Σεραφείμ Κοτρώτσος: Ανάπτυξη, αλλά με ποιους; Το εθνικό στοίχημα μετά τον Αύγουστο

Τελειώνει η κρίση τον Αύγουστο; Στο ερώτημα αυτό, ανεξαρτήτως κομματικής απόχρωσης, σχεδόν όλοι δίνουν την ίδια απάντηση. Όχι. Ακόμα και ο Αλέξης Τσίπρας, που έχει ένα εκατομμύριο λόγους να εξωραϊζει την κατάσταση για να εισπράξει όσο το δυνατόν περισσότερα οφέλη για την έξοδο από τα μνημόνια μετά την οκταετή κοινωνική και οικονομική “Οδύσσεια”, εξηγεί συνεχώς πως “τελειώνουν τα μνημόνια, όχι (ακόμα) η κρίση”.

Η διαπίστωση είναι άκρως λογική και δεν πρέπει να το ξεχνάμε.

Σε μια Ευρωζώνη που ταλαντεύεται ανάμεσα στην ορατή και ανησυχητική επιβράδυνση της γερμανικής οικονομίας και την πτώση της βιομηχανικής της παραγωγής ( εδώ ) , την διεθνή ταραχή που προκαλεί η στάση του Ντόναλντ Τραμπ σχετικά με το διεθνές εμπόριο (που προκάλεσε, άλλωστε, και το φιάσκο στη Σύνοδο των G7 ), και, φυσικά, την επικίνδυνη αστάθεια στην Ιταλία και την Ισπανία (3η και 4η οικονομία της Ευρώπης), η ελληνική οικονομία που ασθμαίνουσα εξέρχεται από την “μηχανική υποστήριξη” τριών προγραμμάτων διάσωσης δεν είναι καθόλου βέβαιο πως μπορεί να ελπίζει (μόνο) στο “θαύμα των αγορών”.

Οι δανειστές επιθυμούν να κλείσουν πολιτικά τον ζοφερό ελληνικό κύκλο. Λογικό. Όταν έχεις μια αρκετά ασταθή κυβέρνηση (Πέδρο Σάντσεθ) στη Μαδρίτη και ένα αλλοπρόσαλλο μπλοκ ακροδεξιάς και λαϊκιστών στη Ρώμη και όταν έχεις κρύψει αρκετά “σκουπίδια” από τα δομικά προβλήματα του χρηματοπιστωτικού τομέα κάτω από τα κόκκινα χαλιά των Βρυξελλών και της Φραγκφούρτης, το τελευταίο που μπορεί να αφήνεις να σε προβληματίζει είναι η Ελλάδα.

Το πιθανότερο είναι πως ο Αλέξης Τσίπρας θα εξασφαλίσει μία έντιμη έξοδο από τα μνημόνια και μια επαρκή (για τώρα) ελάφρυνση του ελληνικού χρέους. Με λίγη καλή τύχη -που πάντοτε χρειάζεται εάν σκεφτεί κανείς πόσο εύκολα επηρεάζονται οι διεθνείς αγορές- θα κατορθώσει να πορευτεί σε ένα ρευστό αλλά σχετικά ελεγχόμενο μεταμνημονιακό πεδίο. Αρκεί, βεβαίως, να σταθεί εφικτό να εξισορροπήσει τις δημοσιονομικές του επιτυχίες με ένα αναπτυξιακό σκέλος που θα πείθει και τις αγορές και την κοινωνία. Τα πρώτα δείγματα γραφής, χωρίς να είναι αρνητικά, δεν δημιουργούν (ακόμα) την μέγιστη δυνατή ασφάλεια, αλλά οφείλει κανείς να παραδεχθεί πως οι προθέσεις υπάρχουν και ο σχεδιασμός προς αυτή την κατεύθυνση οδηγεί.

Εκείνο το οποίο δεν έχει απαντηθεί ακόμα επαρκώς είναι το “τι ανάπτυξη” και “με ποιους”.

Η Ελλάδα εισήλθε στα μνημόνια με μια υψηλή (για τον μέσο ευρωπαϊκό όρο) ανεργία, περίπου 11-12%, και έφθασε, το 2014, πάνω από 28%, με την ανεργία στους νέους πάνω από 50%! Για να καταστεί πλήρως κατανοητό, η ελληνική οικονομία (ιδιωτικός τομέας) έχασε μέσα στα τρία- τέσσερα πρώτα χρόνια των μνημονίων περίπου 1.000.000 εργαζόμενους.

Οι προβλέψεις -με βάση τα στοιχεία του Μαρτίου- δείχνουν ότι η ανεργία βαίνει δραστικά μειούμενη (20,1%), με προοπτική του χρόνου να πέσει ακόμα και στο 17%, και το 2022 στο 14%. Αυτό σημαίνει πως δώδεκα χρόνια μετά την υπαγωγή στο πρώτο μνημόνιο η ελληνική οικονομία δεν θα έχει κατορθώσει να ανακτήσει το εργατικό δυναμικό που έχασε. Εάν συνυπολογίσει κανείς πως το νέο εργατικό δυναμικό θα έχει, σε ένα μεγάλο μέρος του, μερική και όχι πλήρη απασχόληση, το πρόβλημα είναι ακόμα πιο ευκρινές. Επιπλέον, ο ενεργός πληθυσμός της χώρας ανέρχεται στα 3.674.000 άτομα, όταν άνεργοι (περίπου 1.130.000) και συνταξιούχοι είναι αρκετά περισσότεροι. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat μόνο το 58% των Ελλήνων μεταξύ 20-64 ετών έχει κάποιας μορφής απασχόλησης, όταν ο μέσος όρος στην Ε.Ε είναι 72% (πολύ ενδιαφέρον επ’  αυτού ήταν το άρθρο του καθηγητή Γ. Παγουλάτου στην “Καθημερινή”).

Άρα, πρέπει άμεσα να προσδιοριστεί το πλαίσιο της επιδιωκόμενης ανάπτυξης. Εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε μόνο στον τουρισμό (ευάλωτος ούτως ή άλλως στις διεθνείς συνθήκες), ούτε, φυσικά, στην προσδοκία των ξένων επενδύσεων.

Η κυβέρνηση (και κάθε κυβέρνηση εφεξής) έχει να αντιμετωπίσει ένα κρίσιμο στοίχημα. Η ανάπτυξη απαιτεί εξειδικευμένο τεχνικό και επιστημονικό προσωπικό. Η Ελλάδα έχασε ένα σπουδαίο “απόθεμα” ικανών και ως επί το πλείστον νέων ανθρώπων, στα χρόνια της κρίσης, που κατά ορισμένες εκτιμήσεις φθάνει τους 450.000 ανθρώπους. Αυτό σημαίνει, παράλληλα, και απώλεια μία μεγάλης “εσωτερικής επένδυσης” που έγινε όλα τα προηγούμενα χρόνια από το κράτος και τις ελληνικές οικογένειες για τις σπουδές και την εξειδίκευση αυτών των ανθρώπων που έφυγαν στο εξωτερικό εξαιτίας της υπερδιόγκωσης της ανεργίας και της ισοπεδωτικής ψυχολογίας που συνδυάστηκε με τον κίνδυνο του Grexit.

Ανάπτυξη χωρίς ανάκτηση μέρους αυτού του κοινωνικού και οικονομικού κεφαλαίου είναι δύσκολο να υπάρξει. Η κυβέρνηση οφείλει να δημιουργήσει άμεσα τις συνθήκες ώστε να απευθύνει πρόσκληση στους “μετανάστες της κρίσης” να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Οι συνθήκες αφορούν εργασία, αμοιβές και φορολογία. Το εγχείρημα είναι εξαιρετικά δύσκολο για μια Ελλάδα που παρά την κρίση δεν έχει ακόμα αντιμετωπίσει αρκετές από τις δυσλειτουργίες στη διοίκηση και το επιχειρείν. Ο στόχος, όμως, πρέπει να είναι αυτός. Και η ανάγκη συνεννόησης των πολιτικών δυνάμεων σε αυτό είναι περισσότερο από αναγκαία και υπερβαίνει την θητεία της παρούσας κυβέρνησης. Χρειάζεται προσοχή. Ούτε να υποστηρίζουν κάποιοι πολιτικοί στο εξωτερικό ότι “η Ελλάδα δεν θα τα καταφέρει” (!), ούτε να επαίρεται κανείς ότι “όλα τα άσχημα έχουμε τελειώσει”…

Διαβάστε κι αυτό: BRAIN GAIN: THE UPSIDE OF LOSING TALENT ABROAD

About Author