Μαύρες προβλέψεις για την ύφεση από το ΔΝΤ – Φόβοι για “ψυχρολουσία” για την Ελλάδα

Κατεβάζει τις προσδοκίες για δυναμική ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας μετά την άρση των περιοριστικών μέτρων για τον κορονοϊό το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, προειδοποιώντας ότι τις επόμενες ημέρες θα δημοσιεύσει ακόμη πιο «μαύρες» προβλέψεις για την ύφεση του 2020, ενώ πολλοί φοβούνται νέα «ψυχρολουσία» για την Ελλάδα, καθώς το υπογραμμίζεται από το ΔΝΤ ότι βρίσκονται σε πολύ δυσμενή θέση οι οικονομίες με μεγάλη εξάρτηση από τον τομέα υπηρεσιών και, ειδικότερα, από τον τουρισμό, όπως αναφέρει η sofokleousin.

Υπενθυμίζεται ότι το Ταμείο είχε προκαλέσει αίσθηση τον Απρίλιο με την τρίτη αναθεώρηση προς το χειρότερο των προβλέψεών του για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας (έκθεση World Economic Outlook), προβλέποντας τότε συρρίκνωση του παγκόσμιου ΑΕΠ κατά 3%, που θα ήταν και το χειρότερο μεταπολεμικό ποσοστό κάμψης της παγκόσμιας οικονομίας. Παρ’ όλα αυτά, το Ταμείο προέβλεψε τον Απρίλιο δυναμική ανάκαμψη σε παγκόσμιο επίπεδο, με ρυθμόν ανάπτυξης 5,8% το 2021.

Για την ελληνική οικονομία, λόγω της εξάρτησης από τον τουρισμό και άλλων ιδιαιτεροτήτων της, οι προβλέψεις του ΔΝΤ ήταν απογοητευτικές, καθώς όχι μόνο προέβλεπε τη χειρότερη ύφεση στην Ευρώπη (-10%) για το 2021, αλλά και μια πολύ «χλιαρή» ανάκαμψη το 2021, με ρυθμό μόλις 5,1%.

Η επικεφαλής οικονομολόγος του Ταμείου, Τζίτα Γκόπινατ, σε άρθρο που δημοσιεύεται σήμερα στην ιστοσελίδα του Ταμείου, προειδοποιεί ότι στην επικείμενη αναθεώρηση των προβλέψεων της έκθεσης World Economic Outlook «είναι πιθανό να εμφανισθούν αρνητικοί ρυθμοί ανάπτυξης ακόμη χειρότεροι από όσο είχε εκτιμηθεί νωρίτερα». Όπως αναφέρει, το «Μεγάλο Κλείδωμα» (Great Lockdown) εξελίσσεται σε τρεις φάσεις, τελευταία των οποίων θα είναι η «λήξη συναγερμού» όταν θα βρεθεί μια ιατρική λύση για την πανδημία.

Τώρα, οι οικονομίες βρίσκονται στη δεύτερη φάση, δηλαδή ξανανοίγουν μετά τους αρχικούς περιορισμούς, και υπάρχουν πρώιμα σημάδια ανάκαμψης. Όμως, τονίζει η Γκόπινατ, ελλοχεύουν κίνδυνοι «δεύτερου κύματος λοιμώξεων και νέας επιβολής περιοριστικών μέτρων».

Σκιαγραφώντας αυτή τη μοναδική οικονομική κρίση, η επικεφαλής οικονομολόγος του Ταμείου τονίζει ότι «δεν μοιάζει με τίποτα που έχει δει ο κόσμος στο παρελθόν. Πρόκειται για μια πραγματικά παγκόσμια κρίση. Οι προηγούμενες κρίσεις, όσο βαθιές και σοβαρές αν ήταν, παρέμειναν περιορισμένες σε μικρότερα τμήματα του κόσμου, από τη Λατινική Αμερική κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 έως την Ασία τη δεκαετία του 1990. Ακόμη και η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση πριν από 10 χρόνια είχε πιο μέτριες επιπτώσεις στην παγκόσμια παραγωγή. Για πρώτη φορά μετά τη Μεγάλη Ύφεση, τόσο οι προηγμένες όσο και οι αναδυόμενες οικονομίες της αγοράς θα βρεθούν σε ύφεση το 2020. Αυτή η κρίση θα έχει καταστροφικές συνέπειες για τους φτωχούς του κόσμου».

Προχωρώντας σε αναφορές που είναι ανησυχητικές για οικονομίες εξαρτημένες από τις υπηρεσίες, όπως η Ελλάδα και πιθανόν «φωτογραφίζουν» μια ακόμη σοβαρότερη διόρθωση προς το χειρότερο των προβλέψεων του ΔΝΤ για την ελληνική οικονομία, η Γκόπινατ τονίζει ότι «η κρίση έχει προκαλέσει ένα πρωτοφανώς μεγάλο πλήγμα στον τομέα των υπηρεσιών. Σε τυπικές κρίσεις, το μεγαλύτερο βάρος πέφτει τη μεταποίηση, αντανακλώντας τη μείωση των επενδύσεων, ενώ η επίδραση στις υπηρεσίες είναι γενικά συγκρατημένη, καθώς η καταναλωτική ζήτηση επηρεάζεται λιγότερο. Αυτή τη φορά οι συνθήκες είναι διαφορετικές. Κατά τους μήνες αιχμής των περιοριστικών μέτρων, η συρρίκνωση των υπηρεσιών ήταν ακόμη μεγαλύτερη από ό,τι στη μεταποίηση και παρατηρείται τόσο στις προηγμένες όσο και στις αναδυόμενες οικονομίες».

Η επαναφορά της συμπιεσμένης καταναλωτικής ζήτησης είναι πιθανό να επιταχύνει την ανάκαμψη, κάτι που έχει συμβεί και σε προηγούμενες κρίσεις. Όμως, αυτή την φορά, προειδοποιεί η Γκόπινατ, δεν είναι βέβαιο ότι αυτό το φαινόμενο θα επαναληφθεί, καθώς πρόκειται για μια υγειονομική κρίση που ίσως να αλλάξει μόνιμα τη συμπεριφορά των καταναλωτών, επειδή δεν θα θέλουν να εκτεθούν σε κοινωνική αλληλεπίδραση, ή θα προτιμήσουν να αποταμιεύουν περισσότερο και να καταναλώνουν λιγότερο για να αντιμετωπίσουν την αβεβαιότητα του μέλλοντος. Στην περίπτωση της Κίνας, που άνοιξε πρώτη την οικονομίας της, υπενθυμίζει Γκόπινατ, φάνηκε ότι η ανάκαμψη του τομέα των υπηρεσιών υστέρησε, σε σχέση με την ανάκαμψη της μεταποίησης.

Αναφερόμενη στις οικονομίες όπως η ελληνική, που έχουν μεγάλη εξάρτηση από τις υπηρεσίες, η Γκόπινατ τονίζει ότι «προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στις οικονομίες που εξαρτώνται σημαντικά από τις υπηρεσίες, όπως, για παράδειγμα, οι οικονομίες που εξαρτώνται από τον τουρισμό».

About Author