Bancassurance: Στροφή των Τραπεζών στην… ασφάλεια

«Σήμερα, ένα πολύ μικρό δυναμικό των τραπεζικών καταστημάτων ασχολείται με τα δάνεια, ενώ αντίθετα το μεγαλύτερο ενδιαφέρον μας εστιάζεται στο κατά πόσο θα μπορέσουμε να πουλήσουμε υπηρεσίες, από τις οποίες θα εισπράττουμε προμήθειες χωρίς να διακινδυνεύουμε». Αυτά δηλώνει στο Euro2day.gr διευθυντής τραπεζικού καταστήματος, σε μια προσπάθειά του να περιγράψει τη νέα τάση που διαμορφώνεται.

Δεν είναι τυχαίο ότι πρόσφατα η Τράπεζα Πειραιώς ξεκίνησε τηλεοπτική καμπάνια, η οποία καλεί τον κόσμο να επισκεφτεί το κατάστημα της γειτονιάς του προκειμένου να ενημερωθεί για τα συμβόλαια των συνεργαζόμενων ασφαλιστικών εταιρειών -ERGO και NN- του χρηματοπιστωτικού ομίλου.

Έμφαση στο bancassurance βέβαια επιδεικνύουν και οι άλλες τράπεζες. Μάλιστα, μετά την επικείμενη πώληση της Εθνικής Ασφαλιστικής, δεν θα υπάρχει τράπεζα στην Ελλάδα που να διαθέτει πλειοψηφική συμμετοχή σε ασφαλιστική εταιρεία, άρα το bancassurance θα σημαίνει για τις τράπεζες την πώληση προϊόντων, τον κίνδυνο των οποίων δεν αναλαμβάνει ο όμιλος.

Στέλεχος άλλης συστημικής τράπεζας δηλώνει πως «αυτή την περίοδο έχουμε θέσει ως στόχο την πώληση προπληρωμένων καρτών και προγραμμάτων ασφάλισης καρτών αναλήψεων και κατ’ επέκταση τσαντών και πορτοφολιών των πελατών».

Και φυσικά, όλες οι τράπεζες δίνουν μάχες προκειμένου να κερδίσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς στα μηχανάκια ηλεκτρονικών πωλήσεων (POS), που αυξάνονται αλματωδώς, ιδίως μετά την επιβολή των capital controls και τις τελευταίες νομοθετικές παρεμβάσεις.

Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των κινήσεων είναι ότι οι τράπεζες διαθέτουν προϊόντα (είτε αυτά είναι προπληρωμένες κάρτες, είτε ασφαλιστικά συμβόλαια) από τα οποία εισπράττουν προμήθειες χωρίς να διακινδυνεύουν, ενώ το ίδιο συμβαίνει και με τα «μηχανάκια POS» (έσοδα προμήθειας επί της συναλλαγής σε κάθε είσπραξη του συνεργαζόμενου καταστηματάρχη ή ελεύθερου επαγγελματία από τους πελάτες του).

Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι οι τράπεζες δίνουν δάνεια με το σταγονόμετρο (διατήρηση αρνητικής πιστωτικής επέκτασης προς τον ιδιωτικό τομέα από το 2011 έως και το πρώτο τετράμηνο του 2017) δεν οφείλεται μόνο στην κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα, η οποία χαρακτηρίζεται από έλλειμμα καταθέσεων και μεγάλα ποσά μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Χαρακτηριστικά είναι τα όσα υποστηρίζει τραπεζικό στέλεχος μιλώντας στο Euro2day.gr: «Οι τράπεζες θα εξακολουθήσουν να είναι ιδιαίτερα προσεκτικές στις χορηγήσεις τους ακόμη και μετά την άρση των capital controls, ακόμη και μετά την επιστροφή μεγάλου μέρους των καταθέσεων από τα «στρώματα» και το εξωτερικό. Όχι μόνο γιατί το υπάρχον άνοιγμα προς τον «θεωρητικά» βραχυπρόθεσμο μηχανισμό του ELA θα πρέπει να κλείσει, αλλά και γιατί σε διεθνές επίπεδο, οι εποπτικές αρχές θα σκληρύνουν τους όρους και θα ανεβάσουν τα ελάχιστα όρια των απαιτούμενων συντελεστών κεφαλαιακής επάρκειας.

Η διαδικασία αυτή θα εμποδίζει τις τράπεζες να ακολουθήσουν επιθετική πολιτική χορηγήσεων στο μέλλον και θα περιορίσει την αποδοτικότητα των αυξημένων ιδίων κεφαλαίων που θα απαιτούνται.

Και μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, οι τραπεζίτες θα έχουν μόνο δύο τρόπους προκειμένου να ανταποκριθούν στις αυξημένες απαιτήσεις των εποπτικών αρχών και παράλληλα να αντιμετωπίσουν τις πιέσεις των μετόχων τους που ζητούν κερδοφορία και αποδόσεις: Ο πρώτος τρόπος είναι η έμφαση στις δραστηριότητες που αποφέρουν είσπραξη προμηθειών, ενώ τον κίνδυνο θα τον αναλαμβάνουν τρίτοι. Και ο δεύτερος σχετίζεται με τη μεγάλη υποχώρηση του λειτουργικού τους κόστους. Στο τελευταίο, σημαντικό ρόλο καλούνται να παίξουν και οι νέες τεχνολογίες.

Δεν είναι τυχαίο το ότι οι ελληνικές τράπεζες κινούνται σήμερα και προς τις δύο κατευθύνσεις και κυρίως προς τη δεύτερη μέσα από το κλείσιμο καταστημάτων, τον περιορισμό του αριθμού των εργαζομένων και το ψαλίδισμα των αποδοχών κυρίως στα μεσοανώτερα επίπεδα».

ΠΗΓΗ: euro2day.gr

About Author