Το παρασκήνιο: Ολονύχτιο θρίλερ για τα μέτρα στο Eurogroup- Ποιοι και γιατί δεν θέλουν το ευρωομόλογο

Το Eurogroup βρίσκεται σε «καλό δρόμο» για να καταλήξει σε συμφωνία όσον αφορά το πακέτο μέτρων για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας του κορωνοϊού αλλά «δεν έχει φθάσει ακόμη» στην επίτευξή της, γνωστοποίησε ο Λουίς Ρέγκο, ο εκπρόσωπος του προέδρου του συμβουλίου των υπουργών Οικονομικών των χωρών μελών της ευρωζώνης Μάριο Σεντένο αργά χθες το βράδυ.

«Η δουλειά για μια φιλόδοξη οικονομική πολιτική της ΕΕ σε αντίδραση στην COVID-19 είναι σε καλό δρόμο, αλλά δεν έχουμε φτάσει ακόμη εκεί. Η συνέντευξη Τύπου μεταφέρθηκε στις 10:00 ώρα Βρυξελλών (11:00 ώρα Ελλάδας). Καληνύχτα», ανέφερε σε ανάρτησή του στον προσωπικό του λογαριασμό στο Twitter ο εκπρόσωπος του προέδρου του Eurogroup.

Η συνεδρίαση του Eurogroup αναμένονταν να συνεχιστεί στις 12 τα μεσάνυχτα (ώρα Ελλάδας), όπως είχε ανακοινώσει  νωρίτερα ο κ. Ρέγκο.

Με ανάρτηση στον λογαριασμό του στο Twitter, o Ρέγκο ανέφερε πριν ότι ο πρώτος γύρος της συνεδρίασης, μέσω τηλεδιάσκεψης, του Eurogroup ολοκληρώθηκε και ότι θα γινόταν διάλειμμα μίας ώρας. Στη συνέχεια, με νέα ανάρτησή του πριν από δύο ώρες ενημέρωσε ότι «χρειάζεται περαιτέρω δουλειά» και ότι η σύνοδος θα άρχιζε ξανά στις 10 το βράδυ (ώρα Ελλάδας). Λίγο μετά τις 11 (ώρα Ελλάδας) ακολούθησε και τρίτη ανάρτησή του, ότι «στόχος είναι τώρα να αρχίσει ξανά στις 23 ώρα Βρυξελλών (12 τα μεσάνυχτα ώρα Ελλάδας)», προσθέτοντας: «Εργαζόμαστε σκληρά για να καταλήξουμε σε μία συμφωνία».

Η σύνοδος του Eurogroup ήταν προγραμματισμένη να ξεκινήσει στις 4 το απόγευμα (ώρα Ελλάδας), αλλά ο εκπρόσωπος του Σεντένο ανακοίνωσε πριν την έναρξή της ότι θα άρχιζε στις 5 (ώρα Ελλάδας). «Θα χρειαστούμε μία επιπλέον ώρα για προετοιμασία πριν από τη σύνοδο», έγραψε στο Twitter.

Νωρίτερα οι πρόεδροι των Κοινοβουλίων έξι ευρωπαϊκών χωρών, μεταξύ των οποίων και της Ελλάδας, δήλωσαν πως η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να απαντήσει γρήγορα στις ανάγκες των πολιτών της, κινητοποιώντας πόρους «χωρίς προηγούμενο» μπροστά στην πανδημία του Covid-19, που υπονομεύει τις δημοκρατίες της ηπείρου.

«Η σοβαρότητα της κατάστασης συνεπάγεται, μέσα σε ένα πνεύμα αλληλεγγύης που αποτελεί το θεμέλιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, μια άνευ προηγουμένου κινητοποίηση πόρων, ιδίως στην ευρωζώνη», γράφουν απευθυνόμενοι στους προέδρους των κύριων θεσμών της ΕΕ, μεταδίδει το ΑΠΕ.

«Έχουμε την υποχρέωση να αποδείξουμε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και όλα τα κράτη μέλη της, είναι αποφασισμένα να δώσουν μια συγκεκριμένη και ταχεία ανταπόκριση στις προσδοκίες και τις ανάγκες των λαών μας», σε συνθήκες που «υπονομεύουν την ίδια τη σταθερότητα των δημοκρατιών μας», συνεχίζουν οι υπογράφοντες της επιστολής, πρόεδροι των Κοινοβουλίων της Ελλάδας, της Γαλλίας, της Ισπανίας, της Ιταλίας, της Πορτογαλίας, του Λουξεμβούργου και της Σλοβενίας.

Ζητούν επίσης την ενίσχυση της «ευρωπαϊκής βιομηχανικής κυριαρχίας για την παραγωγή των βασικών αγαθών και υλικών στον τομέα της δημόσιας υγείας», καθώς και «μηχανισμούς αλληλεγγύης» για την καλύτερη αντιμετώπιση πανδημιών.

Ενδιαφέρον, ως προς τους συσχετισμούς που έχουν διαμορφωθεί το τελευταίο διάστημα, έχει η καταγραφή της “Καθημερινής”:

doc20200407

Τα μειονεκτήματα της πιστοληπτικής γραμμής που προτείνουν οι “Βόρειοι”

Χρήσιμα θεωρεί το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης όλα τα εργαλεία που έπεσαν χθες στο τραπέζι, σε μια προσπάθεια να απαντήσει η Ευρώπη στην κρίση του κορωνοϊού, αλλά η βασική προτίμηση της Ελλάδας είναι χωρίς αμφιβολία η έκδοση ενός κοινού ευρωπαϊκού αξιογράφου για τη χρηματοδότηση της επανεκκίνησης της οικονομίας.

Τα πλεονεκτήματα, όπως μεταφέρουν πηγές του επιτελείου, είναι δύο: Πρώτον, η δύναμη πυρός ενός τέτοιου εργαλείου μπορεί να είναι πολύ μεγάλη, δίνοντας αποτελεσματική απάντηση, ανάλογη του μεγέθους του προβλήματος. Δεύτερον, καθώς η έκδοση είναι κοινή, το κόστος δανεισμού είναι χαμηλό.

Η προληπτική πιστωτική γραμμή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), όπως εξηγούν οι πηγές, μπορεί να λειτουργήσει στην ίδια κατεύθυνση, διευκολύνοντας τον δανεισμό από τις αγορές, αφού αυτές θα γνωρίζουν ότι η Ελλάδα και οι άλλες χώρες που θα προσφύγουν θα μπορούν να ενεργοποιήσουν τη γραμμή αυτή.

Ωστόσο, το προβλεπόμενο ποσό, εφόσον παραμείνει στο πλαίσιο του 2% του ΑΕΠ, είναι μικρό. Αντιστοιχεί σε 4 δισ. ευρώ περίπου (με τους υπολογισμούς για το ΑΕΠ προ «κορωνοκρίσης», τώρα δεν ξέρουμε σε τι ποσό θα φτάσει με την ύφεση). Βεβαίως, προσθέτουν οι ίδιες πηγές, το ποσό αυτό μπορεί να συμπληρωθεί από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, καθώς η προληπτική πιστωτική γραμμή αυτομάτως ανοίγει τον δρόμο για την ένταξη στο πρόγραμμα ΟΜΤ (Outright Monetary Transactions) της ΕΚΤ, που προβλέπει απεριόριστες αγορές ομολόγων.

Το δεύτερο μειονέκτημα της προληπτικής γραμμής, εκτός από τον περιορισμό ως προς το ύψος του ποσού, είναι οι προϋποθέσεις που θα συνοδεύουν την απόκτησή της. Παρότι δεν προβλέπεται να εφαρμοστεί αυστηρή αιρεσιμότητα, παραπέμποντας σε μνημονιακούς όρους, οπωσδήποτε θα προβλέπεται κάποιου είδους επιτήρηση και αυτό δεν αρέσει ούτε στην Ιταλία, μια μεγάλη χώρα με δυνατή φωνή στην Ε.Ε., αλλά ούτε και στην Ελλάδα, που δεν θέλει να επιστρέψει στους εφιάλτες του παρελθόντος. Η ένταξη σε μνημονιακό καθεστώς, ακόμη κι αν δεν ονομάζεται έτσι, θα αποτελέσει «στίγμα» για τις χώρες που θα υποχρεωθούν να καταφύγουν σε αυτό, εκτιμούν οι αναλυτές.

Πολλοί αναλυτές ανησυχούν, πάντως, ότι η επιβάρυνση του χρέους των κρατών-μελών στην περίοδο αυτή ίσως οδηγήσει ούτως η άλλως στην επιβολή μέτρων λιτότητας και επαναφέρει σύντομα την Ευρώπη σε μια δεύτερη φάση ύφεσης, έπειτα από αυτή που αναμένεται φέτος.

Από την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη σύσταση ενός ταμείου για τη διασφάλιση των θέσεων εργασίας (SURE), ύψους 100 δισ. ευρώ, στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι θα αντιστοιχούν περισσότερα από 2 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τις πηγές του οικονομικού επιτελείου, καθώς η δανειοδότηση θα γίνει όχι μόνο βάσει της συμμετοχής της στον προϋπολογισμό, αλλά και ανάλογα με την ένταση του πλήγματος στην οικονομία της.

Οσον αφορά την πρόταση για ένα πανευρωπαϊκό ταμείο εγγυήσεων από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, ύψους 25-50 δισ. ευρώ, για να κινητοποιήσει επενδύσεις κυρίως μικρομεσαίων επιχειρήσεων ύψους 100-200 δισ. ευρώ, το οικονομικό επιτελείο τη βρίσκει αξιόλογη. Ο βαθμός αξιοποίησης του ταμείου αυτού από την Ελλάδα εναπόκειται, πάντως, στο ενδιαφέρον και στις δυνατότητες των επιχειρήσεων.

Πηγή: Καθημερινή

About Author