Τσίπρας: Πέντε παρατηρήσεις και ένα επιμύθιο για μια συνέντευξη…

Δεν θα μπω στον πειρασμό να επισημάνω ότι ο έμπειρος και ευφυής Νίκος Βούτσης εμφανίζεται(από την “Εφημερίδα των Συντακτών”) να υιοθετεί πλήρως την “γραμμή” του Αλέξη Τσίπρα ,για το ύφος και το περιεχόμενο της αντιπολίτευσης του ΣΥΡΙΖΑ, και μάλιστα μια μέρα πριν  ο πρόεδρος του κόμματος κόψει, από την κομματική “Αυγή”, τον γόρδιο δεσμό που ταλαιπωρούσε και παρήγαγε εσωστρέφεια το τελευταίο διάστημα.

του ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΚΟΤΡΩΤΣΟΥ

Επειδή τηλεπαθητικά φαινόμενα δεν έχουν παρατηρηθεί κατά το παρελθόν πέριξ της Κουμουνδούρου, μπορεί βάσιμα να υποθέσει κανείς πως ο πρόεδρος του κόμματος το σκέφτηκε, το ζύγισε και έλαβε τις αποφάσεις του.

Το ότι οι λέξεις, τα νοήματα, η ρητορική και οι ιεραρχήσεις που χρησιμοποιεί ο Αλέξης Τσίπρας μοιάζουν περισσότερο με όσα έχει αναφέρει πρόσφατα ο πρώην πρόεδρος της Βουλής (και όχι μόνο) και λιγότερο με όσα εκπέμπουν άλλα στελέχη του κόμματος είναι προφανώς σύμπτωση.

Λέει, λοιπόν, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ:

Όταν η χώρα, κι ο πλανήτης όλος, βρίσκεται σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, όταν επιχειρήσεις, σχολεία, χώροι θρησκευτικής λατρείας σφραγίζονται, όταν άνθρωποι χάνουν τις δουλειές τους, όταν τα σύνορα κλείνουν και εκατομμύρια πτήσεις ακυρώνονται σε όλες τις χώρες του κόσμου, όταν ο ελληνικός λαός μπαίνει σε καραντίνα σύσσωμος και παππούδες και γιαγιάδες δεν μπορούν να συναντήσουν τα εγγόνια τους έστω για λίγο, τότε ο ρόλος της αντιπολίτευσης του ΣΥΡΙΖΑ ήταν να μην μπει
σε λογικές αντιπολίτευσης Μητσοτάκη. Αντιπολίτευσης τύπου πυρκαγιάς στο Μάτι και Συμφωνίας των Πρεσπών. Να μην ζητάει εκλογές προσπαθώντας να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά την πανδημία και την αγωνία χιλιάδων συγγενών που οι δικοί τους άνθρωποι βρίσκονταν στις εντατικές. Να μην
εκδίδει καθημερινά δελτία νεκρών προς άγρα ψήφων. Ήταν θέμα αρχών και πολιτικής ηθικής για μας να μην καταφύγουμε σε τέτοιου είδους αθλιότητες.
Δηλαδή, ποια δεν θα ήταν «υπερβολικά μετριοπαθής και συναινετική» αντιπολίτευση; Να ζητάμε την παραίτηση του υπουργού Υγείας και όχι να μιλάμε μαζί του καθημερινά, όπως έκανα εγώ ή ο Ξανθός και ο Πολάκης; Ποια θα ήταν μαχητική αντιπολίτευση; Να αντιστεκόμαστε στο κλείσιμο των ναών, όπως θα έκανε η Ν.Δ., και όχι να ενθαρρύνουμε τη λήψη αυτού του μέτρου προς προστασία των πιστών
και ιδίως των ηλικιωμένων;

Και καταλήγει:

Στην Ιστορία αυτού του τόπου, δεν έχουν όρια οι τακτικές και τα μέσα της Δεξιάς προκειμένου να ανέβει ή να κρατηθεί στην εξουσία. Την κρίσιμη ώρα, εμείς πήραμε μια απόφαση που, νομίζω, έχει ήδη δικαιωθεί: να μη γίνουμε σαν κι αυτούς“.

 

Παρατήρηση 1η: Αρκετοί –εντός των τειχών– θα ισχυριστούν πως ο Αλέξης Τσίπρας στέκεται με γαρύφαλλα και χαμόγελα απέναντι στις φαινομενικά πανίσχυρες επικοινωνιακά και δημοσκοπικά δυνάμεις του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Συναίνεση, υπευθυνότητα και λογική απέναντι σε έναν στρατό αποφασισμένο να μετατρέψει την πανδημία σε πεδίο διαμόρφωσης των πολιτικών συσχετισμών σε βάθος 5αετίας, είναι μια στρατηγική που ενδεχομένως να καταλήξει σε πολιτική και εκλογική εκατόμβη. Κάτι διαισθάνεται, ωστόσο, κάτι υπολογίζει, κάτι προβλέπει. Το καλό είναι πως αποσαφηνίζει πλήρως την αντιπολιτευτική τακτική που ΔΕΝ θα ακολουθήσει ο ΣΥΡΙΖΑ, το κακό είναι πως ουδείς εκ των σκληρών υποστηρικτών της κυβέρνησης δεν θα την αξιολογήσει ως σπάνιο δείγμα πολιτικού πολιτισμού.

Παρατήρηση 2η: Ο ΣΥΡΙΖΑ σπατάλησε χρόνο και πολιτικό κεφάλαιο για να συζητά, όλο το προηγούμενο διάστημα, για το τι είδους αντιπολίτευση θα κάνει. Μόνο που οι πολίτες θέλουν να αισθάνονται και κυρίως να πείθονται πως ο Αλέξης Τσίπρας και η ηγετική ομάδα κάνουν αντιπολίτευση και όχι να συζητούν για το πόσο soft ή hard θα είναι αυτή η αντιπολίτευση.

Όλα αυτά παρήγαγαν εσωστρέφεια, ομαδοποιήσεις και ως εκ τούτου αργά αντανακλαστικά. Διαμορφώθηκαν εσωκομματικοί πόλοι που εξέπεμπαν ενίοτε αντιφατικά μηνύματα. Δημιουργήθηκαν εντυπώσεις –συχνά καθ΄υπερβολή– για ένα σκηνικό με “οπλαρχηγούς” που επιδιώκουν αντιπολίτευση-Κούγκι και, από την άλλη, στωϊκούς θιασώτες της συνεννόησης εν μέσω πανδημίας και μιας λιγότερο ριζοσπαστικής αντιπαράθεσης.

Παρατήρηση 3η: Η συζήτηση για το είδος της αντιπολίτευσης που πρέπει να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ξεκίνησε, ωστόσο, την ώρα της πανδημίας. Είχε προηγηθεί. Κριτική για αμηχανία και έλλειψη βηματισμού έχει καταγραφεί σχεδόν αμέσως μετά τις εκλογές του περυσινού Ιουλίου μέχρι και την μεταναστευτική κρίση στον Έβρο. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν ανέκυψε ως προϊόν των ειδικών και ακραίων πολιτικών συνθηκών που προκάλεσε η κρίση του κοροναϊού, προϋπήρχε και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης καθυστέρησε δραματικά να το απαντήσει. Και τώρα, όμως, το ίδιο ερώτημα δεν βρίσκει καθαρή απάντηση.

Όταν ο Αλέξης Τσίπρας δηλώνει πως “δεν θα γίνουμε ίδιοι” (με τη Ν.Δ) και “δεν θα κάνουμε αντιπολίτευση τύπου Μάτι και Πρεσπών”, το ακροατήριο –πλην ίσως ελαχίστων– προφανώς συμφωνεί. Από ένα κόμμα της αριστεράς που επιδιώκει να επαναπροσδιορίσει τη θέση του στο πολιτικό και ιδεολογικό φάσμα και αναζητεί “κεντροαριστερό” πρόσημο, δεν θα ανέμενε κανείς εχέφρων να καταντήσει να συγκρίνει θύματα, ή να τάσσεται στο πλευρό των σκληρών ιεραρχών που ήθελαν να παραμείνουν ανοιχτές οι εκκλησίες. Σιγά μην έφθανε ο Αλέξης Τσίπρας να υπερασπίσει και την άποψη ότι “η Θεία Κοινωνία δεν μεταδίδει τον ιό”. Αυτονόητα είναι όλα αυτά.

Μεταξύ, όμως, της “αντιπολίτευσης τύπου Μάτι και Πρεσπών” και της πλαδαρής και ανερμάτιστης αντιπολίτευσης υπάρχουν αρκετά ενδιάμεσα στάδια. Άρα, το “όχι” στον πρώτο τύπο αντιπολίτευσης που ευθέως και γενναία δηλώνει ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ δεν οδηγεί στην δεύτερη επιλογή της ακινησίας. Μένει, όμως, να ειπωθεί και να περιγραφεί πολύ καθαρά και πολύ άμεσα ποιο είναι αυτό το ενδιάμεσο στάδιο.

Παρατήρηση 4η: Παρότι ο πλουραλισμός παρουσιάζεται κατά κόρον ως “σύμπτωμα” υγείας και δημοκρατικής λειτουργίας της αριστεράς, όταν ο αρχηγός στέλνει σαφές μήνυμα για την αντιπολίτευση που “δεν πρέπει να γίνεται” είναι λογικό να αναμένει κανείς από το εσωκομματικό σύμπαν να κινηθεί προς την ίδια κατεύθυνση.

Μικρές αποκλίσεις με την ρητορική ορισμένων “αψίκορων” στελεχών αλλά με καλή προδιάθεση μπορούν να υπάρχουν, σοβαρές αποκλίσεις, όμως, που θολώνουν το στίγμα και δίνουν τροφή για εσωστρέφεια και για επιθέσεις των πολιτικών αντιπάλων πρέπει να αποκλειστούν.

Και επ΄ αυτού προκύπτει σαφώς η ευθύνη του ίδιου του προέδρου του κόμματος να καταστήσει ομοιόμορφη –όσον αυτό είναι δυνατόν– την εκφώνηση των μυνημάτων και της στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ. Και καθένα εκ των προβεβλημένων στελεχών αναλαμβάνει την δική του ευθύνη.

Όσοι θέλουν να θυσιαστούν ως Σαμουήλ στο Κούγκι ας το πράξουν ησύχως χωρίς να ανατινάξουν όσα πυρομαχικά έχουν απομείνει στα υπόγεια της Κουμουνδούρου. Διότι όταν έρθουν οι μεγάλες πολιτικές μάχες στο οικονομικό και κοινωνικό πεδίο, ίσως ακόμα και πρόωρες εκλογές, θα ψάχνουν και δεν θα βρίσκουν ούτε λιανοτούφεκο.

Παρατήρηση 5η: Ο Αλέξης Τσίπρας μίλησε στην “Αυγή” διότι πρωτίστως ήθελε να απευθυνθεί στο εσωτερικό ακροατήριο. Η συνέντευξή του είναι το “εγχειρίδιο αντιπολίτευσης” για το επόμενο διάστημα και μια άτυπη συμφωνία εσωκομματικής ανακωχής. Λείπουν ακόμα οι υπογραφές στο κάτω μέρος. Κι αυτές πρέπει να μπουν γρήγορα με σαφή δείγματα γραφής, δημοσίου λόγου και συμπεριφοράς. Ήταν αναγκαία όλα αυτά δεδομένου ότι το συνέδριο μετασχηματισμού και διεύρυνσης “κείται (πλέον) μακράν” και, παράλληλα, “άγνωστοι αι βουλαί” του Κυριάκου Μητσοτάκη σχετικά με το πότε, πως και με ποια σενάρια κατά νου θα προκηρύξει –εάν το κάνει- πρόωρες εκλογές.

Αυτό, ωστόσο, δεν είναι επαρκές. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν οφείλει μόνο να προσδιορίσει τι είδους αντιπολίτευση θα κάνει αλλά να παρουσιάσει γρήγορα ολοκληρωμένο και αξιόπιστο σχέδιο εναλλακτικής διακυβέρνησης. Το να κάνει αντιπολίτευση χωρίς τις εξαλλοσύνες και τις διχαστικές ρητορικές της Ν.Δ θα αξιολογηθεί πιθανώς θετικά από κοινωνικά και εκλογικά στρώματα που κινούνται πέριξ του κέντρου του πολιτικού φάσματος, δεν είναι, όμως, ικανή προϋπόθεση για να κερδίσει εκλογές.

Η πανδημία και κυρίως τα αποτελέσματα που θα παραγάγει στην οικονομία και την κοινωνία είναι βέβαιο πως θα διαμορφώσουν και πολιτικές μετατοπίσεις και νέες νοοτροπίες και συμπεριφορές. Οι αδύναμοι της οικονομικής κρίσης των μνημονίων θα γίνουν τώρα περισσότεροι, και θα προστεθούν σ’  αυτούς και νέα κοινωνικά στρώματα που είχαν ενδεχομένως πληγεί λιγότερο από άλλα. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει “χρωστούμενα”, για παράδειγμα, με την λεγόμενη μεσαία τάξη και πρέπει να αναζητήσει τάχιστα διαύλους επικοινωνίας, ενισχύοντας την αυτοκριτική (λόγω του μοντέλου υπερφορολόγησης που ακολούθησε κατά την διακυβέρνησή του) με σχεδιασμό ανάταξης των συνεπειών. Κάτι προσπαθεί να κάνει αλλά, προσώρας, αποσπασματικά και αμήχανα.

Οφείλει, όμως, και κάτι επιπλέον. Να παρουσιάσει το συντομότερο δυνατό τα δικά του πρόσωπα που μπορούν να εκπροσωπήσουν τις νέες προτεραιότητες.

Είναι σαφές, και πρέπει άμεσα να ομολογηθεί, πως ένα σημαντικό τμήμα του παλαιού κομματικού προσωπικού δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις γρήγορες ταχύτητες που θα απαιτηθούν. Είτε λόγω ηλικίας και πολιτικής κόπωσης, είτε λόγω προσκόλλησης σε στερεότυπα του παρελθόντος, είτε διότι απλώς δεν μπορεί να κατανοήσει το νέο “σύμπαν” που δημιουργείται.

Νεότερο στέλεχος μεγάλης κομματικής οργάνωσης έλεγε πρόσφατα πως όταν μιλά σε “συντρόφους” της παλαιάς φρουράς για την δυναμική των social media και το νέο τοπίο των επικοινωνιακών συσχετισμών, τον αντιμετωπίζουν σαν τον “εξωγήϊνο του Ρόσγουελ” και του απαντούν πως οι μπροσούρες είναι πιο αποτελεσματικές από το twitter. Με τέτοια μυαλά δουλειά δεν γίνεται και κανένας σεβασμός στην αγωνιστική ιστορία καθενός δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις απαιτήσεις μιας σύγχρονης κεντροαριστερής παράταξης που θέλει να κυβερνά.

Κάποια από αυτά τα νέα πρόσωπα που έχει ανάγκη ο ΣΥΡΙΖΑ για να μετασχηματιστεί δημιουργικά μπορεί να βρίσκονται “μέσα του”. Δεν φτάνουν. Η διεύρυνση δεν είναι μια πράξη επιβολής του αρχηγικού μοντέλου Τσίπρα, είναι η αδήριτη αναγκαιότητα για να αποκτήσει, γρήγορα, στελέχη μιας “τεχνοκρατίας” της σύγχρονης αριστεράς που αντιλαμβάνεται τις τεκτονικές κινήσεις στα βάθη του καπιταλισμού, την αδιαπραγμάτευτη ευρωπαϊκή τοποθέτηση της χώρας, το νέο γεωπολιτικό περιβάλλον και τα νέα προτάγματα του πατριωτισμού. Που μπορεί να ξεχωρίσει το κοινωνικό κράτος από το βαθύ κράτος, και δεν ενοχοποιεί συλλήβδην την επιχειρηματικότητα και το κέρδος επειδή δεν τα καταλαβαίνει ή τα έχει συνυφασμένα με την απάτη και την διαπλοκή.

Χρειάζονται πολλά νέα πρόσωπα. Ακόμα και με λιγότερες “περγαμηνές” στον αριστερό ακτιβισμό, ακόμα και με προϋπηρεσία σε άλλα “στρατόπεδα”. Με γνώση, όμως, του κόσμου που αλλάζει.

Όσοι συγκροτούν ομάδες και τάσεις για να μοιράζουν τα οφίκια και τα κενοτάφια αγωνιστικού ηρωϊσμού, απλώς, είναι εκτός τόπου και χρόνου. Θα περιφέρονται ως “θιγμένες μεγαλειότητες” και θα εισπράττουν μόνο το χειροκρότημα μικρών ακροατηρίων. Το μεγάλο ακροατήριο άλλους πρωταγωνιστές περιμένει…

 

Υ.Γ Πρέπει να επισημανθεί πως η αμήχανη αντιπολίτευση των προηγούμενων μηνών (και πριν την πανδημία) έπληξε και ένα σπουδαίο κεφάλαιο που δημιούργησε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, μετά το 2015, στα εθνικά θέματα και γενικότερα την εξωτερική πολιτική. Η ευρωπαϊκή χειραφέτηση, οι Πρέσπες, η στάση στην τελευταία φάση διαπραγμάτευσης για το Κυπριακό, τα ελληνοτουρκικά, οι συμμαχίες στην ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια ήταν στοιχεία μιας γεωπολιτικής οξυδέρκειας και ενός χρήσιμου και σώφρονα εθνικού “πραγματισμού” με ανεξίτηλα στοιχεία πατριωτισμού.

Αυτό ήταν ένα μεγάλο κέρδος για την αριστερά που -άλλοτε δικαίως, άλλοτε αδίκως- είχε κατηγορηθεί κατά το παρελθόν για μειωμένα αντανακλαστικά, εμμονές και αδυναμία κατανόησης των διεθνών συσχετισμών. Αυτό το κεφάλαιο δεν πρέπει να απομειώνεται στο πλαίσιο μιας συναίνεσης που εκλαμβάνεται από την κυβέρνηση ως αδυναμία και χρησιμοποιείται για γεωπολιτικές οπισθοχωρήσεις.

Και για τον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα, άλλωστε, αυτό ήταν ένα προνομιακό πεδίο επί του οποίου απέκτησε σταδιακά γνώσεις (που δεν είχε), συμμαχίες, διεθνείς προσωπικές σχέσεις και ηγετικό προφίλ. Έδειξε πως δεν υποκύπτει στον πειρασμό της περιθωριοποίησης και πως μπορεί και θέλει να αναλάβει πολιτικό κόστος. Επί της ουσίας, η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και η εξωτερική πολιτική Τσίπρα- Κοτζά δικαιώθηκαν σε πολλά σημεία. Αυτή η παρακαταθήκη δεν πρέπει να εγκαταλειφθεί…

About Author