Ελπίζω να μην μείνουμε μόνο με τον “φίλο” Χαφτάρ…

Η αμηχανία είναι κακός σύμβουλος. Στη διπλωματία ακόμα περισσότερο. Ενίοτε, δε, αυτή η αμηχανία εκδηλώνεται με την αναζήτηση “φίλων” εκεί που αφήνουν κενό οι συμμαχίες και η γεωπολιτική ισχύς.

 

Ελπίζω πως δεν συμβαίνει αυτό με την κυβέρνηση. Ελπίζω, δηλαδή, να μην θεωρούν σημαντικό επίτευγμα, την επομένη της Διάσκεψης του Βερολίνου, το tweet του στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ «Ένας φίλος στην ανάγκη είναι πράγματι φίλος».

Όχι γιατί είναι κακό πράγμα να έχεις “φίλους” αλλά διότι από την εποχή του Λόρδου Πάλμερστον –που το έθεσε με κυνική ακρίβεια– αυτό που προέχει στις διεθνείς σχέσεις είναι τα συμφέροντα των κρατών.

Ο Χαλίφα Χαφτάρ, εν προκειμένω, πέραν του θυελλώδους βίου του που δεν πείθει κανέναν ότι οι “φιλίες” του είναι διαχρονικές και αταλάντευτες, είναι μάλλον από τους χαμένους της Διάσκεψης του Βερολίνου.

Το γεγονός, δε, ότι σπεύδει στη Μόσχα για τον απολογισμό της εύθραυστης συμφωνίας για την κατάπαυση πυρός και το εμπάργκο όπλων στη Λιβύη, αποκαλύπτει ακόμα περισσότερο τις αντιφάσεις.

Εάν ίσχυε στη γεωπολιτική ο επαγωγικός συλλογισμός θα ανέκυπτε εύλογα το ερώτημα πως μπορεί να είναι “φίλος” ο Χαφτάρ, όταν ο τελευταίος είναι και “φίλος” του Βλαντιμίρ Πούτιν, ο οποίος με τη σειρά του είναι “φίλος” του Ταγίπ Ερντογάν.

[Το γιατί και με ποιον τρόπο χάσαμε τον δίαυλο επικοινωνίας με τη Μόσχα είναι μια άλλη σοβαρή συζήτηση που οφείλουμε να κάνουμε...]

Η κυβέρνηση ορθώς σε μεγάλο βαθμό αξιοποίησε τον “παράγοντα Χαφτάρ” αναζητώντας έναν έμμεσο τρόπο να παραστεί σε μια διάσκεψη από την οποία την είχαν αποκλείσει οι βασικοί “φίλοι” και εταίροι της. Αλλά μέχρι εκεί.

Η Άγκελα Μέρκελ, όπως έχουμε ξαναγράψει, ήταν αυτή που απέκλεισε την Ελλάδα υποκύπτοντας στις πιέσεις του Τούρκου προέδρου. Μέγαρο Μαξίμου και ΥΠΕΞ επένδυσαν στην παρέμβασή του Λίβυου πολεμάρχου στη διάσκεψη ώστε να τεθεί το θέμα του τουρκολιβυκού συμφώνου. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη διότι ο Χαφτάρ παρέμεινε κλεισμένος στο ξενοδοχείο του (όπως και ο Αλ Σάρατζ), αν και πρέπει να διατηρεί κανείς πολλές επιφυλάξεις για το ότι θα το έκανε εφόσον συμμετείχε κανονικά στη διαπραγμάτευση των σημείων της συμφωνίας.

Η κατάσταση διαμορφώνεται με περίπλοκο τρόπο για τα ελληνικά συμφέροντα:

-Η συμφωνία του Βερολίνου είναι θετική μόνο επειδή δημιουργεί προϋποθέσεις πολιτικής λύσης. Εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα αλλά σε κάθε περίπτωση είναι ότι καλύτερο μπορούσαν να κερδίσουν οι Ευρωπαίοι σε ένα πεδίο όπου στρατιωτικά και διπλωματικά έχουν εδραιώσει πολύ ισχυρά τις θέσεις τους η Ρωσία και η Τουρκία.

-Αυτή η διαδικασία πολιτικής λύσης, μέσα από τις δαιδαλώδεις επιτροπές που αποφασίστηκε να συγκροτηθούν, αφαιρεί, ωστόσο, το στρατιωτικό πλεονέκτημα που φαινόταν να έχουν οι δυνάμεις του M.LNA (Χαφτάρ), οι οποίες μέχρι πρότινος εμφανίζονταν έτοιμες να εισβάλλουν στην πρωτεύουσα Τρίπολη και να αναλάβουν την εξουσία. Εφόσον η διαδικασία δεν δυναμιτισθεί στο πεδίο της εμφύλιας διαμάχης, η κυβέρνηση Αλ Σάρατζ παραμένει ακλόνητη και ελπίζει βάσιμα πως θα συμμετέχει στην μεταβατική περίοδο που θα αρχίσει σταδιακά να διαγράφεται.

-Με τον Άλ Σάρατζ, όμως, εντός παιχνιδιού η Τουρκία εδραιώνει τα γεωπολιτικά ερείσματά της στην Λιβύη και κερδίζει πολύτιμο χρόνο, ώστε να μην προκύψει οιαδήποτε εναλλακτική διακυβέρνηση που θα ακύρωνε το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Επί της ουσίας, η Άγκυρα δημιουργεί ήδη τετελεσμένα ως προς το θέμα αυτό. Κι αυτό είναι ένα άλλο κεφάλιο για το οποίο η ελληνική διπλωματία οφείλει ειλικρινή αυτοκριτική. Δεν μας αιφνιδίασαν, εμείς δεν κατορθώσαμε να προβλέψουμε εγκαίρως και να αντιδράσουμε σωστά.

-Ο Ταγίπ Ερντογάν από μέρος του προβλήματος είναι και επίσημα, πλέον, παράγοντας της λύσης.

Η Άγκελα Μέρκελ το έχει αποδεχθεί πλήρως βάζοντας “από το παράθυρο” τον αναθεωρητή και επιθετικό Τούρκο πρόεδρο στον “διπλωματικό πολιτισμό” της Δύσης. Η Γερμανίδα καγκελάριος αποδείχθηκε ιδιαίτερα αδύναμη και η στάση της -στας δυσμάς του ευρωπαϊκού πολιτικού βίου της– εντελώς τυχοδιωκτική. Η απουσία, δε, πολιτικών, όπως ο Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ, γίνεται ακόμα πιο αισθητή.

Η Ελλάδα πρέπει να πάρει τα μαθήματά της από τις εξελίξεις. Δεν μπορεί να ελπίζει ουσιωδώς στην ευρωπαϊκή στήριξη έναντι της τουρκικής προκλητικότητας διότι τα γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα αλλά και οι μεγάλοι ευρωπαϊκοί “εγωϊσμοί” υπερτερούν της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης και των παραδοσιακών σχέσεων της χώρας μας με την Ευρώπη.

Το διαπιστώνει, άλλωστε, κανείς και από την δυσφορία της Γερμανίδας καγκελαρίου έναντι του Jozep Borell, όταν ο τελευταίος “τόλμησε” να προαναγγείλει περικοπές προενταξιακών κονδυλίων προς την Τουρκία εξαιτίας της προκλητικότητάς του στην Κυπριακή ΑΟΖ. Είναι ο ίδιος λόγος που οδηγεί την ΕΕ στην αβελτηρία να μην εξειδικεύει ουσιαστικά και να μην εφαρμόζει τις κυρώσεις που έχει αποφασίσει από το καλοκαίρι του 2019.

Η κυβέρνηση οφείλει τώρα να διεκδικήσει τη συμμετοχή της, έστω και εκ των υστέρων, στις επιτροπές που θα διερευνήσουν και θα επιβάλλουν την κατάπαυση του πυρός, το εμπάργκο και την όποια πολιτική λύση στη Λιβύη. Εάν δεν συμβεί κι αυτό θα έχουμε να κάνουμε με διπλωματική πανωλεθρία. Μόνο δι’  αυτού του τρόπου, ίσως (τονίζω…ίσως), σταθεί εφικτό να ξαναφέρουμε στο τραπέζι το τουρκολιβυκό μνημόνιο, το οποίο είναι πια πασιφανές πως αποτελεί την λυδία λίθο της τουρκικής στρατηγικής στη νοτιοανατολική Μεσόγειο και κατ΄ επέκταση και στο Αιγαίο.

Και οφείλει ακόμα να σκεφτεί ξανά το θέμα του βέτο ή, έστω, της απειλής βέτο. Όχι, φυσικά, για τη Λιβύη –αυτό ήταν μία αμήχανη και ανέξοδη “απειλή” εκ μέρους του πρωθυπουργού-, αλλά σε σημαντικότερα ζητήματα που “καίνε” την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι εξελίξεις δεν είναι θετικές για τα εθνικά μας συμφέροντα και η επαγρύπνηση είναι παραπάνω από αναγκαία…

Σ.Κ

 

About Author