Σταύρος Λυγερός: Τα σενάρια πριν και μετά τις κάλπες

by • 05/01/2015 • BloggingComments (0)1099

Η τρίτη ψηφοφορία για εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας επιβεβαίωσε ότι το κυβερνητικό στρατόπεδο δεν διέθετε εφεδρείες. Το αποτέλεσμα αναμφίβολα αποτελεί τακτική ήττα του Σαμαρά, ο οποίος είχε και δημοσίως προεξοφλήσει ότι θα συγκέντρωνε τις αναγκαίες 180 βουλευτικές ψήφους. Αντιστρόφως αποτελεί τακτική νίκη του Τσίπρα. Ανεξαρτήτως της εκτίμησης που έχει κανείς για τη θεσμική πτυχή ή για τη χρησιμότητα των πρόωρων εκλογών, είναι σαφές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ βγαίνει κομματικά κερδισμένος από την επιβολή της επιλογής του.
Όπως δήλωσε στο «Θέμα» πρώην κορυφαίος υπουργός «έχει κρίσιμη σημασία ένας πολιτικός αρχηγός να δημιουργεί στους πολίτες την εντύπωση πως όταν θέτει ένα στόχο είναι ικανός να τον επιτυγχάνει. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για τον Τσίπρα, ο οποίος είναι νέος και αδοκίμαστος. Ας μην ξεχνάμε ότι ακόμα και οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ έχουν χαμηλή εμπιστοσύνη στην ικανότητά του να οδηγήσει με ασφάλεια τη χώρα εκτός Μνημονίου. Επιβάλλοντας τις κάλπες ενίσχυσε το αδύναμο ηγετικό προφίλ του, κάτι που το έχει μεγάλη ανάγκη».
Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα και έχοντας υποστεί αλλεπάλληλες πολιτικές διαψεύσεις, το μόνο πολιτικό όπλο που έχει απομείνει στον Σαμαρά είναι η καλλιέργεια φόβου. Το σχήμα είναι γνωστό από το 2012: Εάν σχηματίσει κυβέρνηση ο Τσίπρας, θα έρθει σε ρήξη με τους δανειστές, θα σταματήσει η χρηματοδότηση, η Ελλάδα θα πτωχεύσει και θα βρεθεί εκτός ευρώ με αποτέλεσμα το οικονομικό χάος. Αντιστρόφως, στόχος του ΣΥΡΙΖΑ είναι να καθησυχάσει τα μικρομεσαία στρώματα για να μην επιτρέψει στην εκστρατεία φόβου να ροκανίσει το δημοσκοπικό προβάδισμά του.
Ο πρωθυπουργός είχε από τον περασμένο Σεπτέμβριο προετοιμάσει το έδαφος, δηλώνοντας ότι εάν ο ΣΥΡΙΖΑ κερδίσει τις εκλογές δεν θα μείνει ευρώ στις τράπεζες. Ο λόγος που η ΝΔ έκανε ένα βήμα πίσω από την καλλιέργεια οικονομικού πανικού ήταν η παρέμβαση των τραπεζιτών. Κι αυτοί απεύχονται τη νίκη του Τσίπρα, αλλά δεν είναι διατεθειμένοι να προκαλέσουν φυγή καταθέσεων και να τινάξουν στον αέρα τα μαγαζιά τους για να διευκολύνουν εκλογικά τον Σαμαρά. Αυτός είναι και ο λόγος που η κατάσταση παραμένει ακόμα υπό έλεγχο. Μένει να αποδειχθεί, όμως, εάν το ευαίσθητο κλίμα αυτοσυγκράτησης των καταθετών θα αντέξει μέχρι τέλος στο περιβάλλον άκρατης οξύτητας και κινδυνολογίας.
Η πρόκληση οικονομικού πανικού κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου θα προσέδιδε υπόσταση στην κινδυνολογική ρητορική του Σαμαρά. Από την άλλη πλευρά, όμως, δεν είναι δεδομένο ότι μόνο θα ευνοούσε τη ΝΔ. Ταυτοχρόνως θα την έβλαπτε. Είναι αμφίστομη μάχαιρα.
Αναμφισβήτητα, η ρητορική της ΝΔ διακρίνεται από κραυγαλέες υπερβολές. Εάν κρίνουμε, όμως, από τη μέχρι τώρα στάση του ευρωιερατείου, το ενδεχόμενο μίας ρήξης δεν είναι αβάσιμη κινδυνολογία. Όσο προπαγανδιστικός είναι ο ισχυρισμός του Σαμαρά ότι έχουμε φάει το ψάρι και έχει μείνει η ουρά κι ότι σε λίγο θα εισέλθουμε στη λεωφόρο της ανάπτυξης και της ευημερίας, άλλο τόσο προπαγανδιστικός είναι ο ισχυρισμός του Τσίπρα ότι μπορεί να απαλλάξει τους Έλληνες από τα μνημονιακά δεσμά με διαπραγματεύσεις και με εγγυημένη την παραμονή στην Ευρωζώνη.
Ο Σαμαράς έχει κάνει κατάχρηση της καλλιέργειας φόβου και ως εκ τούτου έχει φθείρει το πολιτικό αυτό όπλο. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τις αλλεπάλληλες πολιτικές διαψεύσεις του, έχει ως αποτέλεσμα το ρεύμα της οργής, που εκφράζεται εκλογικά κυρίως από τον ΣΥΡΙΖΑ, να έχει πάρει κεφάλι στην κοινωνία από το ρεύμα του φόβου, που εκφράζεται κυρίως από τη ΝΔ. Τουλάχιστον αυτό καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις.
Τα συγκρουόμενα ρεύματα της οργής και του φόβου διευκολύνουν την πόλωση, η οποία θα τροφοδοτηθεί και από το αναμενόμενο κλίμα οξύτητας. Η ΝΔ και η πλειονότητα των αρχουσών ελίτ ήδη αντιμετωπίζουν τις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου σαν καθεστωτική σύγκρουση κι όχι ως συνηθισμένη μάχη στο πλαίσιο της εναλλαγής των κομμάτων στην εξουσία.
Αν και οι πιο πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν το προβάδισμα της Κουμουνδούρου να μειώνεται, είναι πολύ δύσκολο να ανατραπεί. Η πόλωση δεν τροφοδοτεί μόνο τη ΝΔ. Τροφοδοτεί και τον ΣΥΡΙΖΑ. Όλα δείχνουν ότι τα δύο πρώτα κόμματα αθροιστικά θα συγκεντρώσουν ποσοστό πάνω από 60% και δεν αποκλείεται να προσεγγίσουν το 65%.
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν απέχει πάρα πολύ από την αυτοδυναμία. Για να την προσεγγίσει, ο Τσίπρας την ζητάει για να μπορεί να εφαρμόσει το πρόγραμμά του χωρίς εκπτώσεις. Για τον ακριβώς αντίθετο λόγο οι εγχώριες άρχουσες ελίτ και το ευρωιερατείο εύχονται και προσπαθούν να αποτρέψουν την αυτοδυναμία. Θεωρούν ότι εάν ο ΣΥΡΙΖΑ υποχρεωθεί να συνεργασθεί στην κυβέρνηση με το Ποτάμι ή με ένα από τα δύο ΠΑΣΟΚ θα ρυμουλκηθεί στην όχθη των μνημονιακών πολιτικών.
Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε στο «Θέμα» Ευρωπαίος αξιωματούχος «ο Τσίπρας θα βρεθεί αμέσως αντιμέτωπος με επώδυνα διλήμματα. Εάν η κυβέρνησή του στηρίζεται σε κάποιο από τα μικρά κεντρώα φιλοευρωπαϊκά κόμματα που δεν επιθυμούν περιπέτειες, θα έχει το αναγκαίο πρόσχημα για να κάνει πίσω από το πρόγραμμά του και να προσαρμοσθεί. Μία τέτοια συνεργασία θα ενισχύσει και τις μετριοπαθείς φωνές στο εσωτερικό του. Γι’ αυτό και έχει κρίσιμη σημασία να μην διαθέτει απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Είναι προς το συμφέρον όλων μας».
Επειδή η αυτοδυναμία είναι πολύ δύσκολα προσπελάσιμη, η Κουμουνδούρου προβληματίζεται για τις εναλλακτικές λύσεις. Οι επιλογές θα εξαρτηθούν από το ποια μικρά κόμματα θα εξασφαλίσουν τελικώς την κοινοβουλευτική εκπροσώπησή τους. Η επικείμενη διχοτόμηση του συρρικνωμένου ΠΑΣΟΚ δημιουργεί νέα δεδομένα στον χώρο.
Με πολλούς μνημονιακούς κεντροαριστερούς να ψηφίζουν ΝΔ, ο Βενιζέλος κινδυνεύει να μείνει εκτός Βουλής. Οι ηλικιωμένοι παραδοσιακοί «πράσινοι» ψηφοφόροι, που αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα του εναπομείναντος 5-6%, συνδέονται συναισθηματικά με το όνομα Παπανδρέου και πιθανότατα η πλειονότητά τους θα προτιμήσει το κόμμα του Γιώργου.
Έχοντας βαριές ευθύνες για την υπογραφή του Μνημονίου, ο πρώην πρωθυπουργός σκοπεύει να δώσει τη μάχη με αντιδεξιά ρητορική για να εκμεταλλευθεί το αντιδεξιό σύνδρομο αυτών των ψηφοφόρων. Επίσης, θα αυτοπροβληθεί σαν θύμα των αφεντικών της Ευρωζώνης, τα οποία τον ανέτρεψαν επειδή ζήτησε το φθινόπωρο του 2011 τη δημοκρατική νομιμοποίηση με τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος.
Το νέο κόμμα θα αποσπάσει μία σημαντική μερίδα του εναπομείναντος ΠΑΣΟΚ και θα επαναπατρίσει κάποιους «πράσινους» ψηφοφόρους που αντιπαθούν τον Βαγγέλη Βενιζέλο και είχαν καταφύγει εκλογικά στο Ποτάμι και στον ΣΥΡΙΖΑ. Όλα αυτά οδηγούν στην εκτίμηση ότι ο Γιώργος Παπανδρέου θα υπερβεί το όριο του 3%. Αν κρίνουμε από τις δημοσκοπήσεις, το Ποτάμι έχει εξασφαλισμένη την είσοδό του στη Βουλή.
Η κοινοβουλευτική εκπροσώπηση των ΑΝΕΛ, που είναι πιθανή αλλά όχι δεδομένη, έχει κρίσιμη πολιτική σημασία. Στην Κουμουνδούρου, όπου η διαχωριστική γραμμή Αριστερά-Δεξιά παραμένει ισχυρή, δεν συμπαθούν το κόμμα του Καμμένου. Συνειδητοποιούν, όμως, ότι είναι το μόνο κόμμα, στο οποίο μπορούν να στηριχθούν για να αντιπαρατεθούν με το ευρωιερατείο. Δικαιολογημένα φοβούνται ότι στην κρίσιμη στιγμή και το Ποτάμι και τα δύο ΠΑΣΟΚ δεν θα διστάσουν να τραβήξουν το χαλί από τη μελλοντική κυβέρνηση Τσίπρα.
Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, πρόθεση της Κουμουνδούρου είναι να σχηματίσει κυβέρνηση με τους ΑΝΕΛ (εφόσον μπουν στη Βουλή) και με ένα από τα μικρά μνημονιακά κόμματα, ή με το Ποτάμι, ή με όποιο από τα ΠΑΣΟΚ εξασφαλίσει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Η επιλογή αυτή έχει το πλεονέκτημα ότι διευρύνει τα περιθώρια κινήσεων του Τσίπρα:
• Πρώτον, η κυβέρνησή του θα στηρίζεται σε ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Για να ανατραπεί θα πρέπει να την εγκαταλείψουν και οι δύο μικροί εταίροι, δεδομένου ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αναμένεται να έχει από μόνος του 140 έδρες.
• Δεύτερον, ο ίδιος θα χρησιμοποιεί τον ένα μικρό κυβερνητικό εταίρο για να εξισορροπεί και να εξουδετερώνει τις πολιτικές πιέσεις και ενδεχόμενο βέτο του άλλο, δεδομένου ότι οι θέσεις των δύο μικρών κυβερνητικών εταίρων είναι ανταγωνιστικές.
Το ζήτημα, ωστόσο, που θα κρίνει την πορεία των εξελίξεων είναι η στάση του ευρωιερατείου. Αν και υπάρχουν φωνές που θεωρούν ότι πρέπει μέσω διαπραγματεύσεων να αναζητηθεί ένας συμβιβασμός με μία μελλοντική κυβέρνηση Τσίπρα, προς το παρόν τουλάχιστον επικρατεί η σκληρή γραμμή του Βερολίνου.
Στην Κουμουνδούρου ελπίζουν ότι ο φόβος για τις πιθανές επιπτώσεις στη σταθερότητα της Ευρωζώνης τελικώς θα υποχρεώσει και το δίδυμο Μέρκελ-Σόιμπλε να διαπραγματευθεί ένα συμβιβασμό. Αυτό, ωστόσο, είναι μόνο μία εκτίμηση, η οποία δεν λαμβάνει υπόψη της το γεγονός ότι το νόμισμα έχει και άλλη όψη.
Το επιτελείο του Δραγασάκη έχει επεξεργασθεί ένα σχέδιο συμβιβασμού. Εάν, όμως, το ευρωιερατείο αρνηθεί να διαπραγματευθεί εποικοδομητικά, όπως είναι πολύ πιθανό, η κυβέρνηση Τσίπρα θα βρεθεί σε δίλημμα. Το ενδεχόμενο να υποκύψει δεν μπορεί να αποκλεισθεί, αλλά δεν συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες.
Εάν πιστέψουμε το ευρωιερατείο, άρνηση αποδοχής των απαιτήσεων της Τρόικας σημαίνει διακοπή της χρηματοδότησης, η οποία με τη σειρά της σημαίνει ότι η Ελλάδα θα υποχρεωθεί σε στάση πληρωμών. Ακόμα και εάν υπάρχουν εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης, συνδέονται και με γεωπολιτικές δεσμεύσεις, οι οποίες θα προκαλούσαν άλλου τύπου περιπλοκές και παρενέργειες.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι τί θα πράξει η μελλοντική κυβέρνηση εάν ο κόμπος φθάσει στο χτένι; Την απάντηση έχει δώσει ο ίδιος ο Τσίπρας: Δεν προτίθεται να προχωρήσει σε μονομερείς ενέργειες, εκτός και εάν τον αναγκάσουν. Σήμερα, τα δημόσια έσοδα επαρκούν για να καλύψουν τις δημόσιες δαπάνες. Η άμεση προοπτική της στάσης πληρωμών, όμως, θα προκαλέσει οικονομικό πανικό. Αυτός θα υποχρεώσει τους μελλοντικούς κυβερνώντες να λάβουν μέτρα περιορισμού και για την κίνηση των κεφαλαίων και για τις αναλήψεις από τις τράπεζες. Δεν αποκλείεται, μάλιστα, η δυναμική της ρήξης με το ευρωιερατείο να οδηγήσει και σε έξοδο από την Ευρωζώνη.
Τέτοια μέτρα και το ενδεχόμενο εξόδου αναπόφευκτα θα φέρουν την κυβέρνηση Τσίπρα σε δυσχερή θέση. Ακόμα και πολίτες που ψήφισαν τον ΣΥΡΙΖΑ θα τον κατηγορήσουν ότι προεκλογικά άλλα τους έλεγε. Η αντίφαση ανάμεσα στην καθησυχαστική προεκλογική ρητορική και στη δύσκολη μετεκλογική πραγματικότητα θα χρησιμοποιηθεί από τους αντιπάλους της κυβέρνησης Τσίπρα σαν μοχλός αποσταθεροποίησής της.
Το ενδεχόμενο αυτό έχει απασχολήσει την Κουμουνδούρου. Πριν από καιρό, ο Δραγασάκης, ο οποίος έχει αποφασιστικό λόγο για την οικονομική πολιτική, είχε δηλώσει ότι εάν το ευρωιερατείο ασκήσει εκβιασμό, η μελλοντική κυβέρνηση θα ζητήσει πρόσθετη δημοκρατική νομιμοποίηση μέσω δημοψηφίσματος για να εφαρμόσει το πρόγραμμά της.
Η δήλωση εκείνη δεν επαναλήφθηκε, προκειμένου να αποτραπεί προεκλογική εκμετάλλευσή της από την κυβέρνηση Σαμαρά. Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, όμως, η ιδέα του δημοψηφίσματος, που βεβαίως δεν θα έχει ως ερώτημα «ευρώ ή δραχμή;», δεν έχει εγκαταλειφθεί. Έχει μπει στο ράφι και ενδεχομένως να την ανασύρουν εάν μετεκλογικά το πολιτικό κλίμα καταστεί πολιτικά μη διαχειρίσιμο.
Το δημοψήφισμα έχει το πλεονέκτημα ότι μπορεί να αθροίσει πολιτικά τις αντιμνημονιακές ψήφους, κάτι που είναι αδύνατον στο κοινοβουλευτικό επίπεδο. Δεδομένου ότι οι αντιμνημονιακοί είναι ευρεία πλειοψηφία, στην Κουμουνδούρου εκτιμούσαν ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος θα είναι θετικό και θα εδραιώσει πολιτικά την κυβέρνηση Τσίπρα, εξουδετερώνοντας τις αντιδράσεις. Ταυτοχρόνως, θα μετέφερε και στο ευρωιερατείο το δίλημμα για τη σχέση της Ελλάδας με την Ευρωζώνη.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Πρώτο Θέμα

Pin It

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.