Εσχάτως…προδοσία, ένα “αφήγημα” διχασμού με κινδύνους για όλους

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

Το νέο “αφήγημα” που ξεδιπλώνει μερίδα του πολιτικού προσωπικού με αφορμή το σκάνδαλο Novartis –ως προς τον χαρακτηρισμό αυτό φαίνεται πως έχει επέλθει μία κατ’  αρχήν συμφωνία των πολιτικών κομμάτων– θέλει τον Αλέξη Τσίπρα, τον Δημήτρη Παπαγγελόπουλο και κάποιους ακόμα από τους κυβερνώντες να κινδυνεύουν να παραπεμφθούν σε Ειδικά Δικαστήρια ακόμα και για το αδίκημα των αδικημάτων, την “εσχάτη προδοσία”.

Του Σεραφείμ Π. Κοτρώτσου

Ο εμπειρότερος των συνταγματολόγων εντός Κοινοβουλίου Ευάγγελος Βενιζέλος παρέθεσε (μιλώντας στο δελτίο του Alpha)  το σχετικό νομικό υπόβαθρο, πλειοδοτώντας στις κατηγορίες που είχε εκτοξεύσει λίγο νωρίτερα -κατά τη σχετική συζήτηση στη Βουλή- ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς:

«Προσέξτε, εσχάτη προδοσία δεν είναι η προδοσία της χώρας στους εχθρούς, εσχάτη προδοσία είναι η κατάλυση ή και η αλλοίωση θεμελιωδών αρχών και θεσμών του πολιτεύματος. Και περιγράφονται στον Ποινικό Κώδικα επτά θεμελιώδεις θεσμοί, οι δύο είναι η διάκριση των εξουσιών και η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης».

 

Η πλήρης περιγραφή του αδικήματος υπάρχει στο άρθρο 108 του Ποινικού Κώδικα ( από τον ιστότοπο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών):

1. Όποιος επιχειρεί με βία ή απειλή βίας να καταλύσει, να αλλοιώσει ή να καταστήσει ανενεργό, διαρκώς ή προσκαίρως, το δημοκρατικό πολίτευμα που στηρίζεται στη λαϊκή κυριαρχία ή θεμελιώδεις αρχές ή θεσμούς του πολιτεύματος αυτού ή να αποστερήσει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ή αυτόν που ασκεί την προεδρική εξουσία, τον Πρωθυπουργό, την Κυβέρνηση ή τη Βουλή από την εξουσία που έχουν κατά το Σύνταγμα, τιμωρείται με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη από δεκαπέντε ως είκοσι έτη.

2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος επιχειρεί να τελέσει την πράξη της προηγούμενης παραγράφου με κατάχρηση της ιδιότητάς του ως οργάνου του κράτους ή με σφετερισμό της ιδιότητας αυτής, καθώς και όποιος ασκεί την εξουσία που ο ίδιος ή άλλος κατέλαβε με τους τρόπους και τα μέσα που προβλέπει το άρθρο αυτό.

3. Θεμελιώδεις αρχές και θεσμοί του πολιτεύματος θεωρούνται στο Κεφάλαιο αυτό: α) η ανάδειξη του Αρχηγού του Κράτους με εκλογή, β) το δικαίωμα του λαού να εκλέγει τη Βουλή με γενικές, άμεσες, ελεύθερες, ίσες και μυστικές ψηφοφορίες μέσα στα συνταγματικά χρονικά πλαίσια, γ) το κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης, δ) η αρχή του πολυκομματισμού, ε) η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, όπως προβλέπεται στο Σύνταγμα, στ) η αρχή της δέσμευσης του νομοθέτη από το Σύνταγμα και της εκτελεστικής και της δικαστικής λειτουργίας από το Σύνταγμα και τους νόμους, ζ) η αρχή της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και η) η γενική ισχύς και προστασία των ατομικών δικαιωμάτων που προβλέπει το Σύνταγμα.

4. Δεν τιμωρούνται ως συμμέτοχοι στις πράξεις των παραγράφων 1 και 2 δημόσιοι υπάλληλοι ή λειτουργοί, αν άσκησαν τα καθήκοντά τους όσο διήρκεσε ο σφετερισμός της λαϊκής κυριαρχίας ή η παράνομη κατάλυση ή αδράνεια του δημοκρατικού πολιτεύματος, εφόσον η άσκηση των καθηκόντων τους ήταν αναγκαία αποκλειστικά για τη συνέχιση της λειτουργίας του κράτους και δεν έγινε με σκοπό τη διατήρηση της εξουσίας από τους σφετεριστές της.

Το “δίδαγμα” του Βατοπεδίου

Η σύγχρονη πολιτική ιστορία βρίθει περιστατικών κατά τα οποία η παρέμβαση κυβερνήσεων στη λειτουργία της Δικαιοσύνης θεωρήθηκε εξώφθαλμη. Σχετικά πρόσφατο (2008) είναι αυτό των παραιτήσεων των εισαγγελέων Κολιούση και Σωτηροπούλου για την υπόθεση του Βατοπεδίου. Μια υπόθεση που κατέληξε, βεβαίως, στην απαλλαγή των πολιτικών που εφέροντο να είχαν εμπλακεί, η οποία ωστόσο αποτέλεσε μείζον ζήτημα πολιτικής αντιπαράθεσης. Η τότε αξιωματική αντιπολίτευση (ΠΑΣΟΚ), μάλιστα, μιλούσε για ευθεία παρέμβαση στον χώρο της Δικαιοσύνης και ο εκπρόσωπος του κόμματος κατηγορούσε την κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή, λέγοντας πως “τα όσα βγήκαν στο φως της δημοσιότητας δεν συνέβησαν ούτε στην υπόθεση Λαμπράκη τη δεκαετία του ’60”.

Έχει ενδιαφέρον να θυμηθεί κανείς τις αντιδράσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης εκείνη την εποχή (πηγή skai.gr):

Την παραίτηση του υπουργού Δικαιοσύνης, ο οποίος – σύμφωνα με το ΠΑΣΟΚ – φέρει ακέραια την πολφική ευθύνη, ζητά η αξιωματική αντιπολίτευση.

Το ΠΑΣΟΚ θα καταθέσει μήνυση κατά των αυτουργών και ηθικών αυτουργών των παρεμβάσεων στο έργο των δυο εισαγγελέων, δήλωσε ο εκπρόσωπος του κόμματος, ο οποίος πρόσθεσε ότι τα όσα βγήκαν στο φως της δημοσιότητας δεν συνέβησαν ούτε στην υπόθεση Λαμπράκη τη δεκαετία του 60′.

Το ΠΑΣΟΚ έχει επανειλημμένα διατυπώσει την άποψη ότι ο ίδιος ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, προφανώς εκτελώντας εντολές της κυβέρνησης, μεθοδεύει τη συγκάλυψη ενός τεράστιου σκανδάλου, δήλωσε ο Απόστολος Κακλαμάνης.

Η παραίτηση δημιουργεί τεράστιο πολιτικό θέμα δήλωσε εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ, ο Φώτης Κουβέλης καταλογίζοντας ευθύνη στην κυβέρνηση.

Ο βουλευτής έκανε λόγο για στοιχεία θεσμικής κατάρρευσης της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και συμπλήρωσε πως οι παραιτήσεις μαρτυρούν αφόρητες πιέσεις για να μην φτάσει η έρευνα σε βάθος.

“Η επιμονή της κυβέρνησης να παραπέμπει το μεγάλο πολιτικό, οικονομικό σκάνδαλο του Βατοπεδίου, όπως και τα προηγούμενα στην δικαιοσύνη, αρνούμενη την εξέταση της υπόθεσης ταυτόχρονα και στη βουλή, όπως το ΚΚΕ εξαρχής υποστήριξε, συνιστά προσπάθεια συγκάλυψης της υπόθεσης”, αναφέρει σε ανακοίνωσή του το ΚΚΕ

Από την πλευρά του, ο Θόδωρος Ρουσόπουλος σχολίασε ότι η ΝΔ και ως κυβέρνηση και ως αντιπολίτευση σεβάστηκε και σέβεται την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, σε αντίθεση με το ΠΑΣΟΚ που την απαξιώνει ή όχι ανάλογα αν το συμφέρει.

Αξίζει να σημειωθεί πως το ΠΑΣΟΚ, πάλι και τότε με “νομική τεκμηρίωση” του κ. Βενιζέλου, έκανε λόγο για προσωπική παρέμβαση του Κώστα Καραμανλή στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου για την συγκάλυψη της υπόθεσης.

Στην ίδια αυτή υπόθεση και εν μέσω σοβαρότατων κλυδωνισμών της κυβέρνησής του ο Κώστας Καραμανλής είχε αναλάβει πλήρως (μιλώντας στην Κ.Ο της Ν.Δ) την πολιτική ευθύνη σχετικά με την περιβόητη “ανταλλαγή εκτάσεων με δημόσια γη”. Αυτό μπορούσε να κάνει, αυτό έπραξε. Η όποια ποινική διάσταση της υπόθεσης, εφόσον προέκυπτε, αφορούσε τη Δικαιοσύνη.

Η επιχειρηματολογία Βενιζέλου (και του ΠΑΣΟΚ στο σύνολό του) εκείνης της εποχής δεν είχε φθάσει μέχρι την επίκληση του ποινικού κώδικα στα περί “εσχάτης προδοσίας”. Ίσως επειδή το επίπεδο “πολιτικού πολιτισμού” και “αστικής ευπρέπειας”, που κάποιοι συνηθίζουν να επικαλούνται, δεν επέτρεπε αυτή την υπερβολή.

Ο “χορός” των σκανδάλων

Η υπόθεση αυτή δεν είναι, φυσικά, η μοναδική στον σύγχρονο πολιτικό βίο. Κανείς, ωστόσο, εξ όσων σήμερα εξακοντίζουν μύδρους είχαν κατά το παρελθόν τολμήσει να επικαλεστούν τα περί “εσχάτης προδοσίας”. Η έκφραση δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ, ούτε όταν βασικοί ύποπτοι του υπερ-σκανδάλου της Siemens διέφευγαν ανενόχλητοι εκτός Ελλάδας, ούτε όταν δισεκατομμύρια επί δισεκατομμυρίων από το δημόσιο χρήμα κατέληγαν σε ερεβώδεις προμήθειες οπλικών συστημάτων με αποφάσεις ΚΥΣΕΑ (ασχέτως σε ποίων τις τσέπες κατέληγαν οι μίζες), ούτε, φυσικά, όταν υπήρχαν απτές καταγγελίες για “μαύρο” χρήμα που έφθανε σε βαλίτσες στα ταμεία των κομμάτων.

Οι κ. Σαμαράς και Βενιζέλος ξετυλίγουν, ωστόσο, το “αφήγημα” των Ειδικών Δικαστηρίων και της “εσχάτης προδοσίας” υπό το φως -ή το σκότος- του επιχειρήματος ότι η κυβέρνηση Τσίπρα εξαπολύει εναντίον τους πολιτική δίωξη και ότι αυτό γίνεται στο πλαίσιο μιας πολιτικής σκευωρίας με τη συνδρομή κάποιων δικαστικών λειτουργών.

Ο τρόπος με τον οποίο καθένας που αισθάνεται ότι διασύρεται πολιτικά και απειλείται νομικά θα αντιδράσει δεν υπόκειται σε εύκολη κριτική. Θα έλεγε κανείς πως “όταν σε πνίγει το δίκιο” δικαιούσαι (;) να απειλείς ότι “θα γδάρεις” τους διώκτες σου. Δικαιούσαι (;) ακόμα και να ισχυριστείς ότι ο πρωθυπουργός της χώρας είναι “διεφθαρμένος μέχρι το μεδούλι” και ότι “τα παίρνει”. Το γεγονός ότι κάποιοι εξ αυτών είναι οι ίδιοι που έλεγαν παλαιότερα ότι ο πρωθυπουργός της αντίπαλης παράταξης είναι “αρχιερέας της διαπλοκής” είναι μάλλον κάτι που δεν είναι βολικό να ανακαλείται στη μνήμη.

Ή, ακόμα, και όταν κάποιοι εξ όσων σήμερα χρησιμοποιούν αυτή τη ρητορική και μόλις πριν λίγα χρόνια αποκαλούσαν συλλήβδην -από τηλεοπτικού άμβωνος- “κλέφτες” τους πολιτικούς της Ν.Δ και του ΠΑΣΟΚ, για να συνεργαστούν και να συγκυβερνήσουν αργότερα μαζί τους…χάριν τις εθνικής ενότητας!

Πέραν όλων αυτών, ωστόσο, υπάρχει ένα πανθομολογούμενο σκάνδαλο. Το σκάνδαλο Novartis. Μια υπόθεση κραυγαλέας διασπάθισης δημοσίου χρήματος που δεν αντέχει σε κανένα επιχείρημα ότι συνέβη ερήμην και εν πλήρη αγνοία των εκάστοτε κυβερνώντων.

Οι πολίτες δεν πιστεύουν

Όμως, μέσα σ αυτό το βαρύ κλίμα και με τους πολίτες να πιστεύουν πως όντως υπάρχει σκάνδαλο με εμπλοκή πολιτικών προσώπων (δημοσκόπηση Rass για την εφημερίδα Νέα Σελίδα) αλλά, παράλληλα, απηυδισμένοι, να μην έχουν καμία απολύτως εμπιστοσύνη ότι πολιτικό σύστημα και Δικαιοσύνη θα επιτρέψουν την πλήρη διαλεύκανση του, μερίδα του πολιτικού προσωπικού επιλέγει να μεταφέρει την αντιπαράθεση αντιπολίτευσης- κυβέρνησης στο πεδίο της χειρότερης πόλωσης που γνώρισε εδώ και πολλά χρόνια το πολιτικό σύστημα.

Για την κυβέρνηση, η υπόθεση Novartis έχει αναμφισβήτητα ένα μεγάλο πολιτικό ρίσκο. Όσα αναφέρονται στη σχετική δικογραφία πρέπει να αποδειχθούν. Με τη συνδρομή, προφανώς, και άλλων στοιχείων που αναμένεται να συμπεριληφθούν από την έρευνα του FBI. Εάν δεν αποδειχθούν η κυβέρνηση θα κατηγορηθεί ότι βιάστηκε να σύρει στα καυδιανά δίκρανα μιας πολιτικής δίωξης τους πολιτικούς της αντιπάλους και οι πολίτες θα εδραιώσουν την πεποίθησή τους ότι στον τόπο αυτό κανείς ή σχεδόν κανείς πολιτικός δεν τιμωρείται (η καταδίκη Τσοχατζόπουλου θα παραμείνει μία στιγμιαία αντίδραση εκτόνωσης του βάρους των κατηγοριών για πολιτική διαφθορά).

Όμως, μέχρις ότου αποκαλυφθούν όλα τα στοιχεία του σκανδάλου Novartis, η Δικαιοσύνη πρέπει να αφεθεί ανενόχλητη να πράξει τα δέοντα. Ανενόχλητη απ΄ όλους. Από την κυβέρνηση, την αντιπολίτευση, αλλά και από μερίδα του δικαστικού σώματος που ενεργεί εσχάτως με τρόπο εξόχως πολιτικό.

Οι “κατσαπλιάδες” και οι “προδότες”

Εάν δεν συμβεί αυτό, η χώρα και η κοινωνία οδηγείται σε μια μακρά περίοδο βαθύτατου διχασμού. Οι εκφράσεις “συμμορίτες”, “κατσαπλιάδες” και οι αναφορές σε “προδότες” και “Ειδικά Δικαστήρια” εντείνουν αυτό το κλίμα και ανασύρουν εμφυλιοπολεμικές διαχωριστικές γραμμές που προκάλεσαν ιστορικά τραύματα.

Και για να είναι κανείς δίκαιος οφείλει προφανώς να καταδικάσει (ο γράφων επισήμαινε και τότε αυτούς τους κινδύνους) και όσα κραυγές περί “δοσιλόγων” και “Τσολάκογλου” ακούστηκαν από μερίδα του πολιτικού προσωπικού -της “άλλης πλευράς”- στα πρώτα χρόνια των μνημονίων και χρησιμοποιήθηκαν αντίστροφα μετά το καλοκαίρι του 2015.

Ο Κώστας Γιαννακίδης στο protagon.gr, περιγράφει αυτή την κατάσταση και τους κινδύνους που συνεπάγεται και καταλήγει εύστοχα: “Υπάρχει όμως ακόμα μία παράμετρος. Αν ο ρεβανσισμός ή, τέλος πάντων, η τιμωρία αυτών που ευθύνονται «για την αλλοίωση του πολιτεύματος» μετατραπεί σε πρόταγμα του πλειοψηφικού εκλογικού σώματος, τότε τα πράγματα αλλάζουν”.

Προσώρας και παρά τους υψηλότατους τόνους περί “πολιτικής σκευωρίας”, ούτε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ούτε η Φώφη Γεννηματά δείχνουν να υιοθετούν τη ρητορική του διχασμού που εκπέμπουν οι κ. Σαμαράς και Βενιζέλος. Ίσως θα έπρεπε να γίνει ακόμα σαφέστερη η απόσταση που τηρούν από όσα ακούγονται τις τελευταίες ημέρες. Όπως και εκείνοι που επαναπαύονται στη σιωπή τους, θεωρώντας πως είναι αρκετή για να αποτυπώσει την διαφωνία τους από τις κραυγές.

Διότι, εν τέλει, ακόμα κι αν είναι πολιτικά και νομικά βολική η “ερμηνεία” ότι στα πρόσωπα των φερομένων ως εμπλεκόμενων στο σκάνδαλο Novartis βάλλονται οι παρατάξεις της Ν.Δ και του ΠΑΣΟΚ (Κίνημα Αλλαγής), κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Το ΠΑΣΟΚ, για παράδειγμα, δεν καταστράφηκε εκλογικά εξαιτίας της εμπλοκής στελεχών του σε φαραωνικά σκάνδαλα μιας εποχής, αλλά εξαιτίας της υπαγωγής της χώρας στα μνημόνια.

Και καμία παράταξη δεν μπορεί να υιοθετεί τέτοιες κραυγές για να ακυρώσει την όποια πολιτική ευθύνη κυβερνήσεών της ή, ακόμα περισσότερο, την όποια ποινική ευθύνη στελεχών του. Το τελευταίο, άλλωστε, είναι υπόθεση των συνταγματικών κοινοβουλευτικών διαδικασιών και, κυρίως, της Δικαιοσύνης.

 

Share.

About Author