό πρακτορείο ειδήσεων εκτιμά ωστόσο, παραπέμποντας σε άλλες σελίδες του βιβλίου, ότι το τελευταίο καρφί στο φέρετρο της Γιουγκοσλαβίας δεν μπήκε από τα δύο ομόσπονδα κράτη, αλλά από τον ίδιο το Τίτο, ο οποίος δεν μπορούσε να φανταστεί μια δημοκρατική διαδικασία σε ένα κράτος, όπου το λέγειν είχε αποκλειστικά και μόνο για δεκαετίες το κομμουνιστικό κόμμα.

Περίπου πέντε χρόνια μετά το θάνατο του Τίτο αναλάμβανε τα ηνία της χώρας ο κομμουνιστής Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς. Και το όραμα της «Μεγάλης Σερβίας» με την προσάρτηση περιοχών με σερβικούς πληθυσμούς σε Κροατία και Βοσνία άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά. Ως αντίδραση σε αυτή τη στρατηγική ενισχύθηκαν οι εθνικιστές σε όλα τα ομόσπονδα κρατίδια της χώρας. Στις πρώτες ελεύθερες εκλογές του 1989-1990 επικράτησαν παντού εθνικιστικά κόμματα και υποψήφιοι. Η κληρονομιά του Τίτο δεν υπήρχε πια.

Γκρέγκορ Μάιερ, dpa

Επιμέλεια: Στέφανος Γεωργακόπουλος

About Author