“Ουδείς αλάθητος”, αλλά έως πότε;

Στο εμπόριο υπάρχουν δύο παραδοσιακές “αρχές” διαχρονικά επαναλαμβανόμενες: “Ουδέν λάθος αναγνωρίζεται μετά την απομάκρυνση από το ταμείο” και “ο πελάτης έχει πάντα δίκιο”. Στην πολιτική τα πράγματα είναι αισθητά διαφορετικά, στη δε διεθνή σκηνή πολύ συχνά το “ταμείο” γίνεται ερήμην του “πελάτη”, η δε πρώτη “αρχή” αποδεικνύεται συχνά ιδιαίτερα επιζήμια.

Από τους παλαιοκομματικούς διορισμούς “ημετέρων” στα νοσοκομεία μέχρι την επανασύσταση του υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής, το κυβερνητικό μότο που υιοθετείται απνευστί από τα φιλικά μέσα ενημέρωσης είναι πως το Μέγαρο Μαξίμου “ακόμα κι όταν κάνει λάθη, σπεύδει να τα διορθώσει”. Κι αυτό λειτουργεί, προφανώς, ως “κολυμπήθρα του Σιλωάμ”, έναντι όσων ασκούν κριτική στην κυβέρνηση για τις αστοχίες και τις γκάφες.

Το είπε, άλλωστε, και ο πρωθυπουργός στη συνέντευξή του στον Αντώνη Σρόϊτερ: “ουδείς αλάθητος”. Κάτι που σε αρκετούς θύμισε εκείνη τη ρήση του Αντώνη Σαμαρά “ουδείς αναμάρτητος“, λίγο πριν σπεύσει να συναντήσει την Άγκελα Μέρκελ -τον Αύγουστο του 2012-, κι αφού είχε αναγκαστεί να υπαναχωρήσει από όσα έλεγε προεκλογικά για τα μνημόνια και τα “Ζάππεια”.

Δεν θα διαφωνήσει, φυσικά, κανείς. Το “ουδείς αλάθητος” είναι μια ομολογία επιείκειας έναντι οιουδήποτε. Το είπε, άλλωστε, κι ο Τσίπρας για εκείνο το εφιαλτικό καλοκαίρι του 2015. Αλλά το πλήρωσε.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν αυτή την ένδειξη επιείκειας την κρατά κανείς μόνο για τον εαυτό του, ενώ έχει εξαντλήσει όλη του την αυστηρότητα για τους πολιτικούς του αντιπάλους.

Μέχρις στιγμής, η κυβέρνηση έχει αναγκαστεί να ψελλίσει πως είχε “αυταπάτες” στο προσφυγικό, στη Συμφωνία των Πρεσπών, στα ελληνοτουρκικά, στο πότε θα έμπαιναν οι μπουλντόζες στο Ελληνικό, ίσως και στην επίμονη πρόβλεψή της ότι θα έχουμε ρυθμό ανάπτυξης 4%. Και σε αρκετά ακόμα.

Το γεγονός, για παράδειγμα, πως τον Απρίλιο του 2019 είχαμε στα κέντρα φιλοξενίας 14.000 πρόσφυγες και μετανάστες (όπως “θυμάται” και επισημαίνει το Spiegel ) και τώρα έχουμε 42.000 (!), είναι μια αμελητέα “αυταπάτη” της κυβέρνησης; Το ότι διαλύθηκε εις τα εξ ων συνετέθη το υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής, επειδή ήταν “έργο ΣΥΡΙΖΑ”, και επανασυστήνεται επτά μήνες μετά και αφού προηγουμένως άλλαξαν τρεις-τέσσερις φορές τα “επιτελικά” κέντρα και οι υπεύθυνοι συντονισμού, είναι επίσης μια ακόμα μικρή “αυταπάτη”;

Το ότι σύμπασα η Ν.Δ, του Κυριάκου Μητσοτάκη συμπεριλαμβανομένου, έλεγε πως θα απειληθεί με βέτο -ή ακόμα και θα ασκηθεί- η ενταξιακή διαδικασία της Βόρειας Μακεδονίας ώστε να αλλάξει (κάποιοι έλεγαν “να ακυρωθεί”) η Συμφωνία των Πρεσπών, ήταν άλλη μία τέτοια περίπτωση;

Μπορεί να αναφέρει κανείς πολλά τέτοια παραδείγματα. Μια αλυσίδα “αυταπατών” που, όμως, έχουν αποκαθαρθεί (απαλλάσονται, δηλαδή, από τις συνέπειες πολιτικού ή ηθικού παραπτώματος) στη συνείδηση του εκλογικού σώματος, επειδή η κυβέρνηση “έχει το σθένος να παραδεχθεί τα λάθη της”.

Κάπου εδώ, ωστόσο, έρχονται οι “αρχές” του εμπορίου να διεκδικήσουν τα δίκια τους. Διότι, εάν στην εγχώρια πολιτική αντιπαράθεση στο προνομιακό πεδίο της μιντιακής επικοινωνίας τα πράγματα είναι σχετικά εύκολα, στη διεθνή σκηνή οι κανόνες γίνονται αμείλικτοι και προκαλούν μείζονες κινδύνους για τη χώρα.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπορεί να εισπράξει πολλά “εύγε” όταν επικαλείται το “ουδείς αλάθητος” για τον 80χρονο πονηρό πολιτευτή Πατέρα, ή για την καθυστέρηση σχετικά με τις μπουλντόζες στο Ελληνικό. Όταν “παίζεις”, όμως, με τον Ερντογάν και τη Μέρκελ οι καταστάσεις γίνονται επικίνδυνες.

Στα πόσα “λάθη” που αναγνωρίζεις, εν τέλει, φθάνει η ώρα που αντιλαμβάνεσαι πως το “ταμείο” έχει άλλη άποψη;

Αποτέλεσμα εικόνας για Μητσοτάκης στον Σρόϊτερ

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπέστη μια σημαντική ήττα ως προς την αυτοπεποίθηση της κυβέρνησής του με τον αποκλεισμό της Ελλάδας από την διάσκεψη για τη Λιβύη. Με την διαφορά, όμως, πως αυτό που μας αφορά όλους δεν είναι η αυτοπεποίθηση της κυβέρνησης αλλά η αυτοπεποίθηση της χώρας. Προσπάθησε να την διασκεδάσει απειλώντας με βέτο την Μέρκελ, η οποία προτίμησε να έχει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων τον Ερντογάν, επισημαίνοντας (δια στόματος του εκπροσώπου της) πως ούτε η “άκυρη” συμφωνία Τουρκίας- Λιβύης θα είναι στην ατζέντα, ούτε η Ελλάδα έχει την επιρροή στις εξελίξεις που θα της εξασφάλιζε μια θέση.Και να εισπράξει την γερμανική απάντηση “βέτο, σε τι;”. Και την προσβλητική, επίσης, άποψη του προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (την οποία, ας σημειωθεί, μετέφερε ειλικρινώς ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης), πως “Ρωσία και Τουρκία είναι οι ισχυρές δυνάμεις στην περιοχή”.

Η πρόσκληση του στρατάρχη Χαφτάρ επιχειρήθηκε να προβληθεί ως ένα αντίβαρο στον αποκλεισμό μας από τη διάσκεψη του Βερολίνου. Δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς εύκολα πως δεν ήταν μια καλή κίνηση, αυτό, όμως, θα αποδειχθεί εάν ο πολέμαρχος της Βεγγάζης δράσει με τον τρόπο με τον οποίο περιέγραψε ο Νίκος Δένδιας. Δηλαδή. Εάν κατορθώσει, δηλαδή, να βάλει “από το παράθυρο” την κατάργηση της τουρκολιβυκής συμφωνίας ως προϋπόθεση για την ειρήνευση στη Λιβύη.

Εάν δεν το πράξει, ή εάν το πράξει άνευ αποτελέσματος, η Ελλάδα θα βρεθεί ξανά στο σημείο μηδέν. Και θα βρεθεί προ του κινδύνου ο Ερντογάν να δημιουργήσει τετελεσμένα που δύσκολα θα αναιρεθούν στην πορεία.

Η κυβέρνηση απολαμβάνει από την πρώτη στιγμή την βολική ουδετερότητα ή και στήριξη του διεθνούς παράγοντα ( το είδαμε στο ταξίδι στις ΗΠΑ και αναμένουμε να εκδηλωθεί, επιτέλους, η αμερικανική πρωτοβουλία) και την προνομιακή μεταχείριση των εσωτερικών κέντρων και των μέσων ενημέρωσης. Οφείλει κανείς να αναγνωρίσει αυτή την πολιτική ηγεμονία που έχει κατορθώσει ο πρωθυπουργός, ως συνέπεια και της συνεχιζόμενης “πολεμικής” ρητορικής κατά του ΣΥΡΙΖΑ. Όλα αυτά έχουν, ωστόσο, ημερομηνία λήξης.

Ιδιαίτερα όταν παίζει κανείς με τη φωτιά σε κρίσιμα θέματα εξωτερικής πολιτικής το “ουδείς αλάθητος” δεν είναι δικαιολογία. Αυτό το γνωρίζει ακόμα και ο Πάπας.

Και κανένας “θρίαμβος” σχετικά με την “πρώτη γυναίκα Πρόεδρο της Δημοκρατίας”, ή, μεθαύριο, με κάποια συμφωνία για μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων, και καμία επίκληση συναίνεσης, δεν θα μπορέσουν να εξισορροπήσουν κάποιες εκρηκτικές καταστάσεις.

Μακάρι να μην συμβούν. Δυστυχώς, πολλοί τα προβλέπουν και τα φοβούνται. Και στα καφενεία αυτή είναι η συζήτηση. Και τότε δεν θα μετρούν ορισμένοι τα “λάθη” τους. Θα είναι τα “λάθη” που θα “μετρούν” τους ίδιους.

Σ.Κ

About Author