Ο μέσος άνθρωπος θα χρησιμοποιήσει ως και 400 τόνους ορυκτών στη διάρκεια της ζωής του

Στη διάρκεια της ζωής του, ο μέσος άνθρωπος θα χρησιμοποιήσει ως και …400 τόνους ορυκτών για το σπίτι, το γραφείο ή το αυτοκίνητό του. Στην οδοντόκρεμα με την οποία βουρτσίζει τα δόντια του, στα χάπια που παίρνει για την υγεία του, στις παιδικές πάνες που αγοράζει για τα παιδιά του, στον υπολογιστή του, στην ιριδίζουσα σκιά ματιών ή και στο τζιν που φοράει, τα ορυκτά είναι παρόντα.

Αν αυτή τη στιγμή ο εξορυκτικός κλάδος παγκοσμίως έκοβε «μαχαίρι» τη δραστηριότητά του, η βιομηχανία παραγωγής υπολογιστών, τηλεοράσεων και άλλων ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών, η αυτοκινητοβιομηχανία, η φαρμακοβιομηχανία και η βιομηχανία παραγωγής χαρτιού και ειδών προσωπικής υγιεινής θα χρειαζόταν κι αυτές να διακόψουν ή να επιβραδύνουν τη δική τους, μέχρις ότου τα ερευνητικά εργαστήρια βρουν ή δημιουργήσουν εκείνες τις πρώτες ύλες, που θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν τα ορυκτά και τα μεταλλεύματα.

Τα ορυκτά είναι παρόντα στα τεστ διάγνωσης του κορονοϊού, ενώ χρησιμοποιούνται και στην καταπολέμηση της ελονοσίας. Σε αντίθεση δε, με ό,τι γενικά πιστεύεται, η φύση εξακολουθεί να «γεννά» όχι μόνο νέα κοιτάσματα, αλλά και νέα ορυκτά, όπως τα τροποποιημένα που βρέθηκαν στις παλιές εκμεταλλεύσεις του Λαυρίου, η ύπαρξη των οποίων δεν ήταν γνωστή. Η δημιουργία ορυκτών συνεχίζεται εσαεί -απλά η διάρκεια της ανθρώπινης ζωής είναι συνήθως πολύ μικρή για να παρατηρήσουμε αυτή την αλλαγή.

Την ίδια ώρα, η τεχνολογία επιτρέπει την «ανάσταση» κοιτασμάτων που θεωρούνταν εξαντλημένα, την απόληψη από δυσπρόσιτες περιοχές, την πολύ σημαντική αύξηση της διάρκειας της ζωής των κοιτασμάτων και την αυτοματοποίηση διαδικασιών έρευνας και εξόρυξης σε εχθρικά περιβάλλοντα.  Για τη δε Ελλάδα, που εξάγει το 75% των πωλήσιμων προϊόντων εξόρυξης και αποτελεί ευρωπαϊκή ή και παγκόσμια δύναμη σε συγκεκριμένα ορυκτά, οι ευκαιρίες είναι σημαντικές. Γι’ αυτό άλλωστε πληθαίνουν οι εξορυκτικές επιχειρήσεις, που επενδύουν μέρος του τζίρου τους στην Έρευνα και Ανάπτυξη για νέα προϊόντα/νέες χρήσεις των ορυκτών.

«Ό,τι δεν μπορεί να καλλιεργηθεί …πρέπει να εξορυχθεί»

Ο πρόεδρος του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων (ΣΜΕ), μηχανικός μεταλλείων-μεταλλουργός Αθανάσιος Κεφάλας λέει χαρακτηριστικά στο ΑΠΕ-ΜΠΕ πως «ό,τι δεν μπορεί να καλλιεργηθεί …πρέπει να εξορυχθεί», ενώ προσθέτει: «Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα και η ονοματολογία των περιόδων της ανθρωπότητας σχετίζεται με τα ορυκτά, αφού μιλάμε για παλαιολιθική και νεολιθική εποχή, για εποχή του χαλκού και εποχή του σιδήρου». Ενδεικτικά αναφέρει ότι για ένα και μόνο σπίτι απαιτούνται περίπου 150 τόνοι ορυκτών, ενώ για κάθε χιλιόμετρο εθνικής οδού χρειάζονται 30.000 τόνοι αδρανών και τσιμέντου.

Το 50% του χαρτιού είναι φτιαγμένο από ορυκτά: ανθρακικό ασβέστιο, μαρμαρυγία και μπεντονίτη, τα οποία χρησιμοποιούνται ως υλικά πλήρωσης και επικάλυψης. Για την παραγωγή μιας τηλεόρασης «επιστρατεύονται» τουλάχιστον 35 ορυκτά, ενώ για εκείνη ενός μέσου αυτοκινήτου απαιτούνται 650-700 κιλά χάλυβα και 100-150 κιλά βιομηχανικών ορυκτών για τζάμια, ελαστικά, πλαστικά, χυτά μέρη. Ηλεκτρονικοί υπολογιστές στην παρούσα φάση είναι δύσκολο να παραχθούν χωρίς πυρίτιο, ενώ «σχεδόν δεν υπάρχει φάρμακο, που να μην έχει μέσα ορυκτά, είτε αυτά είναι υποδοχείς είτε ενεργοποιητές είτε έκδοχα», επισημαίνει ο κ. Κεφάλας, σύμφωνα με τον οποίο στη φαρμακοβιομηχανία ή τη βιομηχανία καλλυντικών χρησιμοποιούνται -μεταξύ άλλων- βωξίτης, λευκόλιθος, μπεντονίτης, ανθρακικό ασβέστιο, ασβεστόλιθος, άργιλος, γραφίτης κ.ά.

Η ζήτηση για ορυκτά στην περίοδο του lockdown

Πώς επηρεάστηκε η ζήτηση για ορυκτά στην περίοδο του lockdown; «Η εικόνα είναι διττή. Σε κάποια ορυκτά -όπως αυτά που περιέχονται σε προϊόντα σχετιζόμενα με την παραμονή στο σπίτι, π.χ., όσα αφορούν κατοικίδια ζώα (pet litter) ή έχουν χρήσεις στην υδροπονία- είχαμε αύξηση της ζήτησης. Σε άλλα, όπως αυτά που χρησιμοποιούνται στην κοσμετολογία, είχαμε σημαντική πτώση, όχι επειδή οι άνθρωποι δεν χρησιμοποιούσαν καλλυντικά στην περίοδο αυτή, αλλά διότι πολύ βασικά σημεία πώλησής τους, όπως τα αεροδρόμια σε όλον τον κόσμο, ήταν κλειστά ή υπολειτουργούσαν. Με βάση στοιχεία των τελευταίων δύο εβδομάδων για το τρίμηνο του lockdown, στον κλάδο των μη μεταλλικών ορυκτών είχαμε στην Ελλάδα πτώση τζίρου 20%-25%, προερχόμενη κυρίως από τα αδρανή υλικά, τα μάρμαρα, τα προϊόντα λευκολίθου αλλά και τη μειωμένη ζήτηση βιομηχανικών ορυκτών από τη μεταλλουργία και την αυτοκινητοβιομηχανία» εξηγεί ο κ. Κεφάλας.

Προσθέτει ότι στη δύσκολη αυτή συγκυρία ο κλάδος επιδεικνύει αντοχές, έχοντας στηρίξει τους εργαζόμενους και το Εθνικό Σύστημα Υγείας: η προσφορά των επιχειρήσεών του στη διάρκεια της πανδημίας, σε χρηματικά ποσά και είδη, υπολογίζεται ότι ανήλθε συνολικά σε 8-10 εκατ. ευρώ. Στο υπόλοιπο του 2020, οι επιχειρήσεις του κλάδου θα εστιάσουν, σύμφωνα με τον κ. Κεφάλα, στον μετριασμό των επιπτώσεων της υγειονομικής κρίσης και στη γοργή ανάκαμψή του σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό διεθνές κλίμα.

Επενδύουν σε ανάπτυξη νέων προϊόντων και νέων χρήσεων για τα ορυκτά

Στο μεταξύ, ερωτηθείς σχετικά με την ανάπτυξη καινοτομίας από τις επιχειρήσεις του κλάδου, ο κ. Κεφάλας σημειώνει ότι όσες θέτουν επενδυτικούς στόχους για την ανάπτυξη νέων προϊόντων ή νέων χρήσεων για ορυκτά σε ορίζοντα πενταετίας πληθαίνουν. Ενδεικτικά αναφέρει το παράδειγμα πολυεθνικής που δραστηριοποιείται και στην Ελλάδα. Η εταιρεία, λέει, έθεσε ως στόχο τη δημιουργία μεριδίου 15% στο τζίρο από την ανάπτυξη/πώληση νέων προϊόντων σε πενταετή περίοδο και βρίσκεται κοντά στην επίτευξη αυτού του στόχου. Η επένδυση σε έρευνα αποτελεί στο ίδιο διάστημα ποσοστό 1%-2% του τζίρου της εταιρείας, η οποία -μεταξύ άλλων- έχει αναπτύξει καινοτόμο προϊόν με βάση τον περλίτη, που καταπολεμά την ελονοσία. Αντίστοιχα, έχοντας αναπτύξει το δικό της καινοτόμο προϊόν, που ήδη διατίθεται στην αγορά, άλλη ελληνική επιχείρηση, αξιοποίησε τον διατομίτη ως φυσικό εντομοκτόνο.

Ο ρόλος της καινοτομίας γενικά είναι καθοριστικός για τον κλάδο, ο οποίος έχει και τις δικές του startups. Στον συγκεκριμένο κλάδο, οι startups δεν αναπτύσσουν υποχρεωτικά νέες τεχνολογικές εφαρμογές, αλλά μπορεί να αρχίσουν από το μηδέν και να έχουν ταχεία ανάπτυξη νέων κοιτασμάτων ή εφαρμογών, ανακαλύπτοντας -για παράδειγμα- τα πρώτα κοιτάσματα συγκεκριμένων ορυκτών και μεταλλευμάτων σε μια γεωγραφική περιοχή. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Καστοριάς, όπου ουδείς γνώριζε κάποτε ότι υπάρχουν σιδηρονικελιούχα κοιτάσματα, αλλά τελικά βρέθηκαν σε επαρκή ποσότητα, ώστε να ξεκινήσει μια νέα για την περιοχή μεταλλευτική δραστηριότητα.

Ο υπολογιστής-μαμούθ στη «Βωξίται Παρνασσού» και η δεύτερη ζωή σε «εξαντλημένα» κοιτάσματα

Έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι από το 1986, όταν ο πρώτος στην Ελλάδα υπολογιστής ικανός για μοντελοποίηση κοιτασμάτων και γεωτρήσεων έφτασε στην εταιρεία «Βωξίται Παρνασσού». Ο υπολογιστής αυτός -θυμάται ο κ. Κεφάλας- καταλάμβανε το ένα τέταρτο ενός δωματίου, που διατίθετο ειδικά για τη φιλοξενία του, έχοντας όση υπολογιστική ισχύ διαθέτει σήμερα ένα λάπτοπ…

Η σημερινή τεχνολογία, με πολύ μικρότερους υπολογιστές, που πάντα έχουν στην «καρδιά» τους ορυκτά, επιτρέπει την εκμετάλλευση δυσπρόσιτων κοιτασμάτων και σπάνιων γαιών, με remote sensing, γεωφυσικές μεθόδους από αέρος, σεισμικά και συστήματα με πολύ μεγάλη υπολογιστική ισχύ. Επιτρέπει επίσης την αξιοποίηση δευτερογενών κοιτασμάτων, δηλαδή παλαιών μεταλλείων, που με τις νέες μεθόδους απόληψης μπορούν να «ξαναπάρουν μπροστά».

Πόσο μπορεί να παραταθεί η διάρκεια ζωής τους; «Ενώ κάποιο κοίτασμα μπορεί να ξεκινά με προσδοκώμενη ζωή 20 χρόνων, τις περισσότερες φορές μπορούμε πλέον να φτάσουμε τα 50 χρόνια έως και τα 100, καθώς με τη νέα τεχνολογία μπορούμε να κάνουμε ευκολότερα νέες επεκτάσεις, απόληψη ορυκτών που πριν ήταν δυσπρόσιτα, αλλά και να εξορύξουμε μικρότερη ποσότητα ορυκτού, επιτυγχάνοντας το ίδιο αποτέλεσμα στην ίδια χρήση», σημειώνει.

Σήμερα, η Ελλάδα είναι πρώτη στην Ευρώπη και δεύτερη παγκοσμίως στην παραγωγή περλίτη, αποτελεί τον μεγαλύτερο εξαγωγέα μαγνησίτη στη Γηραιά Ήπειρο και νούμερο ένα δύναμη στην Ευρώπη (πέμπτη παγκοσμίως) στον μπεντονίτη. Η ελληνική εξορυκτική βιομηχανία έχει σταθερή συνεισφορά άνω του 3% στο ΑΕΠ, ενώ συντηρεί περίπου 100.000 ποιοτικές θέσεις εργασίας (άμεσες και έμμεσες), κυρίως στην ελληνική περιφέρεια, με τις εξαγωγές της να ανέρχονται στο 5%- 10% των συνολικών ελληνικών.

Ερωτηθείς αν τα ελληνικά ορυκτά καλύπτουν την εγχώρια ζήτηση, σημειώνει ότι οι ανάγκες της ελληνικής αγοράς καλύπτονται από την εγχώρια παραγωγή, στο μέτρο όμως του δυνατού, καθώς υπάρχουν ορυκτά που στην Ελλάδα δεν μεταποιούνται, αλλά η αγορά τα ζητά επεξεργασμένα ή σε ανταγωνιστικές τιμές. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του αλουμινίου, που μόνο ένα 40%-50% της εγχώριας παραγωγής του πωλείται στην Ελλάδα και το υπόλοιπο εξάγεται, ενώ για την κάλυψη των αναγκών της ελληνικής αγοράς έχουμε ταυτόχρονα εισαγωγές αλουμινίου και από άλλες χώρες._

About Author