Ανασχηματισμός πριν κλείσει χρόνο η πιο “έτοιμη” κυβέρνηση;

Λένε πως “έξις, δευτέρα φύσις”, και ισχύει αναμφίβολα στην περίπτωση των δημοσιογραφικών σεναρίων. Ένα εξ αυτών, σχεδόν στερεότυπο πλέον, είναι αυτό των…ανασχηματισμών. “Η υποτίμηση του νομίσματος, ο ανασχηματισμός και οι εκλογές δεν προαναγγέλονται”, ανέφερε ένα παλαιό “μότο” της σχέσης της πολιτικής με τα μέσα ενημέρωσης. Το πρώτο (υποτίμηση) έχει εξαφανιστεί, έμειναν τα άλλα δύο.

του ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΚΟΤΡΩΤΣΟΥ

Τις τελευταίες ημέρες, όμως, πυκνώνουν οι δημοσιογραφικές περιγραφές περί σκέψεων και προβληματισμού στο Μέγαρο Μαξίμου για τον κατάλληλο χρόνο να εκδηλωθούν οι πρώτες αλλαγές στο κυβερνητικό σχήμα.

Οι Γιώργος Γεραπετρίτης και Άρης Σκέρτσος ως ισχυροί “Ηρακλείς” του πρωθυπουργικού στέμματος έχουν, όπως γράφεται, αναλάβει να αξιολογήσουν έναν προς έναν τους υπουργούς, αναπληρωτές υπουργούς και υφυπουργούς και να παραδώσουν στον Κυριάκο Μητσοτάκη τεκμηριωμένη βαθμολογία.

Με αυτά τα “εφόδια” το σενάριο θέλει τον πρωθυπουργό να λαμβάνει τις σχετικές αποφάσεις, κάπου εκεί, λίγο πριν ή λίγο μετά το Πάσχα. Κατά σύμπτωση, την εποχή που ο Αλέξης Τσίπρας θα αναμετράται με τους διαφωνούντες στο συνέδριο του νέου ΣΥΡΙΖΑ.

Θα μπορούσαν να είναι ασκήσεις δημοσιογραφικής φαντασίας, εκ της απουσίας άλλου μεγάλου θέματος στην πολιτική επικαιρότητα (οι παλαιοί διευθυντές εφημερίδων ανέσυραν με ευκολία, άλλωστε, τους “ανασχηματισμούς” ελλείψει άλλης ειδησεογραφίας), ή, απλώς, ίχνη μιας πραγματικότητας που καταφθάνει. Στην περίπτωσή μας πρόκειται μάλλον για το τελευταίο, δεδομένου ότι δεν λείπουν τα πολύ μεγάλα θέματα αυτό τον καιρό.

Ανασχηματισμός, όμως, πριν καλά καλά κλείσει χρόνο η “καλύτερα προετοιμασμένη” κυβέρνηση όλων των εποχών;

Όταν, εκεί μετά το 2007, είχε αρχίσει η μεγάλη κατηφόρα για την κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή, αρκετοί τον επισκέπτονταν και του εισηγούνταν να προχωρήσει σε αλλαγές υπουργών, προκειμένου να κερδίσει επικοινωνιακό χρόνο και να αποπροσανατολίσει από την εμφανή πολιτική φθορά. Ο Καραμανλής κοίταζε με ισχυρή δόση συγκατάβασης του συνομιλητές του και τους έλεγε με…ποδοσφαιρικό οίστρο:  “δεν γυρνάς προς τον πάγκο να δεις ποιους έχω αναπληρωματικούς και να μου πεις ποιος απ΄ αυτούς θα κάνει τη διαφορά εάν μπει στη βασική ομάδα;”.

Αυτό είναι πάντοτε το μεγάλο πρόβλημα των προπονητών και των πρωθυπουργών. Ο πάγκος!

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έβαλε στην “έτοιμη” κυβέρνηση του περίπου 20 τεχνοκράτες σε μια επίδειξη πολιτικής ηγεμονίας και με διάθεση να παρουσιάσει ένα νέο –το αποκαλούμενο “επιτελικό”– μοντέλο διακυβέρνησης. Επτά μήνες μετά, οι περισσότεροι απ΄ αυτούς παραμένουν άγνωστοι, σε μια δαιδαλώδη απουσία ουσιαστικών αρμοδιοτήτων, κάποιοι δε, όπως αναφέρουν οι πληροφορίες, αναποτελεσματικοί και απροσάρμοστοι στις ανάγκες της πολιτικής. Ικανοί CEO, ανεπαρκείς υπουργοί…

Το μεγαλύτερο, όμως, πρόβλημα του πρωθυπουργού δεν είναι οι τεχνοκράτες. Είναι τα πολιτικά στελέχη της παράταξής του που ανέλαβαν κρίσιμα πόστα.

Στην εξωτερική πολιτική, για παράδειγμα, ακόμα και αρθρογράφοι φίλα προσκείμενων μέσων ενημέρωσης –ορισμένοι εξ αυτών τακτικοί συνομιλητές του πρωθυπουργού– επισημαίνουν την αλληλουχία της γκάφας και την παραγόμενη σύγχυση και έλλειψη στρατηγικής που έχουν προκαλέσει οι ενέργειες και οι δηλώσεις κάποιων. Ο Νίκος Δένδιας δεν συγκαταλλέγεται μεταξύ αυτών καθώς η εμπειρία του τον έχει κρατήσει μακριά από την “κινούμενη άμμο”, άλλες περιπτώσεις κυβερνητικών στελεχών, όμως, έχουν προκαλέσει, όπως φαίνεται, εκνευρισμό στο Μέγαρο Μαξίμου. Και αρκετά προβλήματα στην εικόνα της χώρας σε δύσκολους καιρούς.

Αλλά και στον ευρύτερο τομέα της οικονομίας, πλην του συνεπούς και χαμηλών τόνων Χρήστου Σταϊκούρα που κινείται στην πεπατημένη όσων άφησε η προηγούμενη κυβέρνηση  – να το πούμε κι αυτό: χωρίς κάποια σκληρή αντιπολίτευση καθώς οι “σκιώδεις” ασχολούνται με άλλα σοβαρότερα (;) θέματα– και οικοδομεί υπομονετικά το προφίλ μιας χώρας που εξέρχεται από την κρίση (με στόχο την διεκδίκηση της μείωσης των πλεονασμάτων), τα αποτελέσματα είναι ιδιαιτέρως πενιχρά, τα δε χρονοδιαγράμματα των στόχων μετακινούνται διαρκώς προς το μέλλον.

Είναι χαρακτηριστικό το άρθρο του διευθυντή του “Βήματος” Αντώνη Καρακούση σχετικά με τα παραπάνω:

” Η προαναγγελθείσα επενδυτική άνοιξη δεν ήλθε ακόμη. Αν εξαιρέσει κανείς τη ζώνη των ομολόγων, του τουρισμού και της αγοράς των ακινήτων, όπου είχαν προ καιρού διαμορφωθεί εστίες προόδου, δεν παρατηρείται κάτι ξεχωριστό και μεγαλειώδες, ικανό να συνεπάρει τους πάντες και να βεβαιώσει ότι τα οικονομικά πράγματα εξελίσσονται δυναμικά και η Ελλάδα όντως μετατρέπεται σε χώρα ευκαιριών, στην οποία όλοι σπεύδουν να τοποθετηθούν”.

Περί “γκρίνιας” και το άρθρο του διευθυντή της “Καθημερινής” Αλέξη Παπαχελά:

«Γκρινιάζουμε» ενίοτε και προφανώς ασκούμε κριτική όταν βλέπουμε παλινωδίες ή φαινόμενα που θα έπρεπε να ανήκουν στο παρελθόν. Δεν ξέρουμε άλλον τρόπο να κάνουμε τη δουλειά μας. Η αλήθεια είναι ότι είναι πολύ εύκολο να αγνοήσεις την πραγματικότητα και να ζητάς τον «ουρανό με τ’ άστρα» σε μια χώρα που έχει δομικά βαρίδια δεμένα στα πόδια της και δεκάδες «νάρκες» έτοιμες να εκραγούν. Αν δεν πετύχει η σημερινή κυβέρνηση, μας περιμένει η χαοτική ακυβερνησία με άγνωστους ρυθμιστές. Η αποστολή είναι εξαιρετικά δύσκολη και γι’ αυτό θέλει, μαζί με την κριτική, και στήριξη”.

 

Αρκετοί έμπειροι και έξυπνοι υπουργοί είναι αλήθεια πως δεν έχουν εκτεθεί. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ενός εξ αυτών που περιέγραφε πρόσφατα σε συνομιλητή του πως εως σήμερα έχει κινηθεί με βάση εκτενή σημειώματα (με “must do”, προετοιμασμένα νομοσχέδια και επισημάνσεις σχετικά με εκκρεμότητες) που του άφησε ο προκάτοχός του, με τον οποίο διατηρεί, μάλιστα, εξαιρετικές σχέσεις και τακτική επικοινωνία.

Το σημαντικό, ωστόσο, στους ανασχηματισμούς είναι εάν, όντως, μπορούν να αλλάξουν τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα μιας κυβέρνησης, μετά το γνωστό επικοινωνιακό “θαύμα” που συνήθως κρατά τρεις ημέρες. Και κρίνονται σε μεγάλο βαθμό στο εάν ο πρωθυπουργός έχει την τόλμη να υπερβεί στερεότυπα, προσωπικές σχέσεις, και μικρά πολιτικά φετίχ.

Πρέπει να θεωρείται πρακτικώς αδύνατο, για παράδειγμα, να αντικαταστήσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης τον Μιχάλη Χρυσοχοϊδη και τον Άδωνι Γεωργιάδη.

Πέραν του ότι τους έχει αποδώσει δημοσίως εύσημα για το έργο τους, αμφότεροι ταυτίζονται με τους δύο κεντρικούς πυλώνες του κυβερνητικού αφηγήματος. Ασφάλεια και επενδύσεις. Οπότε λογικό είναι να μην περιμένει κανείς αλλαγές σε αυτούς τους τομείς.

Εξαιρετικά αμφίβολο είναι εάν θα μπορούσε να αποδεχθεί ελλείμματα και σε άλλους τομείς, όπως η Παιδεία, η Υγεία, η Ενέργεια. Κεραμέως, Κικίλιας και Χατζηδάκης δεν είναι από τα πρόσωπα που κινδυνεύουν και θεωρούνται αναντικάστατοι στην εικόνα της “ομάδας που κερδίζει”. Οι δημοσκοπήσεις, άλλωστε, είναι οδηγός για το Μέγαρο Μαξίμου και η καταγραφόμενη δημοφιλία των παραπάνω προσώπων τους προσφέρει σχετική ασφάλεια.

Το προσφυγικό είναι, δίχως άλλο, το μεγάλο πολιτικό βατερλό. Αλεπάλληλες αλλαγές στρατηγικής και προσώπων, ανατροπή της αρχικής επχιειρηματολογίας, ροπή προς ακραία συντηρητικές πολιτικές που χαϊδεύουν υπερδεξιά ακροατήρια ήταν η μέχρι τώρα πορεία της κυβέρνησης. Η επανασύσταση του υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής και η έμμεση ομολογία αποτυχίας στη διαχείριση έφερε στην προμετωπίδα το Νότη Μηταράκη σε μια προσπάθεια να ανανεωθεί ο πολιτικός χρόνος. Προσώρας, λοιπόν, ούτε αυτός κινδυνεύει.

Άρα; Τι ανασχηματισμός μπορεί να γίνει εάν δεν μετακινήσει ο πρωθυπουργός αυτά τα βασικά “πιόνια” της κυβερνητικής σκακιέρας; Για να αλλάξει τον Αυγενάκη; Ε, και; Δεν θα κλάψουν κι’  οι βρακοφόροι στα Ανώγεια…

Και αυτό οδηγεί εκ των πραγμάτων στην θεμελιώδη σκέψη που πρέπει να κάνει κανείς. Μήπως δεν είναι τελικά τα πρόσωπα που έχουν την κύρια ευθύνη στην εικόνα της κυβέρνησης;

Μήπως, δηλαδή, η δημοσιογραφική και πολιτική συζήτηση περί ανασχηματισμού αφορά το γεγονός ότι η φθορά επέρχεται γρηγορότερα απ΄ ότι αναμενόταν εξαιτίας της έλλειψης στρατηγικής και της αδυναμίας να λειτουργήσει το περίφημο “επιτελικό κράτος”;

Μήπως, ακόμα, το πρόβλημα δεν είναι μόνο σε επί μέρους τομείς της διακυβέρνησης αλλά στον πυρήνα της, στο στρατηγείο, στη μικρή στρατιά των συμβούλων που έχουν δημιουργήσει κύκλους επιρροής και συγκρούονται με υπουργούς;

Κι επειδή, εν κατακλείδι, σπάνια ένας πρωθυπουργός αποδέχεται πως ευθύνεται κυρίως το περιβάλλον του και ο ίδιος, καταλήγει σε δύο επιλογές: ή ανακατεύει την τράπουλα με επικοινωνιακό πρόσημο για να κερδίσει χρόνο, ή, απλώς, αναβάλλει επ΄ αόριστον τον ανασχηματισμό…

 

 

About Author