Ιούλιος 2019: Η Αριστερά σε κρίσιμο σταυροδρόμι

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

«Υπάρχουν ήττες που ισοδυναμούν με νίκες, και υπάρχουν νίκες που είναι πιο μοιραίες από τις ήττες. Οι νικημένοι σήμερα, θα γίνουν αύριο νικητές, γιατί η ήττα έγινε γι’ αυτούς μάθημα». Καρλ Λίμπκνεχτ (*)

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΛΟΥΜΕΝΟΥ *

 

Μεγάλο «σχολείο» και «όπλο» για την Αριστερά είναι η αυτοκριτική. Όχι για να κλείνεται στο καβούκι της, να γίνεται εσωστρεφής, και να μετατρέπεται σε «σέχτα» συζητήσεων και ομφαλοσκόπησης. Αλλά, αντίθετα, πρέπει να παίρνει τα «μαθήματά» της από τις ήττες της, να βγάζει τα συμπεράσματά της, και, με τον πλούτο της γνώσης και της εμπειρίας της, όσο οδυνηρή κι’ αν είναι αυτή πολλές φορές, να προχωράει μπροστά, με στόχο τη νίκη.

Ωστόσο, μετά τη μεγάλη τακτική ήττα που υπέστη η ελληνική «κυβερνώσα Αριστερά» στις πρόσφατες Ευρωεκλογές, και την ακόμα μεγαλύτερη ήττα στις Περιφερειακές και τις Δημοτικές εκλογές, παραμένει ακόμα ερώτημα εάν η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ έχει πάρει το «μήνυμα», έγινε «σοφότερη» και εάν είναι διατεθειμένη να αλλάξει ρηξικέλευθα τις πρακτικές και πολιτικές της σε πολλά κρίσιμα μέτωπα. Όμως, ο εκκωφαντικός ψίθυρος πολλών πρωτοκλασάτων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ που φέρονται να τα ρίχνουν όλα στον «ανώριμο» και «αχάριστο» λαό που δεν εκτίμησε δεόντως την κυβερνητική πολιτική, αυξάνει τις υποψίες ότι σημαντική μερίδα του στελεχικού δυναμικού και της κυβέρνησης, είτε δεν κατάλαβε, είτε αρνείται να αντιληφθεί τι έχει συμβεί. Πολύ περισσότερο, να κοιτάξει στον καθρέφτη με διάθεση ουσιαστικής, αυτοκριτικής. Κάτι που παραδοσιακά, ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές της πολιτικής δράσης της, έπραττε η ελληνική Αριστερά.

Τακτική ή στρατηγική ήττα;

Όπως και να’ χει, σήμερα, ενόψει μιας από τις κρισιμότερες εκλογικές αναμετρήσεις για την Αριστερά, κρίνεται εάν η ονομαζόμενη «κυβερνητική Αριστερά» θα συνεχίσει να υπάρχει, ή, εάν θα υποθηκευτεί το μέλλον της, με αποτέλεσμα, συνολικά η Αριστερά, να μείνει στο περιθώριο και να χρειαστεί πολλά χρόνια προκειμένου να διεκδικήσει και πάλι τη συμμετοχή της και πολύ περισσότερο τη διεύθυνση μιας κυβέρνησης. Μια καινούργια ταπεινωτική ήττα της Αριστεράς, εύκολα μπορεί να σημάνει στρατηγική ήττα. Ήττα όχι μόνο ως διαχειριστική δύναμη, αλλά βαθιά στον ιδεολογικό-πολιτικό πυρήνα της.

Βέβαιον είναι ότι στις Ευρωεκλογές οι ψηφοφόροι έστειλαν κατ’ αρχήν ηχηρό μήνυμα κούρασης και δυσαρέσκειας για τον τρόπο και το ύφος της διακυβέρνησης. Η ψήφος, ως όλα δείχνουν δεν ήταν «φιλομητσοτακική», αλλά μάλλον «αντισυριζική». Μένει να αποδειχτεί εάν και οι εθνικές εκλογές του επόμενου μήνα, θα κινηθούν στο ίδιο μήκος κύματος ή θα αναστραφεί σε μικρό ή μεγάλο βαθμό το υπάρχον κλίμα. Αν, δηλαδή, σημαντική μερίδα των δυσαρεστημένων ψηφοφόρων που είτε απείχαν, είτε ψήφισαν μικρά κόμματα, θα επιστρέψουν στον ΣΥΡΙΖΑ. Κάτι που έχει πιθανότητες καθότι στις εκλογές υπάρχει και το κίνητρο του φόβου που εμπνέει η νεοφιλελεύθερη πολιτική λιτότητας την ηγεσία της ΝΔ, σε συνδυασμό με την –συχνά- ακροδεξιά συνθηματολογία της.

Σίγουρο είναι ότι με μια ίσχυρη ΝΔ και έναν αποδυναμωμένο ΣΥΡΙΖΑ και τις συμμαχικές δυνάμεις του, ανοίγει ο δρόμος για την παλινόρθωση του σκληρού κράτους της Δεξιάς, και της μετατροπής της χώρας σε φέουδο της «Αγίας οικογένειας», των μεγάλων διαπλεκόμενων συμφερόντων που στηρίζουν τη σημερινή ηγεσία της ΝΔ, καθώς και των αντιδραστικών κύκλων στο «βαθύ κράτος», οι οποίοι επί τέσσερα χρόνια τώρα καραδοκούσαν για να πάρουν εκ νέου –«κληρονομικώ δικαίω», όπως θεωρούν οι ίδιοι- τα οφίτσια και την εξουσία στα χέρια τους.

Ως εκ τούτου, η διατήρηση των δυνάμεων της Αριστεράς στο σύνολό της σε υψηλά επίπεδα κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης, είναι επιβεβλημένη, διότι, εκτός των άλλων, θα λειτουργήσει ως ανάχωμα στις νεοφιλελεύθερες, αντιλαϊκές πολιτικές που σχεδιάζονται. Ακόμα περισσότερο, η αποτυχία της ΝΔ να εξασφαλίσει αυτοδυναμία στις εθνικές εκλογές, θα αποτελέσει σημαντικό πλήγμα στα σχέδια των δυνάμεων που επιδιώκουν την μακρόχρονη επανάκαμψή τους.

Αιτίες της ήττας

Στις τελευταίες Ευρωεκλογές, ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε, σε σχέση με τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015, ένα εκατομμύριο ψηφοφόρους (!) και σε σχέση με τον Σεπτέμβριο του 2015, τον εξίσου μεγάλο αριθμό των 700. 000. Αναλυτικότερα, τώρα έλαβε 1.238.014 ψήφους, ενώ τον Σεπτέμβριο του 2015 είχε λάβει 1.926.526, και στις εθνικές εκλογές του Ιανουαρίου του 2015, 2.245.978 ψηφοφόρους. Στις εθνικές εκλογές του Μαΐου του 2012, όταν έκανε το πρώτο του μεγάλο εκλογικό άλμα, είχε πάρει 1.061.265 ψήφους.

Αντίθετα, η Νέα Δημοκρατία έλαβε στις τελευταίες Ευρωεκλογές 1.873.080 ψήφους, ενώ στις Ευρωεκλογές του 2014 είχε πάρει 1.298.948 (περίπου +600.000) και στις εθνικές εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015 είχε λάβει 1.526.205. Άρα, τώρα εισέπραξε επιπλέον περίπου 350.000. Πολλοί εξ’ αυτών είναι Νεοδημοκράτες που είχαν στο παρελθόν ψηφίσει άλλα κόμματα ή απείχαν, ή είχαν ψηφίσει ακόμα και ΣΥΡΙΖΑ, καθώς και αρκετοί νεοεισερχόμενοι ψηφοφόροι.
Εύλογα, λοιπόν, προκύπτει το ερώτημα: Που πήγαν οι ψήφοι που έχασε ο ΣΥΡΙΖΑ; Εκτιμάται, στην αποχή και σε άλλα μικρότερα κόμματα.

Εξίσου σημαντικό είναι ότι, με εξαίρεση τη ΝΔ, όλα τα κόμματα, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς τους, έπεσαν στις πρόσφατες ευρωεκλογές. Πολύ περισσότερο, το ΚΙΝΑΛ δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι ανέβηκε, αφού τα ποσοστά που συγκέντρωσε, είναι κατώτερα από εκείνα των Ευρωεκλογών του 2014.

Ορισμένες από τις αιτίες που οδήγησαν την κυβέρνηση σε ήττα εκτιμάται ότι ήταν οι εξής:

1.Ο διαλυτικός ρόλος του «συγκυβερνήτη» του ΣΥΡΙΖΑ, Πάνου Καμμένου.

Ειδικότερα, με την τακτική που ακολούθησε:
α) Μείωσε το κύρος της κυβέρνησης.
β) Έδειξε ότι η κυβέρνηση είναι εγκλωβισμένη σε μια ετερόκλητη και «παρά φύση» συμμαχία, από την οποία δεν μπορεί να βρει διέξοδο.
γ) Έπληξε σημαντικά το αρχηγικό προφίλ του Α.Τσίπρα, πόσο μάλλον τη στιγμή που ο πρωθυπουργός προωθούσε την «προσωποκεντρική» εικόνα της κυβέρνησης. Κάτι που εκδηλώθηκε ακόμα περισσότερο κατά την προεκλογική περίοδο.

2.Η «Πολακιάδα» ενίσχυσε την εντύπωση ότι στην κυβέρνηση κυριαρχεί ο κανόνας της «ατιμωρησίας».

Ακόμα χειρότερα, ο ΣΥΡΙΖΑ ανήγαγε το θέμα Πολάκη σε «ψήφο εμπιστοσύνης» για την κυβέρνηση, αλείφοντας έτσι βούτυρο στην επικοινωνιακή τακτική της Νέας Δημοκρατίας. Αποτέλεσμα; Επί τρείς ημέρες να συζητάται το θέμα Πολάκη – Κυμπουρόπουλου στη Βουλή. Τελικός απολογισμός; Εξαιτίας των σωστών μεν παρατηρήσεων Πολάκη, που τις εξέφρασε όμως με ατυχή τρόπο, ο ΑΜΕΑ υποψήφιος της ΝΔ για την Ευρωβουλή, Στέλιος Κυμπουρόπουλος, αναδείχτηκε πρώτος σε ψήφους στο ευρωψηφοδέλτιό της ΝΔ, αλλά και συνολικά, συγκεντρώνοντας περισσότερες ψήφους ακόμα και από τον επικεφαλής του ψηφοδελτίου της ΝΔ, Βαγγέλη Μεϊμαράκη.

3.Υποτίμηση του αντιπάλου.

Ο κατά κοινή ομολογία μέτριος έως κακός για πολιτικός ηγέτης, Κυριάκος Μητσοτάκης, παρά τις προόδους που είχε κάνει τα τελευταία χρόνια προς ενίσχυση του προφίλ του ως πολιτικού αρχηγού, αντικειμενικά υπολειπόταν του Α.Τσίπρα. Ωστόσο, η υπεροψία με την οποία τον αντιμετώπισε η ηγεσία του μεγάρου Μαξίμου, αποδείχτηκε ο χειρότερος σύμβουλος και γύρισε μπούμερανγκ εναντίον της. Ενδεικτικό της υποτίμησης του «Κούλη», όπως έλεγαν άπαντες τον αρχηγό της ΝΔ, είναι η φράση του πρωθυπουργού, σε συνέντευξή του στην τηλεόραση (!), ότι «εγώ από αυτόν δεν χάνω ούτε μια στο εκατομμύριο».

4.Ο πρωθυπουργός περιστοιχιζόταν από μια ομάδα, στην οποία, όπως αποδείχτηκε, το στίγμα έδιδαν σύμβουλοι, επιπόλαιοι, επιφανειακοί και αλαζόνες.

Αδυνατώντας να πιάσει αυτή η ομάδα τον σφυγμό του λαού, αποκομμένη στο «γυάλινο παλάτι» του μεγάρου Μαξίμου, και αποψιλωμένη από ικανούς, παρά τα όποια χαρισματικά χαρακτηριστικά του Α.Τσίπρα ως πολιτικός, γινόταν δέκτης μιας διαστρεβλωμένης εικόνας που του μετέφερε το «περιβάλλον» του. Για τη συγκεκριμένη ομάδα, όλα ήταν θετικά, ενώ η νίκη ήταν δεδομένη. Τελικά, αποδείχτηκε ότι τον πήραν στο λαιμό τους. Παρά ταύτα, η μόνη αλλαγή που έγινε μετά την επώδυνη ήττα των Ευρωεκλογών, ήταν η απομάκρυνση της εταιρείας δημοσκοπήσεων και δημοσίων σχέσεων που δούλευε για το μέγαρο Μαξίμου, ενώ επί της ουσίας τομές στο επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ δεν έγιναν. Οψόμεθα, μετεκλογικά.

5.Πραγματοποιήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση, αποσπασματικά και με κακή επιλογή προσώπων, το άνοιγμα προς τις ευρύτερες δυνάμεις της δημοκρατικής παράταξης.

Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για «τσιμπολογήματα» ορισμένων «ορφανών του Σημίτη», καθώς και ομάδων και προσώπων που μικρή επιρροή είχαν στον χώρο της δημοκρατικής παράταξης. Έτσι, στάθηκε αδύνατος και ο διεμβολισμός του ΚΙΝΑΛ.

6.Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσε να απλώσει τις ρίζες του στην κοινωνία. Στα συνδικάτα, την Τοπική Αυτοδιοίκηση, γενικότερα στους μαζικούς χώρους.

Κάτι που φάνηκε και από τα αποτελέσματα στις Δημοτικές – Περιφερειακές εκλογές, αλλά και στις αρχαιρεσίες σε πολλά συνδικάτα. Περιορίστηκε στα κέρδη που του έδινε η κεντρική πολιτική σκηνή. Επιπλέον, το κόμμα δεν ανασυγκροτήθηκε υπό τις νέες κυβερνητικές συνθήκες, και έτσι μετατράπηκε σε «νεκρό σώμα», με αποτέλεσμα σήμερα να είναι άκρως αμφίβολο εάν λειτουργούν έστω και στοιχειωδώς οι κομματικές οργανώσεις βάσης, τις οποίες επικαλείται η ηγεσία του για να δικαιολογήσει την απόρριψη της συνεργασίας με το ΠΡΑΤΤΩ.

7. Οι κινήσεις της κυβέρνησης χαρακτηρίζονταν από τακτικισμούς για πρόσκαιρα πολιτικά οφέλη, και «οικονομισμό».

Ειδικά, ως προς το δεύτερο, θεωρούσαν ότι, πετυχαίνοντας τη μη περικοπή των συντάξεων, καθώς και την παροχή επιδομάτων και της ονομαζόμενης «13ης σύνταξης», έχουν εξασφαλίσει την εκλογική επιτυχία. Τελικώς, αποδείχτηκε λάθος εκτίμηση. Ο τρόπος, δε, που δόθηκε η «13η σύνταξη», θεωρήθηκε προσβλητικός, ενώ τα μειωμένα ποσά που εδόθησαν, λειτούργησαν αρνητικά, ενισχύοντας έτσι την εικόνα ότι η κυβέρνηση ψεύδεται.

Να σημειωθεί πάντως ότι προεκλογικές παροχές είναι φαινόμενο παντελώς ξένο προς τις νοοτροπίες της Αριστεράς και την πλήττουν βαθιά, στο πολιτικό και ιδεολογικό μεδούλι της.

8.Η κυβέρνηση δεν έδωσε όραμα για έξοδο της χώρας από την κατάσταση της «αποικίας χρέους», ούτε και ελπίδα για το αύριο στον έναν κουρασμένο -από την δεκαετή νεοφιλελεύθερη λιτότητα- λαό. Ουσιαστικά γινόταν ανακύκλωση της μιζέριας με μέτρα ανακούφισης από αυτήν, αλλά όχι με την προώθηση ενός άλλου μοντέλου.

Η κυβέρνηση δεν καλλιέργησε την εικόνα ότι έχει σχέδιο για τη «νέα Ελλάδα» του 21ου αιώνα. Της αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου της, των τεχνολογικών και επιστημονικών καινοτομιών, των μεγάλων προκλήσεων της 4ης βιομηχανικής επανάστασης, και την επανόδου της χώρας στην διεθνή αρένα με αξιώσεις. Ισως και να μην είναι σε θέση να το κάνει, ακόμα και να καταλάβει τη σημασία του.

Δεν κεφαλαιοποίησε τα κέρδη παρά τις μεγάλες επιτυχίες της στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, που αναβάθμισαν θεαματικά τη θέση της Ελλάδας σε διεθνές και περιφερειακό επίπεδο. Μάλιστα, μετά την παραίτηση Κοτζιά από το υπουργείο Εξωτερικών, ο τομέας αυτός πήρε την κατιούσα. Επιπλέον, αντιμετώπιζε με άκρα επιφύλαξη, αν όχι με αποστροφή σε πολλές περιπτώσεις, θέματα που έχουν να κάνουν με το πατριωτικό προφίλ της Αριστεράς, που άπτονται της εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας της χώρας. Ακόμα και το Μεταναστευτικό, σε επικοινωνιακό επίπεδο, το χειρίστηκε μόνον από τη μεριά των δικαιωμάτων των μεταναστών – προσφύγων. Όσον αφορά τον τομέα της Άμυνας, τον εκχώρησε εξολοκλήρου στον Π.Καμμένο, αφήνοντάς του τεράστια περιθώρια, ακόμα και να υψώνει φιλοπολεμικές κορώνες, και να ρίχνει λάδι στη φωτιά των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

9.Η κυβέρνηση εμφάνισε σοβαρά σημάδια αλαζονείας και υπεροψίας, αλλά και ερασιτεχνικών χειρισμών σε κρίσιμες περιστάσεις.

Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν βρέθηκε ούτε ένας κυβερνητικός αξιωματούχος να ζητήσει συγγνώμη για την τραγωδία στο Μάτι. Εξαίρεση αποτέλεσε μόνο το «Πράττω» γεγονός που αποτέλεσε και την αιτία της αποχώρησης του Ν.Τόσκα από το πράττω και της προσχώρησής του στον ΣΥΡΙΖΑ. Άπαντες έριξαν την ευθύνη στις προηγούμενες κυβερνήσεις, δικαίως ως ένα μεγάλο βαθμό. Πλην όμως, η κυβέρνηση ήταν ο κύριος φορέας διαχείρισης του κράτους και του μηχανισμού του. Και, αντί να αναλάβει έντιμα και ανοικτά τις όποιες ευθύνες της αντιστοιχούσαν, ένιψε τας χείρας της ως άλλος Πόντιος Πιλάτος. Τόσο για το Μάτι όσο και για τη Μάντρα. Το ίδιο συνέβη και σε πολλούς άλλους τομείς του κυβερνητικού έργου.

10. Η οσμή σκανδάλων, όπως η «υπόθεση Πετσίτη», καθώς και άλλες υποθέσεις που η ΝΔ τις εμφάνισε ως σκάνδαλα, οι φωτογραφίες του πρωθυπουργού στη θαλαμηγό της συζύγου του εφοπλιστή, Παναγόπουλου, η απάντηση του Α.Τσίπρα όταν είπε ότι δεν θα τον πείραζε αν άκουγε ότι και άλλοι κυβερνητικοί, πλην αυτού, πήγαιναν σε πολυτελή σκάφη, οι φράσεις του Π.Καμμένου ότι έμαθε τον πρωθυπουργό να καπνίζει «Κοχίμπα» και να πίνει ακριβό ποτό, συνέτειναν στην αποδόμηση, τουλάχιστον την εικόνα της, του «ηθικού πλεονεκτήματος» της αριστερής κυβέρνησης.

Στο μηχανισμό αποδόμησης της κυβέρνησης, η Νέα Δημοκρατία είχε πιστούς συμμάχους της τα περισσότερα Μέσα Ενημέρωσης, τα οποία με βροχή fake news και παραποίηση των υπαρκτών ειδήσεων, δημιουργούσαν ασφυκτικά αρνητικό κλίμα για την κυβέρνηση. Και εδώ, όμως, οι ευθύνες της κυβέρνησης για τον απαράδεκτο τρόπο που χειρίστηκε το θέμα των ΜΜΕ στην Ελλάδα είναι τεράστιες. Ουσιαστικά, εξαιτίας των ολέθριων χειρισμών συγκεκριμένων κυβερνητικών παραγόντων, άφησε ανοικτό το δρόμο για την κυριαρχία των μεγάλων διαπλεκόμενων συμφερόντων στο τοπίο των ΜΜΕ. Και αυτό το διεφθαρμένο, ολιγοπωλιακό σύστημα, σε όλες τις κρίσιμες στιγμές της κυβερνητικής θητείας, «πυροβολούσε» ευθέως εναντίον της κυβέρνησης.

Σοβαρότατο, επίσης, είναι ότι, ενώ η κυβέρνηση, από το 2015 κιόλας, ευαγγελιζόταν την κάθαρση και την καταδίκη όσων ευθύνονται για τα σκάνδαλα και για την οικονομική καταστροφή της Ελλάδας, οι περισσότερες μεγάλες υποθέσεις σκανδάλων ουδέποτε ολοκληρώθηκαν. Κάτι, βέβαια, που, ναι μεν δείχνει τις ισχυρές αντιστάσεις του «συστήματος» (του βαθέως δικαστικού κράτους, με την πολιτικο-οικονομική διαπλοκή και ιδιοκτήτες των ΜΜΕ), αλλά ταυτόχρονα υπογραμμίζει και τις κεφαλαιώδεις ευθύνες της κυβέρνησης.

Αναλύσεις δημοσκόπων

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι αναλύσεις που είδαν το φως της δημοσιότητας τις τελευταίες ημέρες. Ιδού τι καταγράφουν δημοσκόποι κρίνοντας τα αποτελέσματα των Ευρωεκλογών. Αναλυτικά:

1. Σημαντική αύξηση της συμμετοχής. Πήραν μέρος 310 χιλ. περισσότεροι από τις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015 στην εκλογική διαδικασία. Πρόκειται κυρίως για νεότερες ηλικίες, εξισορροπώντας έτσι αρκετά το ηλικιακό προφίλ του εκλογικού σώματος συγκριτικά με τον πραγματικό πληθυσμό.

2. Οι νεότερες ηλικίες 17 έως και 34 είναι το εκκολαπτήριο του μελλοντικού κομματικού συστήματος, το οποίο απέχει πολύ από το να θεωρείται παγιωμένο (!) Είναι χαρακτηριστικό ότι το 18% περίπου σε αυτές ψήφισε «άλλο κόμμα».

3. Με βάση τη θέση στην απασχόληση η Νέα Δημοκρατία σημείωσε τις καλύτερες επιδόσεις της στους εργοδότες και αυτοαπασχολουμένους με 37%, στις νοικοκυρές με 38% και στους συνταξιούχους με 40% (παραδοσιακά κερδίζει αυτές τις κατηγορίες). Στην ουσία δηλαδή κυριάρχησε απολύτως στην ατζέντα λιγότερη φορολογία, λιγότερη ατομική ανασφάλεια Ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε μόνο στην κατηγορία στην ανέργων με 29% έναντι ποσοστού 19% για τη ΝΔ δείχνοντας ότι θεωρείται ικανότερος να διαχειριστεί την ατζέντα της ανεργίας.

4. Αν συγκρίνουμε την κατανομή στην κλίμακα της Αριστεράς Δεξιάς και αυτή άλλαξε μέσα στα χρόνια της διακυβέρνησης της χώρας από τον ΣΥΡΙΖΑ (2015-2019). Έτσι, καταγράφεται μια υποχώρηση του χώρου της Αριστεράς – Κεντροαριστεράς κατά 4 περίπου ποσοστιαίες μονάδες από το 38% στο 34% και αντιστοίχως μια αύξηση του χώρου του Κέντρου και της Κεντροδεξιάς κατά 6 ποσοστιαίες μονάδες με παράλληλη ελαφρά μείωση των αποστασιοποιημένων.

5.Η έντονη κινητικότητα που έχει εμφανιστεί µετά το 2012 και στη χώρα µας, καθιστά σαφές ότι ο χαρακτήρας των επιλογών του εκλογικού σώματος είναι πολύ περισσότερο προσαρμοσμένος στις τρέχουσες αντιλήψεις του και στη συγκυρία και πολύ λιγότερο είναι παρακολούθηµα ιδεολογικών προσεγγίσεων, παράδοσης ή κοµµατικών εντάξεων. Σε µεγάλο βαθµό η ψήφος «δανείζεται», πολύ συχνά για µία και µόνο φορά, στοιχείο που µπορεί να αποδειχτεί καταλυτικό για τη διαµόρφωση του εκλογικού αποτελέσµατος των βουλευτικών εκλογών της 7ης Ιουλίου.

6. Άλλα στοιχεία: 1.Η µετακίνηση από τον ΣΥΡΙΖΑ προς τη Ν∆ φτάνει το 11% (περίπου 4 µονάδες στο σύνολο του εκλογικού σώµατος).

2.Η Ν∆ προσέλκυσε ψηφοφόρους από όλα τα πολιτικά κόµµατα. Από το Ποτάµι (30%), τους ΑΝΕΛ (20%), την Ένωση Κεντρώων (15%) και τη Χρυσή Αυγή (9%).

3.Το ΜΕΡΑ 25 είχε εισροές από τον ΣΥΡΙΖΑ (5%), το ΚΚΕ (4%), το Ποτάµι (4%), τη Ν∆ (1%), τους ΑΝΕΛ (6%), την Ένωση Κεντρώων (7%) και ψηφοφόρους που το 2015 είχαν επιλέξει µικρότερα κόµµατα (7%). To 60% περίπου των ψηφοφόρων του ΜΕΡΑ 25 είχε επιλέξει το 2015 τον ΣΥΡΙΖΑ.

4.Η αδυναµία του ΣΥΡΙΖΑ να καρπωθεί ικανά οφέλη από τα οικονοµικά µέτρα που ανακοίνωσε η κυβέρνηση λίγο πριν από τις ευρωεκλογές. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ν∆ είχε σαφέστατο προβάδισµα όχι µόνο στους ελεύθερους επαγγελµατίες, αλλά και σε ιδιωτικούς και δηµόσιους υπαλλήλους και πολύ περισσότερο στους συνταξιούχους.

5.Ο ΣΥΡΙΖΑ υπέστη τη φθορά 4,5 ετών διακυβέρνησης, το µεγαλύτερο µέρος της οποίας είχε ως επίκεντρο την εφαρµογή µνηµονίου. Υπήρξε επίσης διάθεση τιµωρίας του ΣΥΡΙΖΑ, λόγω διάψευσης προσδοκιών. Μια διάθεση που λογικά ενισχύθηκε από τον χαρακτήρα που πήρε η εκλογική αναµέτρηση (ο πρωθυπουργός την χαρακτήρισε «δημοψήφισμα»). Η αντίληψη µέρους πολιτών ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση «ολοκλήρωσε την αποστολή του», που ήταν η εφαρµογή του προγράµµατος προσαρµογών και η έξοδος από τα µνηµόνια µε κοινωνική ηρεµία, συνεπώς, µε αφετηρία αυτή την αντίληψη, η στροφή σε άλλες επιλογές (κυρίως τη Ν∆).

6.Η επίδραση της Συµφωνίας των Πρεσπών στο εκλογικό αποτέλεσμα. Με βάση τη σύγκριση των εκλογικών αποτελεσµάτων της Κυριακής των Ευρωεκλογών µε εκείνα του 2015, είναι προφανές ότι η επίδραση αυτή ήταν πολύ περιορισµένη. Η πτώση των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ σε Μακεδονία και Θράκη ήταν περίπου 1 µονάδα µεγαλύτερη απ’ ότι στο σύνολο της χώρας, ενώ η άνοδος των ποσοστών της Ν∆ µικρότερη απ’ ότι στο σύνολο της χώρας. Σε επίπεδο ποσοστών, µεγαλύτερο φαίνεται να είναι το όφελος για την Ελληνική Λύση.

 

(*) Το παραπάνω απόσπασμα παρατίθεται σε κείμενο που έγραψε ο Καρλ Λίμπκνεχτ, μετά την βίαια κατάπνιξη της εργατικής επανάστασης των Σπαρτακιστών, που ξέσπασε στην αρχή Ιανουαρίου 1919, στη Γερμανία. Στην εξέγερση πρωταγωνίστησε το προλεταριάτο του Βερολίνου. Επικεφαλής ήταν οι ηγέτες του νεαρού Κομμουνιστικού Κόμματος, Καρλ Λίμπκνεχτ, Βίλχελμ Πικ, Ρόζα Λούξεμπουργκ. Στις 14 Ιανουαρίου στην προλεταριακή εφημερίδα «Ρότε Φάνε» («Κόκκινη σημαία») δημοσιεύτηκε άρθρο του Λίμπκνεχτ με τίτλο «Παραβλέποντας το καθετί». Εκεί, μεταξύ άλλων, ανέφερε: «Ναι, οι επαναστάτες εργάτες του Βερολίνου συντρίφτηκαν και οι Εμπερτ-Σάιντεμαν-Νόσκε νίκησαν. Αλλά υπάρχουν ήττες που ισοδυναμούν με νίκες, και υπάρχουν νίκες που είναι πιο μοιραίες από τις ήττες. Οι νικημένοι σήμερα εργάτες θα γίνουν αύριο νικητές γιατί η ήττα έγινε γι’ αυτούς μάθημα»

 

*_Ο Γιώργος Καλούμενος είναι εκπαιδευτικός

Share.

About Author