Σάββας Ρομπόλης: Οι επιπτώσεις του κοροναϊού στην οικονομία και την αγορά εργασίας

Mετά την απερχόμενη, και για ορισμένες χώρες (π.χ. Ελλάδα) οδυνηρή δεκαετία 2010-2019 της οικονομικής κρίσης-ύφεσης και της όξυνσης της κλιματικής αλλαγής, η διεθνής οικονομία και η διεθνής κοινότητα αντιμετωπίζει από τους πρώτους μήνες του 2020 την πανδημία του κορονοϊού (μοναδικός ιός με μοναδικά χαρακτηριστικά- ΠΟΥ, 2020), την οποία σύμφωνα με τους ειδικούς λοιμοξιολόγους «η ανθρωπότητα δεν θα ξεχάσει ποτέ».

Των
Σάββα Γ. Ρομπόλη
Ομ.Καθηγητή Παντείου Πανεπιστημίου
Βασίλειου Γ. Μπέτση
Υποψ.Διδάκτορα Παντείου Πανεπιστημίου

Στην προοπτική αυτή, η διεθνής επιστημονική και πολιτική-οικονομική κοινότητα επιδιώκει, πάση θυσία, τον έλεγχο της ταχύτητας διασποράς του συγκεκριμένου ιού. Στις συνθήκες αυτές αξίζει να σημειωθεί ότι από τις πρώτες εβδομάδες εμφάνισης (Φεβρουάριος 2020) του κορονοϊού στην Κίνα, οι οικονομικές αβεβαιότητες έχουν ήδη αρχίσει να αποδομούν την διεθνή οικονομία, σε βαθμό που την απειλούν σοβαροί κίνδυνοι μίας νέας παγκόσμιας ύφεσης. Όμως, η εκτίμηση μίας παρατεταμένης μείωσης της κατανάλωσης, διακοπής της λειτουργίας ή υπολειτουργίας των επιχειρήσεων, μείωσης των εισοδημάτων, μείωσης των θέσεων εργασίας και αύξησης της ανεργίας, κ.λ.π., μπορεί να αποτελέσει για τις σχεδιαζόμενες οικονομικές πολιτικές μία σοβαρή πρόκληση αλλαγής στρατηγικής σε σχέση με αυτή που η διεθνής οικονομία επέλεξε για την αντιμετώπιση της χρηματοοικονομικής κρίσης του 2008. Δηλαδή της διατήρησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος χωρίς την υλοποίηση ουσιαστικών και διαρθρωτικών αλλαγών που οδήγησε, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος, στην αποδιάρθρωση της πραγματικής οικονομίας και της αποσύνθεσης της κοινωνίας με την διεύρυνση της φτωχοποίησης του πληθυσμού σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Οι δυσμενείς αυτές επιπτώσεις θα μπορούσαν επιπλέον να αποτελέσουν και παρενέργειες του κορονοϊού στην ευρωπαϊκή και διεθνή οικονομία. Κι’ αυτό γιατί η μονομερής αναφορά στην ρευστότητα της διεθνούς και ευρωπαϊκής οικονομίας, όπως αποδεικνύεται με την παρέμβαση(3/3/2020) της Federal Reserve των ΗΠΑ (μείωση των βασικών επιτοκίων κατά 0,5% προκειμένου να προστατεύσει την οικονομία των ΗΠΑ από τις απειλές του κορονοϊού), έχει περιορισμένη επίδραση στην αντιμετώπιση των συνεπειών του κορονοϊού. Ως εκ τούτου, η νομισματική πολιτική, όπως αποδείχθηκε στην χρηματοοικονομική κρίση του 2008, αδυνατεί από μόνη της να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της πραγματικής οικονομίας και της κοινωνίας. Η παρατήρηση αυτή σημαίνει ότι οι επιπτώσεις του κορονοϊού ( στην υγεία του πληθυσμού και στην πραγματική οικονομία) δεν απαιτούν τις ίδιες απαντήσεις με αυτές που απαιτούν οι χρηματοπιστωτικές αγορές (M.Orange,2020). Aντίθετα, η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) Chr.Lagarde στην πρώτη παρουσίαση της (12/3/2020) ανακοίνωσε ότι η πολιτική της αγοράς μετοχών η οποία έχει αυξηθεί στο επίπεδο των 20 δις ευρώ τον μήνα θα αυξηθεί κατά 120 δις ευρώ μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους, δηλώνοντας ότι η αγορά αυτή κατά προτεραιότητα θα αφορά τους τίτλους των ιδιωτικών ομίλων και όχι τα κρατικά ομόλογα, αποδεικνύοντας την δογματική εμμονή της ΕΚΤ στην απομάκρυνση της από στρατηγικές δημόσιων πολιτικών. Παράλληλα, πολιτικοί παράγοντες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών-μελών, επικρίνοντας το πρόγραμμα της ΕΚΤ για την αντιμετώπιση των συνεπειών του κορονοϊού, υποστηρίζουν ότι θα αποφύγουν να επαναλάβουν τα λάθη που διέπραξαν κατά την διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008. Όμως, στην κατεύθυνση αυτή περιορίζονται να προτείνουν την αναγκαιότητα ταυτόχρονης άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σε βαθμό που να σκοπεύουν ( Α.Merkel,11/3/2020) την ανατροπή του κανόνα του μηδενικού ελλείμματος, προκειμένου, ανεξάρτητα που θα διαμορφωθεί το δημόσιο έλλειμμα, να διατεθούν οι αναγκαίοι πόροι για την καταπολέμηση της πανδημίας του κορονοϊού. Όμως, το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση στις σημερινές συνθήκες της πανδημίας, προβάλλει την αλληλεγγύη της προς τα κράτη-μέλη (π.χ. Ιταλία, Ισπανία, Γαλλία, Ελλάδα, κλ.π.) με τη επίδειξη κατανόησης σε περίπτωση παρέκκλισης από τους στόχους του δημοσιονομικού ελλείμματος, ουσιαστικά εκφράζει την υποκριτική της αντίληψη και στάση. Κι΄αυτό γιατί λησμονεί επιμελώς τις αποδεδειγμένα λανθασμένες και δογματικές της παρεμβάσεις, κατά την διάρκεια της μνημονιακής δεκαετίας 2010-2019, με όρους δημοσιονομικών περικοπών των κοινωνικών δαπανών και των δαπανών υγείας, οδηγώντας τα συστήματα υγείας σε δυσχερή λειτουργική κατάσταση, την στιγμή που η ευθύνη άσκησης κοινωνικών πολιτικών και πολιτικών υγείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανήκει στο κράτος-μέλος. Έτσι για παράδειγμα στην Ελλάδα, οι μνημονιακές παρεμβάσεις των περικοπών και της λιτότητας οδήγησαν το σύστημα υγείας σε δύσκολη λειτουργική κατάσταση, μειώνοντας τις δημόσιες δαπάνες για την υγεία κατ΄άτομο από 1.388 ευρώ το 2009 σε 820 ευρώ κατ΄άτομο το 2017. Ο προϋπολογισμός για την υγεία στην Ελλάδα το 2019 ανερχόταν σε 9,1 δις ευρώ, λίγο πιο κάτω από 5% του ΑΕΠ, με αποτέλεσμα η δέσμευση των δαπανών υγείας από δημοσιονομικούς περιορισμούς θα συμβάλλει στην συνέχιση της αύξησης των ιδιωτικών δαπανών υγείας των νοικοκυριών. Στις συνθήκες αυτές, απαιτείται η άμεση μετατόπιση του κέντρου βάρους των πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών-μελών προς την κατεύθυνση των δημόσιων πολιτικών ανασυγκρότησης του κοινωνικού κράτους και ειδικότερα των δημόσιων συστημάτων υγείας, με την έννοια ότι οι πολιτικές ανάπτυξης του κοινωνικού κράτους και του δημόσιου συστήματος υγείας, σε αντίθεση με την λανθασμένη άποψη της νεοφιλελεύθερης θεώρησης, δεν αποτελεί υπονόμευση στην λειτουργία των αγορών κεφαλαίου και χρήματος. Αντίθετα, όπως υποστηρίζει (Μ.Orange,2020) ο Πρόεδρος της FED J.Powell η νομισματική και η δημοσιονομική πολιτική δεν μπορούν να ανοίξουν τις επιχειρήσεις που θα κλείσουν, ούτε να στείλουν πελάτες στα εμπορικά κέντρα, στον τουρισμό, στις αεροπορικές και μεταφορικές εταιρείες, κ.λ.π, ούτε να προσλάβουν εργαζόμενους που απολύθηκαν λόγω της πανδημίας του κορονοϊού. Το ίδιο και οι πιστώσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών δεν μπορούν να επανακκινήσουν την επενδυτική και οικονομική δραστηριότητα όταν η κοινωνία ανησυχεί για την υγεία του πληθυσμού και του εργατικού δυναμικού. Στις συνθήκες αυτές, η στρατηγική προτεραιότητα (Μ.Orange, 2020) αντιμετώπισης, μεταξύ των άλλων, των συνεπειών της πανδημίας του κορονοϊού βρίσκεται στην πολύπλευρη υποστήριξη( νέους πόρους, ιατρικός εξοπλισμός, υλικό, προσωπικό, νέες δομές, κ.λ.π.) με όλα τα διαθέσιμα μέσα των δημόσιων συστημάτων υγείας, στην θεραπεία των ασθενών και στην παρεμπόδιση της διασποράς στην κοινότητα του συγκεκριμένου ιού. Διαφορετικά, η εξάπλωση της επιδημίας του κορονοϊού και η επιμήκυνση του χρόνου διάρκειας της, εκτιμάται ότι θα επιφέρουν μεγάλης έκτασης οικονομικές αβεβαιότητες, απειλές και συνέπειες στον πληθυσμό και στην διεθνή και ευρωπαϊκή πραγματική οικονομία.

About Author