Όσα γνωρίζει ο Κυριάκος Μητσοτάκης και δεν του τα λένε οι δημοσκοπήσεις…

Εάν ο πρωθυπουργός έπαιρνε τοις μετρητοίς τον “καταιγισμό θριάμβου” που περιγράφουν οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δεν έπρεπε να διακατέχεται από “δεύτερες σκέψεις”. Εκλογές τον Ιούλιο, άντε την πρώτη Κυριακή του Αυγούστου, επαναληπτικές στις αρχές Σεπτεμβρίου και μια καθαρή τετραετία στο τσεπάκι, με τον Αλέξη Τσίπρα “στα σχοινιά” και τις συριζαϊκές τάσεις να σφάζονται…

του ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΚΟΤΡΩΤΣΟΥ

Άκουγα τον συμπαθή Κώστα Παναγόπουλο της Alco στο OpenTV (από τους μετριοπαθέστερους του κλάδου) να επισημαίνει πως, όσο κι αν βυθίζεται στις μνήμες της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας, δεν βρίσκει πρωθυπουργό με ανάλογη δημοφιλία και αποδοχή όσο αυτή που απολαύει στις μέρες μας ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Ορθώς θυμάται.

Εάν εντρυφήσει κανείς στα δημοσκοπικά στοιχεία της πανδημίας διαπιστώνει –κατά τις αναλύσεις των ειδικών- πως ακόμα και ένα ικανό ποσοστό ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ (Ιούλιος 2019) επικροτούν τους κυβερνητικούς χειρισμούς στην υγειονομική αντιμετώπιση του κοροναϊού. Δεν κατάλαβα, βεβαίως, πόθεν προκύπτει –κατά Παναγόπουλο– πως το 6% όσων ψήφισαν πέρυσι το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης έχουν μετακινηθεί τώρα στη Ν.Δ.

Και δεν το κατάλαβα γιατί μαθηματικά δεν προκύπτει.

Ακόμα και με την εκλογική προβολή της “Πρόθεσης Ψήφου”, η Ν.Δ λαμβάνει 40%, ήτοι το ποσοστό που κατέκτησε στις τελευταίες εκλογές. Με σχεδόν βέβαιο ότι δεν διέρρευσαν ψηφοφόροι από το εκλογικό σώμα του κυβερνώντος κόμματος, οι εισροές από τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΙΝ.ΑΛ –όπως είπε- θα έπρεπε να το εκτοξεύσουν. Δεν ισχύει αυτό. Ισχύει, όμως, κάτι άλλο. Η εκλογική απήχηση (δημοσκοπικά) του ΣΥΡΙΖΑ μειώνεται (περίπου κατά 8-10 μονάδες), ένα 13,5%, όμως, των εκλογέων μετακινήθηκε στην ζώνη της “αδιευκρίνιστης ψήφου”.

Δεν οδηγούνται “σούμπιτοι” στη Ν.Δ, παραμένουν αναποφάσιστοι, σκεπτικοί και σε κατάσταση αναμονής. Μαθηματικά, πάλι, το μεγαλύτερο ποσοστό εξ αυτών θα επιστρέψουν στο κόμμα που ψήφισαν στις τελευταίες εκλογές. Εκτός εάν, για κάποιους λόγους, το κόμμα αυτό δεν κατορθώσει να τους πείσει να προσέλθουν στις κάλπες. Πάντως, εάν επρόκειτο να επιλέξουν τη Ν.Δ, μάλλον θα είχαν αρχίσει να το σκέπτονται ή θα το είχαν ήδη αποφασίσει.

Εάν η πολιτική κινούνταν γραμμικά προς την κατεύθυνση που προδιαγράφουν οι δημοσκοπήσεις, ο διαιτητής θα είχε σφυρίξει την λήξη του παιχνιδιού. Και ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα έσπευδε να στήσει τις κάλπες.

Όχι πως δεν θα το πράξει τελικά, όμως, σύμφωνα με τις πληροφορίες και τις ενδείξεις, το μελετά δυο και τρεις φορές. Προφανώς κάτι γνωρίζει.

Το πρώτο είναι πως οι εκλογές είναι εκλογές. Με εξαίρεση τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, στις δημοκρατίες δυτικού τύπου καμία εκλογική αναμέτρηση δεν διαθέτει “προαποφασισμένο αποτέλεσμα”. Ότι κι αν λένε τα μέσα ενημέρωσης, ότι κι αν προβλέπουν οι δημοσκοπήσεις.

 

Το δεύτερο είναι πως για να προκηρύξει κανείς πρόωρες εκλογές, δώδεκα μήνες μετά τις προηγούμενες που είχε κερδίσει με 40%, πρέπει να έχει να περιγράψει τουλάχιστον ένα μείζον δίλημμα και να το συνοδεύσει με ένα αφήγημα που θα εκμαιεύει θετική, για τον ίδιο, απάντηση. Όπως έλεγε, πρόσφατα σε συνέντευξή του στο Libre.gr, ο επικεφαλής της MRB Δημήτρης Μαύρος, το ζήτημα δεν είναι οι πρόωρες εκλογές αλλά γιατί πάμε σε πρόωρες εκλογές.

Ότι, όμως, κι αν πει ο πρωθυπουργός, οι πολίτες θα εκλάβουν την πρόωρη προσφυγή στις κάλπες με δύο τρόπους: ό,τι επέρχεται πιθανώς οικονομική καταστροφή μαζί με δεύτερο κύμα πανδημίας και πως η κυβέρνηση θέλει να μηδενίσει το πολιτικό κοντέρ για να λάβει αντιδημοφιλείς αποφάσεις με νωπή εντολή. Το λες και πονηριά…

Την ίδια ώρα, οι ίδιοι ψηφοφόροι που επιδοκιμάζουν την υγειονομική διαχείριση της κυβέρνησης βρίσκουν (δημοσκόπηση Alco) μη επαρκή τα κυβερνητικά μέτρα για την οικονομία κατά 65%. Κι όταν τόσοι πολλοί θεωρούν μη επιτυχημένες τις έως τώρα παρεμβάσεις, εύκολα μπορεί να οδηγηθούν πως όσα επίκεινται σε συνθήκες καταστροφής θα είναι πολύ περισσότερο επικίνδυνα και αντιδημοφιλή.

 

Το τρίτο που γνωρίζει ο πρωθυπουργός είναι πως οι ψηφοφόροι δεν θα φτάσουν μπροστά στις πρόωρες κάλπες με τις “εικονίτσες” του Σωτήρη Τσιόδρα και του Νίκου Χαρδαλιά στην τσέπη, ούτε με την πεποίθηση πως έχουν επιβιώσει χάρη στον Χρήστο Σταϊκούρα, τον Άδωνι Γεωργιάδη και τον Βασίλη Κικίλια. Θα έχουν μετρήσει εάν έλαβαν το 800άρι ή όχι, εάν η επιστρεπτέα προκαταβολή ήταν επαρκής ή κοροϊδία, εάν οι εισπρακτικές και οι τράπεζες τους ενοχλούν στο τηλέφωνο, εάν έχουν δουλειά, εάν έχει κλείσει το μαγαζάκι τους και άλλα πολλά. Και εφόσον έχουν ήδη ενημερωθεί, όσοι εργάζονται, πως περνούν σε καθεστώς μερικής απασχόλησης ή τηλεεργασίας με μειωμένες αποδοχές, δεν θα συναινέσουν με τον Τάκη Θεοδωρικάκο που μας είπε “είναι ο Καπιταλισμός….”. 

Αφήστε που είναι και οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι οποίοι έχουν αρχίσει να υποψιάζονται πως ίσως μειωθούν οι μισθοί τους.

 

Το τέταρτο που γνωρίζει ο κ. Μητσοτάκης είναι ότι αυτή η “άτιμη” η απλή αναλογική μπερδεύει την εξίσωση. Πως εξηγείς στο εκλογικό σώμα ότι αφού είναι τόσο δραματική η κατάσταση, και είσαι πρώτο κόμμα, αποκλείεις κάθε πιθανότητα συγκρότησης κυβέρνησης εθνικής ενότητας (με χρονικό πλαίσιο και ειδικό σκοπό) με το δεύτερο, ίσως και με το τρίτο κόμμα; Όταν, μάλιστα, έχεις αποκλείσει μετά βδελυγμίας κάθε πιθανότητα συνεργασίας με τον ΣΥΡΙΖΑ παρά την συναίνεση που σου προσέφερε; Και όταν το θέμα θα τεθεί εκ των πραγμάτων; Κι αν δεν τεθεί από τον Αλέξη Τσίπρα είναι μάλλον βέβαιο πως θα τεθεί από την Φώφη Γεννηματά όταν –πιθανότατα- θα φτάσει στα χέρια της η τρίτη διερευνητική εντολή.

Και πως, επιπροσθέτως, είσαι σίγουρος πως, λόγω απλής αναλογικής, δεν θα έχει ανακατευτεί η εκλογική τράπουλα και δεν θα έχουν προκύψει μικρά κόμματα στον ευρύτερο χώρο από την δεξιά έως την κεντροδεξιά που θα δυσκολεύουν τα πράγματα;

Υπάρχει, βεβαίως, και ο μεγάλος σύμμαχος που ονομάζεται “φόβος”. Μια καλοκαιρινή εξάπλωση του ιού και, κυρίως, η καλλιέργεια κλίματος επερχόμενης φθινοπωρινής και χειμωνιάτικης πανδημίας –με μια νέα καραντίνα στον ορίζοντα- ίσως οδηγήσουν τους ψηφοφόρους στην αναζήτηση ασφάλειας. Και, όπως ελπίζουν κάποιοι στην κυβέρνηση, στραφούν πάλι προς εκείνους που χειρίστηκαν καλά το πρώτο κύμα του κοροναϊού.

Όμως, μια του φόβου, δυο του φόβου, στο τέλος η οικονομία είναι που θα κρίνει τα πράγματα.

 

About Author