Ο Τσίπρας και οι “κλαίοντες” της Κουμουνδούρου…

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

Η “αντιστοίχιση” είναι η λέξη-κλειδί που ακούγεται ολοένα και περισσότερο στα γραφεία της Κουμουνδούρου τις τελευταίες μέρες. Δεν είναι καινούριο πρόβλημα, γίνεται, ωστόσο, επιτακτικότερο, με τον ΣΥΡΙΖΑ στην αξιωματική αντιπολίτευση.

του ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΚΟΤΡΩΤΣΟΥ

Ορισμένα στελέχη του ασκούνται εσχάτως στο να μετρούν τις μέρες της διακυβέρνησης Μητσοτάκη. “Σαράντα εννιά μέρες #κυβέρνηση Ν.Δ”, έγραφαν στους λογαριασμούς τους στα social media. Είναι προφανές πως με αυτή την προσέγγιση δεν ξορκίζεται η ηγεμονία που αποκτά ο Κυριάκος Μητσοτάκης στους πολιτικούς συσχετισμούς και στα media. Μακάριοι οι κλαίοντες αλλά μακαριστοί οι κυβερνώντες”, έγραψε κάποιος και έχει δίκιο.

Το 31,5% των εκλογών του Ιουλίου θα μπορούσε να είναι μια εξαιρετική αφετηρία. Μπορεί, όμως, και να αποδειχθεί ένα “κατόρθωμα” συγκυριακό εάν δεν γίνουν οι αναγκαίες κινήσεις.

Πρώτα, οι ένοικοι της Κουμουνδούρου πρέπει να κατανοήσουν και (αρκετοί) να αποδεχθούν πως αυτό το ποσοστό είναι κυρίως “επίτευγμα Τσίπρα” και πολύ λιγότερο κάποιο επίμονο ρεύμα υπέρ ενός κόμματος που ακόμα δεν έχει αποδεχθεί την μοίρα του ότι θα κυβερνά εναλλακτικά με τη Ν.Δ.

Για να επικαλείσαι το νέο διπολισμό πρέπει να πιστέψεις, άλλωστε, πως είσαι ένας εκ των δύο πόλων των νέων πολιτικών συσχετισμών στη χώρα. Και για να είσαι πόλος, μακροχρόνια και ακλόνητα, πρέπει να διαμορφωθούν συνθήκες παράταξης.

Το παράδειγμα της Ν.Δ είναι εξαιρετικά χρήσιμο. Ως κόμμα χρεώνεται με την πτώχευση της χώρας το 2009, την διολίσθηση από την αντιμνημονιακή ρητορική στην υπήρέτηση ενός σκληρού προγράμματος με ύφεση, φτώχεια και ανεργία. Παρόλα αυτά κατόρθωσε να διατηρήσει τη συνοχή της παράταξης και με την ηγεσία Μητσοτάκη να διευρύνει τα ερείσματά της προς τα δεξιά και προς το κέντρο. Δεν εξαϋλώθηκε όπως το ΠΑΣΟΚ, τουναντίον παρέμεινε ο ισχυρός δεύτερος παίκτης που έγινε (με το πλήρωμα του χρόνου) πρωταγωνιστής.

Ο Αλέξης Τσίπρας φαίνεται πως έχει κατανοήσει πλήρως που βρίσκεται το νέο πολιτικό “Ελ Ντοράντο”. Αξιοποίησε τη Συμφωνία των Πρεσπών για να υλοποιήσει την διεύρυνση προς την κεντροαριστερά και την έξοδο από τα μνημόνια για να πείσει στο εσωτερικό και το εξωτερικό ότι θέλει και μπορεί να διαχειριστεί την οικονομία με ευρωπαϊκούς όρους.

Όμως, δεν αρκεί αυτό. Οι εσωτερικές φυγόκεντρες δυνάμεις που διεκδίκησαν ρόλο κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης παραμένουν “ετοιμοπόλεμες”.

Η σκληρή αντιπολίτευση είναι αναμφίβολα ένα από τα πράγματα που οφείλει να κάνει. Και κοινοβουλευτικά έχει αποδείξει πως μπορεί.

Πρέπει, ωστόσο, να κινηθεί και προς την κοινωνία. Είναι χαρακτηριστική η επιμονή του, τις τελευταίες μέρες, να συζητά το θέμα της νεολαίας. Κόμμα εξουσίας με ανύπαρκτη νεολαία δεν γίνεται. Στα πανεπιστήμια και στα κινήματα ο ΣΥΡΙΖΑ του 31,5% εξατμίζεται και παραμένει εκείνο το μικρό πολιτικό υποκείμενο του 4%. 

Στις νεότερες ηλικίες το εκλογικό αποτέλεσμα τον έφερε πρώτο κόμμα. Όμως, όταν φθάνει η ώρα της συμμετοχής, ελάχιστοι από τους νέους που τον ψήφισαν μπαίνουν στην μάχη. Το ίδιο περίπου συμβαίνει και στον συνδικαλισμό και στους κοινωνικούς φορείς. Είναι παράδοξο να έχεις, ως κόμμα, ενσωματώσει περίπου το μισό ΠΑΣΟΚ και το αντιφατικό ΚΙΝ.ΑΛ να εξακολουθεί να έχει μεγαλύτερη επιρροή σ’ αυτούς τους χώρους.

Αντιστέκονται ορισμένοι θεωρώντας πως το σχέδιο ανασυγκρότησης του Τσίπρα θα διαταράξει τη νιρβάνα της δήθεν αριστερής καθαρότητας.Και δεν βλέπουν πως η Ξενογιαννακοπούλου, ο Ραγκούσης και άλλοι “παίζουν μπάλα” καλύτερα από κάποιους “σοφούς” της ριζοσπαστικής Αριστεράς.Κυνικό αλλά ακριβές.

Ακόμα και η επιρροή νέων προσώπων που επελέγησαν, όπως ο Χαρίτσης, η Αχτσιόγλου, ο Τζανακόπουλος, ο Παππάς κ.ά, είναι αναμφίβολα σημαντικότερη από εκείνη των στελεχών με “βαρύτερο” όνομα  που δεν μπορούν να αντιληφθούν τις νέες γραμμές αμύνης και τα σημεία αντεπίθεσης.

Επίσης, κόμμα εξουσίας με 30.000 μέλη πανελληνίως δεν έχει τύχη. Ο στόχος να αυξηθούν στις 180.000 ίσως είναι εφικτός. Όχι, όμως, μόνο ως στόχος του ΣΥΡΙΖΑ αλλά ως πρόσκληση του ίδιου του Τσίπρα σε ένα νέο πολιτικό υποκείμενο με σαφή χαρακτηριστικά παράταξης. Όπου θα χωρούν όλοι αλλά θα το εκπροσωπούν καλύτερα εκείνοι που αντιλαμβάνονται τις νέες μάχες.

Παράδειγμα: Η κλιματική αλλαγή, το θέμα που συγκλονίζει παγκοσμίως και υποκινεί την ανοδική δυναμική των “Πρασίνων” στην Ευρώπη, δεν είναι δυνατό να το εκπροσωπήσει ο παλαιός ΣΥΡΙΖΑ με τις ευκαιριακές συμμαχίες με την “μουχλιασμένη” Οικολογία. Νέες συνθήκες, νέο προγραμματικό πλαίσιο, νέοι άνθρωποι απαιτούνται για να κερδηθεί εκείνο το κομμάτι της κοινωνίας -περισσότερο οι νεότερες ηλικίες- που αντιλαμβάνονται τον κόσμο που αλλάζει.

Ακόμα, ο ΣΥΡΙΖΑ λόγω του Τσίπρα απέκτησε μια ευρωπαϊκή παρουσία που γοήτευσε σοσιαλδημοκράτες και φιλελεύθερους. Αυτή την παρουσία δεν πρέπει να την εγκαταλείψει και να κλειστεί στα στενόχωρα γραφεία της Κουμουνδούρου. Ο δημοφιλής στην Ευρώπη Τσίπρας που διεκδικεί ακόμα και το Νόμπελ Ειρήνης για τις Πρέσπες οφείλει να κινείται με την ίδια ευκολία στο Διδυμότειχο και στις Βρυξέλλες. Να ξαναβρεθεί στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, να διεκδικήσει ακόμα σημαντικότερο ρόλο στους Ευρωπαίους Σοσιαλιστές, να συνομιλήσει με τους “Πράσινους”, να διατηρήσει την επιρροή του στις γεωπολιτικές συμμαχίες τις οποίες σε μεγάλο βαθμό διαμόρφωσε.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα έχει, εκ των πραγμάτων, μια ανενόχλητη περίοδο κάποιων μηνών. Τα media τον αντιμετωπίζουν θετικά, η επιχειρηματική ελίτ περιμένει πολλά απ΄ αυτόν, οι Ευρωπαίοι και οι ΗΠΑ θα τον αποδέχονται και θα τον στηρίζουν όσο συνεχίζει τις πολιτικές ένταξης της Ελλάδας στους νέους διεθνείς συσχετισμούς. Σημαντική κίνηση, άλλωστε, η ήπια προσαρμογή του στον σχεδιασμό των Πρεσπών για τη Βόρεια Μακεδονία και τα Δυτικά Βαλκάνια- κι ας φωνάζουν οι κήνσορες της δεξιάς της Δεξιάς…

Η πολιτική μάχη, λοιπόν, του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα κριθεί στην μανιχαϊστική προσέγγιση του πόσο “κακός” είναι ο Μητσοτάκης. Κανένα εκλογικό σώμα δεν απορρίπτει γρήγορα την επιλογή που έκανε. Απαιτείται χρόνος, πολλά λάθη και, επίσης, αξιόπιστη εναλλακτική λύση διακυβέρνησης.

Στην Κουμουνδούρου θυμώνουν αρκετοί όταν ακούνε πως ο ΣΥΡΙΖΑ είναι, κυρίως, Τσίπρας. Δυστυχώς, γι αυτούς, αυτή είναι η αλήθεια. Εάν αφήσουν ελεύθερο χώρο στο πολιτικό τους “ατού” να μεταβάλει το κόμμα σε παράταξη και να αξιοποιήσει την κληρονομιά του 31,5% έχει καλώς. Εάν δεν το πράξουν είναι καλύτερο να αποτραβηχθούν. Η ιστορία απέδειξε, άλλωστε, πως ο Τσίπρας ξεπέρασε σχεδόν ανώδυνα την διάσπαση του καλοκαιριού του 2015…

Share.

About Author